Ασκήσεις αισιοδοξίας για τον Προϋπολογισμό 2023

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Ανά την Ευρώπη, οι Προϋπολογισμοί που καταρτίζονται για την επόμενη χρονιά ενσωματώνουν ισχυρό στοιχείο αισιόδοξων προβλέψεων – ακόμη κι αν εξαιρέσει κανείς την ισχυρή ανασφάλεια από την ενεργειακή κρίση και την επίπτωση του πληθωρισμού που εγκαθίσταται στις οικονομίες (ήδη και στο πληθωριστικό υπόβαθρο/πυρήνα, δηλαδή χωρίς την συμβολή των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων).

Αν αφήσουμε κατά μέρος π.χ. την Ιταλία όσο θα προσπαθεί να βρει τα πατήματά της μετά την κίνηση Ακροδεξιάς-Δεξιάς στις εκλογές με επαρκώς λαϊκίστικο μείγμα οικονομικών προοπτικών την ώρα που οι αγορές βλέπουν το βάρος του χρέους της 2,5 τρις ευρώ (που θα χρειαστεί να αναχρηματοδοτηθεί κατά το ¼ μέσα στους επόμενους 30 μήνες). Όμως βλέπουμε και την Γαλλία να στοιχηματίζει ότι θα βρει ρυθμό ανάπτυξης 1% ώστε να πείσει τις αγορές να της δώσουν το 2023 πάνω από 250 δις ευρώ για ένα πρόγραμμα απόσβεσης του ενεργειακού κόστους αλλά και των κοινωνικών αναταράξεων (μέχρι και αύξηση των δημοσίων υπαλλήλων προβλέπεται – επί Μακρόν!).

Το πρόβλημα με όλην αυτήν την επιστράτευση δημοσιονομικής αισιοδοξίας είναι ότι η Γερμανία (μαζί και η στεφάνη των χωρών της Κεντρικής/Ανατολικής Ευρώπης που συντονίζονται, ως οικονομικά συνδεδεμένες μαζί της) «βλέπει» ήδη ύφεση της τάξης του -0,7% για το 2023, την στιγμή που θα κλείσει το 2022 με μεγέθυνση 1-1,2%. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το σύνολο του 2023 θα το περάσουν οι περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες σε έδαφος υφεσιακό – όπου η στενή διασύνδεση των οικονομιών προκαλεί αυτόματη μετάδοση. Και μάλιστα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να συνεχίζει αναγκαστικά – και πιθανότατα εντεινόμενα – μιαν αυστηρή νομισματική πολιτική που αποστραγγίζει ρευστότητα και ακριβαίνει το χρήμα. (Όσο ακριβαίνει το χρήμα, που είχαμε συνηθίσει να διατίθεται με χαμηλότατο κόστος, τι συμβαίνει με τις επενδύσεις; Χλωμαίνουν!).

Έτσι λοιπόν, με μια Ευρώπη σε προοπτική συνολικού ρυθμού μεγέθυνσης κάτω από την μισή ποσοστιαία μονάδα – έναντι ενός 1% που ελπιζόταν νωρίτερα, με τις Θερινές Προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Ιούλιος 2022) να μιλούν ακόμη για 1,5% επί βάσεως 2,7% για φέτος/σύνολο έτους – το χειροτέχνημα Προϋπολογισμού 2023 που βρίσκεται στα χέρια του Χρ. Σταϊκούρα ωφελείται από την τακτική του να κρατάει χαμηλά έως τώρα τις προσδοκίες για το 2022: μιλούσε για 3,1% μέχρι προ ολίγου για να «ανακαλύπτει» τώρα ότι η χρονιά θα κλείσει με αύξηση ΑΕΠ 5,3%. (Κάποιοι μάλιστα ψιθυρίζουν και για την περιοχή του 6%). Αν αυτή η διόρθωση δεν αποδειχθεί υπεραισιόδοξη, τότε η πρόβλεψη αύξησης 2,1% για το ΑΕΠ που φαίνεται ότι θα κρατηθεί στον προϋπολογισμό 2023 δεν είναι άπιαστη – όσο κι αν μας θέτει σαφώς έξω/καλύτερα από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Πέρα όμως από την διάσταση της αβεβαιότητας που έχουμε μπροστά μας, πέρα και από τις παραινέσεις/πιέσεις για δημοσιονομική συγκράτηση από πλευράς Βρυξελλών, υπάρχει και το βάρος της έως τώρα διαχείρισης. Βλέπετε, υπερηφάνως η Κυβέρνηση καταγράφει την πρωτιά της Ελλάδας σε στήριξη τώρα, στην φάση της ενεργειακής κρίσης, σε σύγκριση με τις χώρες της ΕΕ, και τούτο μετά την αντίστοιχα «ανοιχτή» στήριξη στη φάση του κορωνοϊού. Τα 55+ δις ευρώ που συνολικά διανεμήθηκαν με διάφορες επιδοματικές πατέντες – καθεμία με την εύλογη προσπάθεια να κρατηθεί η αγορά, να κρατηθούν και τα νοικοκυριά (ήδη, όσο πάμε προς εκλογές, να κρατηθούν και οι δημοσκοπήσεις που αναπόδραστα θα μετατραπούν σε στάση στην κάλπη…) – έχουν κατά καιρούς επικριθεί για τον οριζόντιο χαρακτήρα τους, για το «χωρίς οροφές και εισοδηματικά και άλλα κριτήρια». Ίσως όμως ακόμη περισσότερο να βαρύνει, απολογιστικά, το ότι έλλειψε και οποιοδήποτε – πειστικό – αναπτυξιακό κριτήριο. Τώρα λοιπόν που θα χρειαστεί ένα σοβαρό συμμάζεμα στην δημοσιονομική διαχείριση, συμμάζεμα που θα ξεπεράσει τις 4 μονάδες του ΑΕΠ όσο κι αν «βοηθήσει» τα έσοδα ο συνεχιζόμενος πληθωρισμός, θα δούμε την επίπτωση από την πολιτική επιλογή να κρατηθεί η προεκλογική εκστρατεία σε πρωτοφανή διάρκεια.

Θα υποσχεθεί/τάξει λοιπόν ο Προϋπολογισμός 2023 ένα πρωτογενές πλεόνασμα στο 1% του ΑΕΠ. Θα βγούμε από το 2022 με ένα πρωτογενές έλλειμμα στην περιοχή του 2% – παρά την υπεραπόδοση των φόρων λόγω πληθωρισμού (που τραβάει προς τα πάνω τον ΦΠΑ στο σύνολο των αγαθών, ακόμη περισσότερο ανοδικά τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης π.χ. των καυσίμων, όσο κι αν οι καταναλώσεις συρρικνώνονται), αλλά και με κάτι σε 3,2 δις ευρώ πρόσθετο κόστος από τις εξαγγελίες ΔΕΘ για νέα μέτρα στήριξης και συνεχιζόμενες φορολογικές περικοπές.

Ενόσω λοιπόν θα γίνονται αυτά τα γυμνάσματα αισιοδοξίας με τον Προϋπολογισμό 2023, θα χρειάζεται όποια Κυβέρνηση προκύψει από τις επόμενες/μεθεπόμενες κάλπες – ας μην επεκταθούμε σε πολιτικά σενάρια!… – να ετοιμάζει στο μυαλό της τους Συμπληρωματικούς/Διορθωτικούς Προϋπολογισμούς του 2033 εκεί να δείτε ασκήσεις αισιοδοξίας που θα χρειαστούν. Εν τω μεταξύ, η απόδοση του 10ετούς Ελληνικού ομολόγου έχει ξεπεράσει αισθητά το 4,5% που συμβατικά θεωρείται ότι βρίσκεται σαφώς στην «κόκκινη ζώνη» – και μάλιστα επειδή τον τελευταίο καιρό ανοίγει συνεχώς η απόσταση που το χωρίζει (το spread) όχι μόνο σε σχέση με τις αποδόσεις του Γερμανικού 10ετούς/Bund (ήδη πάνω από 2,50 ποσοστιαίες μονάδες) και του Γαλλικού (αγγίζει τις 2 μονάδες). Μέχρι πότε θα «κρατήσει» η αντίληψη ότι οι ανάγκες δανεισμού της Ελλάδας δεν αποτελούν παράγοντα μέριμνας επειδή οι λήξεις του χρέους έχουν διαρρυθμιστεί από τους επίσημους πιστωτές της χώρας;