Τι διατηρήσιμη ουσία θα μείνει πίσω από την συνάντηση Σολτς-Μητσοτάκη;

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Πάντα είναι δύσκολες οι συναντήσεις μεταξύ Ελληνικής και Γερμανικής πολιτικής ηγεσίας – ακόμη και όταν, όπως τώρα με την συνάντηση Μητσοτάκη-Σολτς υπάρχει πεδίο ευκολότερης επικοινωνίας, όχι δε μόνον γλωσσικής. Δεν είναι μεν Γερμανικής τροπής ο Κυριάκος Μητσοτάκης όσο ο Κωνσταντίνος, ή πάλι η Ντόρα Μπακογιάννη ή και (διαφορετικά) ο Κώστας Σημίτης. Όμως, ο Ατλαντισμός/φιλο-Αμερικανισμός που «απέκτησε» η τωρινή Γερμανική ηγεσία – υπό την ακραία πίεση της Ουκρανικής κρίσης, με τον επανεξοπλισμό και με την ευθυγράμμιση με την (για την σημερινή Ελλάδα) Σωστή Πλευρά της Ιστορίας, με περιορισμένες μόνον επιφυλάξεις – απόλυτη αντιστροφή της σχέσης Βερολίνου-Μόσχας, αλλ’ εν μέρει και  της σχέσης Βερολίνου-Πεκίνου – έχει δημιουργήσει ένα πεδίο περίπου αναγκαστικής σύμπλευσης. Η αποδόμηση όλου του παρελθόντος Μέρκελ λειτουργεί ως το φόντο σ’ αυτήν την εξέλιξη: πόσοι θυμούνται ακόμη τους μελίρρυτους τόνους για την ιστορική Καγκελλάριο, άξονα σταθερότητας για την Ευρώπη  αντίβαρο στις ταλαντευόμενες ΗΠΑ κοκ;

Αν προσθέσει εδώ κανείς την σταδιακή μετακίνηση της Γερμανικής στάσης απέναντι στην Τουρκία στα πλαίσια των ΕλληνοΤουρκικών (ιδίως με θέσεις της ΥΠΕΞ Ανναλένα Μπέρμποκ), αν δει και τον ρόλο του Βερολίνου στην Ελληνική συμβολή με εξοπλιστική βοήθεια προς την Ουκρανία (αντικατάσταση των αποσταλέντων ήδη  Ρωσικών BMP-1 των νησιών με Γερμανικά ΤΟΜΑ Marder 1A3, με κάποια βέβαια καθυστέρηση στην άφιξη των τελευταίων επί του πεδίου: για την ώρα παρελαύνουν στην Θεσσαλονίκη…) θα έτεινε να θεωρήσει την προσέγγιση Βερολίνου-Αθηνών με ανερχόμενες προοπτικές. Παρά π.χ. την αδυναμία (ή πάντως συνειδητή καθυστέρηση) για συμφωνία για πλαφόν στις τιμές του φυσικού αερίου – και την μονομερή/στρεβλωτική στήριξη των 200 δις ευρώ από την Γερμανία των δικών της επιχειρήσεων και νοικοκυριών (με ως εκ τούτου έκλειψη των προσδοκιών για μια νέα φάση αμοιβαιοποιημένου χρέους κατά το πρότυπο του NGEU/Ταμείου Ανάκαμψης) – που συγκρατούσαν εξαρχής τους πανηγυρικούς τόνους της επίσκεψης Σολτς. Ή, μάλλον, συγκρατούν την αίσθηση ότι κάτω από τους πανηγυρικούς τόνους θα κρύβεται μια κάποια διατηρήσιμη ουσία.

Εκείνο που διαδοχικές Ελληνικές πολιτικές ηγεσίες χρειάστηκε να συνειδητοποιήσουν – και, ύστερα, να εξηγήσουν/ «πουλήσουν» στην εσωτερική κοινή γνώμη – είναι ότι, ειδικά στην περίπτωση της Γερμανικής εξωτερικής πολιτικής, η πρόταξη του υπό την στενή/στενότερη έννοια εθνικού συμφέροντος (στενότερη π.χ. από την Γαλλική εκδοχή…) οδηγεί καθοριστικά τις κινήσεις. Οι οποίες όχι μόνο αργά, αλλά και δύσκολα μετακινούνται. Η προσδοκία ότι, τώρα, με την πλήρη μεταστροφή της Γερμανικής εξωτερικής πολιτικής «στα μεγάλα» θα υπάρξει και ουσιώδης μετακίνηση και «στα δικά μας», θα ήταν παρακινδυνευμένη.

Ξεκάθαρα: ούτε στο θέμα της παράδοσης των γερμανικών υποβρυχίων τύπου 214 στην Τουρκία (το ανακίνησε πρόσφατα ο Νίκος Δένδιας στην Γερμανίδα ομόλογό του, που προερχόμενη εκ των Πρασίνων είχε κάποτε θέση εναντίον της συνέχισης του προγράμματος εκείνου εξοπλισμών που θα φέρει υπεροπλία της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο, περισσότερο παρά στο Αιγαίο), ούτε στο επίπεδο ενεργοποίησης Ευρωπαϊκών κυρώσεων κατά της Άγκυρας για τις καθημερινά εντεινόμενες και συγκεκριμενοποιούμενες απειλές κατά της Ελλάδας αναμένεται εξέλιξη. Πλην «σωστών» δηλώσεων, εννοείται.

Αντίστοιχα ισχύουν και για την σκακιέρα των ενεργειακών, όπου η Αθήνα διακατέχεται από το άγχος του πιο καλού μαθητή, που αυτός πρώτος απάντησε/υπέδειξε/πρόβαλε την σωστή λύση: οι γερμανικές (και ολλανδικές/δανικές) επιφυλάξεις για τις προσεγγίσεις επιβολής πλαφόν δεν είναι θέμα διατύπωσης, αλλά ριζικά διαφορετικής ανάγνωσης των προοπτικών της αγοράς ενεργειακών πόρων. Και της – πώς την λέγαμε; – Ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.

Κατά τα άλλα, η επαναφορά θεμάτων όπως η πονεμένη εκείνη ιστορία των Γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων (ή ακόμη και του Κατοχικού Δανείου), αφού δεν κατάφερε να ξεκολλήσει κατά την επανένωση των Γερμανιών, ή πάλι την εποχή που η Ελλάδα δοκιμαζόταν από τα Μνημόνια και αναζητιούνταν τρόποι διμερούς στήριξης, δύσκολα θα ξανάνοιγε σήμερα. Σήμερα που η Ελληνική οικονομία καυχάται ότι διατηρεί πολύ καλύτερες επιδόσεις από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, η δε Γερμανική φεύγει ήδη προς ύφεση. Ενώ η επάνοδος στις λογικές κάποιων πρόσθετων εξοπλιστικών – «οι Γάλλοι τα σάρωσαν όλα» – με την παραδοσιακή πατέντα της ευπρεπούς εξαγοράς στήριξης, θα ήταν απελπιστικά παλιοκαιρινή.

Πάντως οι κοινές δηλώσεις θα είναι ηλιόλουστες όσο και ο καιρός κατά την ξενάγηση στην Ακρόπολη. Και η Ελληνική εξωτερική πολιτική τις χρειάζεται κάποιες δηλώσεις μετά π.χ. την ακύρωση της επίσκεψης Νίκου Δένδια στην Λιβύη, την ακύρωση της επίσκεψης Μπένυ Γκαντζ στην Αθήνα κοκ. Το τι θα μείνει πίσω, άλλη ιστορία…