Η Κορυφή των Βρυξελλών: ζητείται μετάφραση του «underwhelming»

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Underwhelming: είναι μια από τις πιο δυσκομετάφραστες λέξεις-κατασκευές των Αγγλικών, ως προς το πνεύμα και την εντύπωση που θέλει να μεταδώσει. Γιατί, overwhelming είναι κάτι που λειτουργεί συντριπτικά, σαρωτικά, συνταρακτικά, συγκλονιστικά: μια δύναμη που εκδηλώνεται, ένα γεγονός, μια νίκη, μια συγκίνηση ακόμη-ακόμη. Ως underwhelming, αντιθέτως, περιγράφεται υποτιμητικά κάτι το αδύναμο, το αποκαρδιωτικό, το απογοητευτικό, το ξενέρωτο – όμως και πάλι, αν μείνει κανείς σ’ αυτήν την μεταφραστική απόδοση χάνει κάτι, την προσδοκία που είχε χτιστεί, την προσγείωση από την επιχειρηθείσα υψηλή πτήση.

Underwhelming, πάντως, ήταν κυριολεκτικά τα αποτελέσματα της τριπλής Κορυφής των Βρυξελλών – G7, ΝΑΤΟ και ΕΕ «27» ιδίως δε η τελευταία συνιστώσα, δηλαδή το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών, τα Συμπεράσματα του οποίου έκαναν την Δήλωση του αντίστοιχου των Βερσαλλιών (άτυπο εκείνο, επίσημο το τωρινό, όθεν η διαφορά) να φαντάζουν σχεδόν… οραματικά.

Πράγματι, στην τωρινή Κορυφή είχαν οικοδομηθεί προσδοκίες ευρύτερης χάραξης κοινής Ευρωπαϊκής πορείας για την αντιμετώπιση του γεωπολιτικού σοκ από την εισβολή στην Ουκρανία. από δίπλα και ως συνέπειά της την αντιμετώπιση της ενεργειακής και οικονομικής (και επισιτιστικής ακόμη-ακόμη) κρίσης. Μάλιστα, χτίζοντας στην εμπειρία των εργαλείων που είχαν διαμορφωθεί από την ΕΕ «27» για την αντιμετώπιση του αμέσως προηγούμενου σοκ της πανδημίας του κορωνοϊού, είχε διαμορφωθεί η ισχυρή προσδοκία θεσμικών κινήσεων – από την ενοποιούμενη άμυνα (όχι-μόνο-υπό-το-ΝΑΤΟ) μέχρι την δημιουργία κοινών μηχανισμών για διαχείριση της ενεργειακής πίεσης/εξάρτησης από την Ρωσία.

Η Κορυφή της 24ης /25ης Μαρτίου (για μιαν ακόμη φορά, το Κράτος-μέλος «Ελλάς» είδε να διεξάγονται εργασίες, την ημέρα εθνικής εορτής του: σαν, να πούμε η Γαλλία να συνεδρίαζε 14η  Ιουλίου), μετά την διεξοδική καταδίκη της Ρωσικής εισβολής, κατά κύριον λόγο παρέπεμπε…. στα επόμενα αντίστοιχα Συμβούλια, ή/και σε προτάσεις της Επιτροπής. Ισχύει αυτό, για το σπαρακτικό αίτημα fast-track ένταξης της Ουκρανίας (που υπεστήριξε με υψηλή αίσθηση συναισθηματικής νοημοσύνης ο Πρόεδρος Ζελένσκι παρεμβαίνοντας στην Κορυφή με τηλεδιάσκεψη). Ισχύει και για τις εργασίες ανασυγκρότησης της Ουκρανίας (άπαξ και τερματισθούν οι εχθροπραξίες) με την δημιουργία «χωρίς καθυστέρηση» Καταπιστευματικού Ταμείου Αλληλεγγύης υπέρ της Ουκρανίας και την διοργάνωση Διεθνούς Διάσκεψης προς τον σκοπό αυτό. Ισχύει και περί των μέτρων για την ενεργειακή οικονομία, όπου κατά βάσιν: (α) καλούνται τα Κράτη μέλη και η Επιτροπή να κάνουν… βέλτιστη χρήση της υφιστάμενης εργαλειοθήκης μέτρων κρατικής στήριξης με βάση την χαλάρωση των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις (απ’ εδώ και η ιδέα πρόσκαιρης φορολόγησης των windfall profits που τόσο τάραξε τα νερά στην Βουλή των Ελλήνων), (β) να σκεφθούν «εθελοντικά από κοινού αγορά» φυσικού αερίου, LNG ή αερίου σε φυσική μορφή μάλιστα με ενδεχόμενη συμμετοχή των χωρών των Δυτ. Βαλκανίων (γ) γίνεται παραπομπή σε νέες προτάσεις της Επιτροπής και σε νέα συζήτηση σε επίπεδο Συμβουλίου για τις στρεβλώσεις τιμών ηλεκτρινής ενέργειας/φυσικού αερίου (εδώ κρύβεται το σωτήριο κατά την Ελλάδα πλαφόν), (δ) πάντα με αναγωγή στην Πράσινη Μετάβαση και (ε) με αποφυγή «δυσανάλογων δημοσιονομικών επιπτώσεων». Αληθινά underwhelming, θα λέγαμε. Την κάποια ζωντάνια στην Κορυφή χάρισε η επιμονή των χωρών της Ιβηρικής, να σταματήσουν επί κάποιες ώρες τα Συμπεράσματα, μέχρις ότου ληφθούν υπόψη οι δικές τους ιδιαίτερες συνθήκες.

Την ουσιαστική κατακλείδα των αποφάσεων της ΕΕ «27» για τις επιπτώσεις της Ουκρανικής κρίσης στον ενεργειακό τομέα – όπου το ντόμινο των κυρώσεων με εξαιρετικά/πικρά εύστοχο τρόπο το περιέγραψε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο CNN λέγοντας το «πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ώστε οι κυρώσεις να μην βλάψουν εμάς περισσότερο απ’ ότι την Ρωσία» – απετέλεσε η εξαγγελία της συμφωνίας για προμήθεια πρόσθετων 15 δις κυβικών μέτρων υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις ΗΠΑ προς την τόσο εξηρτημένη από το Ρωσικό φυσικό αέριο Ευρώπη. Ήρθε κάπως «άβολα», αυτό, μετά την κίνηση Πούτιν να εξαγγείλει/απαιτήσει τιμολόγηση των εξαγωγών Ρωσικού φυσικού αερίου σε ρούβλια. Η ΕυρωΑμερικανική πάντως κίνηση, που περιεγράφη από κοινού από Τζο Μπάϊντεν/Ούρσουλα φον ντερ Λάϊεν (ο πρώτος και σκηνικά πρώτος, η δεύτερη σε ρόλο ευγνωμονούσας) ως μείζων συμβολή στην ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης διαθέτει περιορισμένη εμβέλεια – γιατί;

Πρώτον, αν πιστέψει κανείς τις δημοσιευμένες στατιστικές κατανάλωσης φυσικού αερίου,  στην ΕΕ από μια κορύφωση στα 520 δις κυβικά μέτρα το 2016 η κατανάλωση είχε υποχωρήσει στα 380 δις κ.μ. το 2020. Αν η εξάρτηση από το εισαγόμενο φυσικό αέριο κινείται κάπου στο 40% του συνόλου, δύσκολα θα έβλεπε κανείς τα (πρόσθετα) 15 δις κ.μ. μέσω Αμερικανικού LNG να διορθώνουν ριζικά την εικόνα. Ακόμη και τα 50 δις κ.μ. που προαναγγέθηκαν από το δίδυμο Μπάϊντεν/φον ντερ Λάιεν, ετησίως, σε ορίζοντα 2030, σίγουρα αποτελούν ισχυρή ένεση – όμως ανατροπή δεν εξασφαλίζουν.

Δεύτερον, το LNG προκειμένου να φθάσει στην κατανάλωση (βιομηχανική ή των νοικοκυριών) χρειάζεται ήδη τέρμιναλς. Χρειάζεται και αποθηκευτικούς χώρους. Από τέρμιναλς, η Γερμανία – ο βασικός καταναλωτής ρωσικού φυσικού αερίου – διαθέτει πόσα; Μηδέν! Η περιφερειακή/περιθωριακή Ελλάδα με την Ρεβυθούσα και αύριο το FSRU Αλεξανδρούπολης καυχάται για δυο. Κοντά στην Γερμανία, η Λιθουανία έχει 1, η Πολωνία προωθεί άλλο 1, από την άλλη πλευρά το Βέλγιο έχει 3, ο Ολλανδία μελετά 1…. Τρίτον, έστω και φθάνει το LNG με το καλό και παραλαμβάνεται: προς την βιομηχανική και οικιακή κατανάλωση πώς φτάνει; Μα… με δίκτυο αγωγών. Αυτή η υποδομή, πόσον χρόνο χρειάζεται για να ωριμάσει και να αποδώσει;

Μπορεί λοιπόν η πανηγυρική ανακοίνωση της συμφωνίας ΗΠΑ-ΕΕΕ να έχει το ενδιαφέρον της – τα 15 δις κυβικά μέτρα LNG αντιστοιχούν σε αυτό που εισάγει η Ευρώπη από Ρωσία με αυτήν την μορφή (οι μεγάλοι όγκοι φυσικού αερίου διακινούνται με αγωγούς…) – και μπορεί π.χ. η Cheniere να τρίβει τα χέρια της με τις τιμές που «χαρίζει» η εισβολή Πούτιν (η Cheniere θα τροφοδοτεί, όπως φαίνεται, το FSRU Αλεξανδρούπολης της Ga log/Πήτερ Λιβανού). Όμως η αντίληψη ότι μ’ αυτόν τον τρόπο μπαίνουμε σε νέα ενεργειακή εποχή στην Ευρώπη σαν να αποτελεί υπερβολή.