Οι G7 και η επιλογή νταρ αλ-σουλ ή νταρ αλ-χαρμπ

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Κατά ένα παράξενο τρόπο, οι εσωτερικές διαιρέσεις εκείνου που επιχειρείται να οικοδομηθεί σε νέα βάση ως «Δύση» – με αφορμή την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, μεν, αλλά και συμπαρασύροντας άλλες πρωτοβουλίες όπως για την απώθηση του Κινεζικού Δρόμου του Μεταξιού – αρχίζει να θυμίζει την Ισλαμική διαίρεση του κόσμου. Μια διαίρεση βασισμένη σε μια ωμή αντίληψη περί ορθού, περί (θρησκευτικά) οριζόμενης «σωστής πλευράς της Iστορίας» για να δανειστούμε μιαν έκφραση του συρμού.

Διακρίνουν οι δάσκαλοι του Ισλαμικού δικαίου την περιοχή του Ισλάμ (νταρ αλ- Ισλαμ), όπου υπάρχει η σωστή πίστη, ακριβέστερα η υποταγή στον σωστό νόμο. παραπέρα υπάρχει η περιοχή των συνθηκών (νταρ αλ-σουλ), όπου δεν επικρατεί μεν η σωστή πίστη, αλλά έχουν συναφθεί συμφωνίες με Ισλαμικές κυβερνήσεις. ενώ  στην άλλη άκρια είναι η περιοχή του πολέμου (νταρ αλ-χαρμπ) δηλαδή εκείνες οι χώρες που οι ηγέτες τους οφείλουν να ασπασθούν τις αρχές του Ισλάμ, έστω και με το σπαθί.

Μα, πώς μπορεί η οικοδόμηση της Δύσης σε νέα βάση – με τους G7 αυτές τις μέρες να προδιαγράφουν (ή: να επιχειρούν να προδιαγράψουν) μιαν αυριανή/μεθαυριανή αρχιτεκτονική ασφαλείας, λίγες μέρες μετά την Κορυφή της ΕΕ και λίγες μέρες πριν την Κορυφή του ΝΑΤΟ – να παραπέμπει στις διδαχές του Ισλαμικού νόμου; Δείτε:  απαντώντας στην Ρωσική στάση στην Ουκρανία, το ΝΑΤΟ ετοιμάζεται να ορίσει την Ρωσία ως «άμεση απειλή» κινητοποιώντας κάτι σαν 15 μεραρχίες στα ανατολικά του σύνορα (αν δεχθούμε ως μέσο όρο μιας μεραρχίας τους 20.000 άνδρες).

Επειδή βέβαια ζούμε στον 21ο αιώνα, η προετοιμασία για αντιπαράθεση δεν μπορεί να έχει μόνο αυτήν την διάσταση: γι’ αυτό άλλωστε και, μέχρι τώρα, το βασικό εργαλείο της Δύσης ήταν αφενός η στρατιωτική και οικονομική βοήθεια προς την μαχόμενη Ουκρανία και αφετέρου οι οικονομικές κυρώσεις. Ιδού, όμως, που στην τωρινή (48η) Σύνοδο του G7, μια τουλάχιστον αναγγελία κυρώσεων (εκείνη που αφορά τον Ρωσικό χρυσό) βρήκε μέρος της Δύσης αρκετά διστακτικό. Πιο διάχυτη, η διστακτικότητα στο (σαφώς πιο ουσιαστικό, όσο κι αν η λάμψη του χρυσού πάντα θαμπώνει επικοινωνιακά) μέτωπο του φυσικού αερίου, με την άρνηση πληρωμής των εισαγωγών από Ευρώπη σε ρούβλια να οδηγείται σε παράκαμψη του σχετικού εμπάργκο του τριτοτέταρτου κύματος κυρώσεων.

Αυτά, πάντως, δεν είναι παρά αντανάκλαση της ουσιαστικής διαφοροποίησης που προκύπτει τώρα με την στάση μερικών Ευρωπαϊκών χωρών και ηγετών (όχι ακριβώς περιθωριακών: πάντως Γαλλίας/Μακρόν, Γερμανίας/Σολτς, μάλλον Ιταλίας/Ντράγκι) που ωθούν προς διατήρηση γραμμών επικοινωνίας με την Μόσχα/τον Βλαντίμιρ Πούτιν με διαπραγματευτική διαδικασία στο βάθος, μάλιστα σημειώνοντας ότι «δεν θα πρέπει να ταπεινωθεί [τελικά] η Ρωσία», σε αντίθεση με την σαφώς πιο ρωμαλέα στάση των ΗΠΑ/Μπάιντεν, της Βρετανίας/Τζόνσον (ακόμη), του Καναδά/Τρυντώ που θεωρούν ότι προέχει η στρατιωτική ήττα, πάντως αποδυνάμωση Πούτιν. [Δεν σημειώθηκε αρκετά το γεγονός ότι, παρεμβαίνοντας στους G7 μέσω τηλεδιάσκεψης, ο αναχθείς σε παγκόσμια φιγούρα Βολοντίμηρ Ζελένσκι, κάτι ανέφερε περί επιθυμίας/ανάγκης τερματισμού των εχθροπραξιών προτού κλείσει η χρονιά), πάντως προτού έρθει ο πραγματικός χειμώνας. Αλλ’ αφού η Ουκρανία και οι Ουκρανοί έχουν αναχθεί σε σύμβολα, η δική τους άποψη και στάση δεν πολυαναζητείται, ενόσω μάχονται].

Ασφαλώς και δεν αποτελεί η Ελλάδα ουσιώδη παράγοντα στους μείζονες αυτούς διεθνείς συσχετισμούς, ούτε η Ελληνική κοινή γνώμη ζυγιάζεται ιδιαίτερα στους εν λόγω συσχετισμούς. Όμως ήταν αρκετά ενδιαφέρον το πόσο ξεκάθαρα τέθηκε τον τελευταίο καιρό η διχοτομία μεταξύ «μετώπου της δικαιοσύνης» (υπονοείται η συνέχιση του πολέμου μέχρι να βρεθεί κερδισμένη η Ουκρανία, που υπέστη την επίθεση, και πάντως ηττημένη η Ρωσία και αποδυναμωμένος για κάθε περαιτέρω επιθετικότητα ο Βλ. Πούτιν) και «μετώπου της ειρήνης» (υπονοείται εδώ μια προτροπή προς διαπραγμάτευση, πράγμα που προϋποθέτει ένα μίνιμουμ επαφής, όπως άλλωστε και η άρση του αποκλεισμού που παρεμποδίζει την διακίνηση των σιτηρών κοκ από την Μαύρη Θάλασσα). Σημαντικές γραφίδες όπως του Στάθη Καλύβα στην «Καθημερινή» ή του Γιάννη Πρετεντέρη στα «Νέα» αποκρυστάλλωσαν αυτήν την διάκριση, μαχητικά τασσόμενοι υπέρ του μετώπου της δικαιοσύνης, με αρκετά στοιχεία επιχειρηματολογίας από containment/συγκράτηση-ανάσχεση.

Πράγμα που φέρνει, έστω σε δεύτερο πλάνο, την παράλληλη κινητοποίηση – πάλιν στα πλαίσια του G7 – προκειμένου να απωθηθεί από την Δύση η άλλη μεγάλη σκιά του διεθνούς συστήματος, η Κίνα. Η προσπάθεια να προχωρήσει προς υλοποίηση το πρόγραμμα Σύμπραξη για τις Παγκόσμιες Υποδομές (€600 δισ.), «απέναντι» στο Σχέδιο Belt and Road της Κίνας, για δημιουργία υποδομών στον Νέο Δρόμο του Μεταξιού, πρόγραμμα που έχει αρχίσει να «κολλάει» π.χ. στην Ανατολική Ευρώπη αλλά και … στην Ουκρανία! Και εδώ, ωστόσο, χώρες όπως η Γερμανία ή η Ιταλία δεν δείχνουν τόσο πρόθυμες να προχωρήσουν δυναμικά σε αποσύμπλεξη από την Κίνα η οποία, αν μη τι άλλο, είναι οικονομικό μέγεθος ασύγκριτα μεγαλύτερο από την Ρωσία – και πυρήνας της παγκοσμιοποίησης. Ενώ και η πρόοδος του (αντι-Κινεζικού) σχήματος AUKUS σε Ινδικό/Ειρηνικό δεν δείχνει να πολύ-ενθουσιάζει τους Ευρωπαίους – πέραν των Βρετανών.

Οπότε; Οπότε το σχήμα Δύση-Ανατολή κινδυνεύει να δει το πρώτο του συνθετικό να «σπάει» σε δυο: το ένα θα έχει την πιο σταυροφορική λογική, το δεύτερο την πιο διαπραγματευτική. Με μια παράξενη λεπτομέρεια: στο άμεσο πεδίο αντιπαράθεσης, εκείνο της ενεργειακής επάρκειας (θέμα βαρύτερο κι από την απογείωση των ενεργειακών τιμών) οι πιο μαχητικές χώρες – ΗΠΑ, Βρετανία, Καναδάς – και ενεργειακή ασφάλεια τυχαίνει να διαθέτουν και από το άλμα των τιμών να ωφελούνται. οι άλλοι, δηλαδή η ηπειρωτική Ευρώπη, είναι πιο εκτεθειμένοι και στο πληθωριστικό σοκ και στην ανασφάλεια προμήθειας.

Ή, διαφορετικά, άλλος οδηγεί το παιχνίδι και άλλος καλείται να υποστεί τις συνέπειες.