«Θα τον περάσουμε τον κάβο»;

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Αν η κίνηση του εσωτερικού τουρισμού το 3ήμερο της 25ης Μαρτίου (πληρότητες στα καταλύματα, κίνηση στην εστίαση) αποτελεί πρόκριμμα για την αναμενόμενη κίνηση των ημερών του Πάσχα (που απέχει πλέον λιγότερο από μήνα), τότε «κάτι καλό» βρίσκεται μπροστά μας. Αν δε αυτά, συνδυαζόμενα με τα μηνύματα από Κυκλάδες και Δωδεκάνησα και Κρήτη – τουλάχιστον – για κλεισίματα δωματίων θεωρηθούν ως προοπτικές του φετινού καλοκαιριού, τότε η υπορρέουσα αισιοδοξία των αρμοδίων ότι «θα τον περάσουμε τον κάβο» αρχίζει να αποκτά κάτι σαν βάση.

(Μαζί με την διατυπωμένη άποψη Στουρνάρα ότι τα +/- €35 δισ. πρόσθετων καταθέσεων που έχουν χτιστεί τα χρόνια της πανδημίας, των lock-down και των λίγο-πολύ οριζόντων ενισχύσεων, επιτρέπουν στα νοικοκυριά – και σε αρκετές επιχειρήσεις – να πορεύονται μέσα από το νέο κύμα).

Την ίδια στιγμή, έχουμε σε πλήρη εξέλιξη τον τραυματισμό των εισοδημάτων των νοικοκυριών (και της κοστολογικής βάσης των επιχειρήσεων, λόγω ανατιμήσεων στις πρώτες ύλες και ειδικά στην ενέργεια) από εκείνο που – ανεξαρτήτως αναλύσεων και επισήμων επεξηγήσεων – εισπράττεται ως «ακρίβεια». Έχουμε και το τσάκισμα ορισμένων τουριστικών ροών, από Ρωσία και Ουκρανία, που είναι πάντως σχετικά επικεντρωμένες σε προορισμούς. Υπάρχει και η αύξηση του κόστους λειτουργίας των τουριστικών επιχειρήσεων Από δίπλα και τις εκδηλώσεις συνολικότερης ανασφάλειας, που είναι ζήτημα αν και κατά πόσον οι καθησυχαστικές δηλώσεις (και οι υψηλού προφίλ συσκέψεις…) για εξασφάλιση του εφοδιασμού της αγοράς, για επισιτιστική και ενεργειακή επάρκεια και για τουριστική πανστρατιά και τα συναφή κατορθώνουν να τις απομακρύνουν από τις εκτιμήσεις της κοινής γνώμης.

Το πώς θα ισορροπήσουν, τώρα/στις αμέσως επόμενες εβδομάδες, τα δυο αυτά σύνολα δυνάμεων είναι κάτι που θα κρίνει – ουσιαστικά – το 2022. Όχι μόνο/όχι τόσο επειδή η Ελλάδα κυριαρχείται από την τουριστική πραγματικότητα, μολονότι αυτό ισχύει κατά πολύ για τους μήνες της σαιζόν, όσο επειδή έτσι χτίζεται η ροπή προς κατανάλωση: η οποία σε μια οικονομία που βασικό της προϊόν είναι, ακριβώς, η κατανάλωση κρίνει την συνολική πορεία των πραγμάτων. Οπότε το αν ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ για το 2022, που ήταν να κινηθεί στην επάνω πλευρά της ψαλίδας του 4-4,5%, θα προσγειωθεί στην γειτονιά του 2%, ή στο 0,2%, κάπου σε αυτά κινδυνεύει να κριθεί. Πολύ περισσότερο παρά στις πληθωρικές δημόσιες δηλώσεις περί εξασφαλισμένης επάρκειας, περί απηνούς δίωξης της κερδοσκοπίας.

Να πούμε και το άλλο; Παρά και τα (δικαιολογημένα: δείτε π.χ. πώς η Moody’s αμφιβάλλει για την επενδυτική «μας» βαθμίδα. δείτε και πώς αναλόγως ανησυχεί ο Γιάννης Στουρνάρας) συγκρατημένα μέτρα στήριξης των λιγότερο ευνοημένων/των περισσότερο πιεζόμενων κατηγοριών του πληθυσμού. Παρά, δηλαδή, το €1,1 δισ.– και βλέπουμε…

[Α, ναι, επειδή ο λόγος εν πολλοίς για το «τι κάνουν οι άλλοι». Στην Γερμανία – ναι, «δεν είμαστε Γερμανία» – ανακοινώθηκε κάρτα απεριόριστων διαδρομών με συμβολικό μόνο κόμιστρο. Συν €300 , σε οριζόντια έκπτωση φόρου. Συν 50% αύξηση του επιδόματος παιδιού. Συν περιορισμός του ειδικού φόρου κατανάλωσης καυσίμων στο κατώτατο, που επιτρέπει η ΕΕ. Α, ναι, αυτά αποφασίστηκαν μετά από ολονυκτία των 3 εταίρων της Κυβέρνησης], ώστε να γίνεται φανερή η διάσταση συλλογικής απόφασης Κατά τα άλλα, σε επίπεδο ΕΕ Κοινής/Αγροτικής Πολιτικής, μπαίνουν στο ψυγείο οι ενάρετοι κανόνες περιορισμού της παραγωγής και στροφής προς την πράσινη βιωσιμότητα. Και ξαναδίνεται γη για άμεση καλλιέργεια, μπας και γλυτώσουμε τις επισιτιστικές ελλείψεις].