Πώς οι Ιταλοί αποδεικνύονται πολύ σοβαρότεροι – μέχρι στιγμής

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Η ίδια η διάψευση/διευκρινιστική τοποθέτηση του Μάριο Ντράγκι – ακόμη πρωθυπουργού της Ιταλίας, μέχρι να ανατεθεί η εντολή από τον Πρόεδρο Ματαρέλλα και να σχηματισθεί Κυβέρνηση υπό το σχήμα Μελόνι-Σαλβίνι-Μπερλουσκόνι – σχετικά με την φημολογηθείσα εγγυητικού χαρακτήρα παρέμβασή του έναντι του διεθνούς συστήματος δείχνει πόσο διαφορετικά, πόσο πιο σοβαρά αντιμετωπίζει τα ζητήματά της η Ιταλία. Τι εννοούμε;

Ξεκινούμε από το τέλος. Είναι χαρακτηριστική η επίσημη τοποθέτηση Ντράγκι, μετά την διαρροή από την Repubblica (που κανείς δεν μπορεί να την θεωρήσει συμπαθούσα προς την τωρινή πολιτική αλλαγή στην Ιταλία) ότι ο Μάριο Ντράγκι δάνεισε το κύρος του για (α) να εξασφαλίσει ότι μια Κυβέρνηση Μελόνι δεν θα μετακινηθεί ριζικά από τους δημοσιονομικούς σχεδιασμούς έναντι των Βρυξελλών, καθώς και ότι θα μείνει σταθερή στις Ευρωπαϊκές κυρώσεις προς την Μόσχα και στην ενίσχυση προς Ουκρανία και (β) για να μεταφέρει αυτήν την δέσμευση προς τους Ευρωπαίους εταίρους της Ιταλίας, ιδίως τους Σολτς και Μακρόν με τους οποίους είναι σταθερός συνομιλητής.

Πρώτον, η Προεδρία της Κυβέρνησης είπε το αναμενόμενο/αυτονόητο: «Ο πρωθυπουργός δεν συμφώνησε και δεν δεσμεύθηκε να εγγυηθεί ο,τιδήποτε». Υπάρχουν πράγματα που γίνονται αλλά δεν λέγονται – θυμηθείτε! Ύστερα, επειδή κατά το ρεπορτάζ της Repubblica που μετέφεραν και εξέλιξαν τα διεθνή μήντια, είχαν υπάρξει άτυπες συνομιλίες Ντράγκι, υπενθυμίσθηκε ότι «ο πρωθυπουργός έχει επαφές ανά τακτά διαστήματα με τους διεθνείς συνομιλητές με αντικείμενο τα κύρια θέματα κοινού ενδιαφέροντος» δηλαδή επιβεβαιώθηκαν οι επαφές, επαναπροσδιοριζόμενες όμως ως θεσμικές. Να το πούμε αλλιώς; Με τις αποδόσεις του Ιταλικού 10ετους να έχουν ήδη εγκατασταθεί άνω του 4,5% και τα CDS να δίνουν στην Ιταλία πιθανότητες χρεοκοπίας 2,4% ο Μάριο Ντράγκι γνωρίζει καλύτερα απ’ οποιονδήποτε άλλον, σε τι θα μπορούσε να μεταφρασθεί μια κρίση της Ιταλίας ακόμη και χωρίς την γεωπολιτική διάσταση στην οποία στέκονται αυτές τις ημέρες οι περισσότεροι. Αυτονόητα, λοιπόν, αυτά συζητιούνταν από τους ομολόγους του μαζί του, παράλληλα και με το τι είδους μπλοκάρισμα θα επερχόταν στους θεσμικούς μηχανισμούς της ΕΕ αν η Ιταλική Κυβέρνηση (μετά την Ουγγρική, μετά την Πολωνική) προσέθετε καίρια διάσταση αβεβαιότητας στην διαδικασία λήψεως αποφάσεων.

Και η τελευταία φράση της ανακοίνωσης της Ιταλικής Προεδρίας της Κυβέρνησης: «[ο Πρωθυπουργός] δεσμεύεται να εγγυηθεί μια ήρεμη μετάβαση της κυβερνητικής εξουσίας στο πλαίσιο των ορθών θεσμικών σχέσεων». Δηλαδή, μέσα από την διάψευση, πλήρης επιβεβαίωση της εγγυητικής λειτουργίας αλλά στην σωστή, θεσμική της διάσταση.

Προσέξτε όμως και την μηντιακή διαχείριση: υπήρξαν μεν επισημάνσεις για την μεταστροφή/τούμπα Μελόνι και τόσο Ευρωφοβικά και όσο Ουκρανικά (και από την ίδια την Repubblica), πλην όμως κατ’ ουδένα τρόπο με την χαιρεκακία και την βιτριολικότητα που είχε επιδειχθεί για την αντίστοιχη «κωλοτούμπα» Τσίπρα το θερμό καλοκαίρι του 2015. Και, βέβαια, ουδεμία σύγκριση με την αντίστοιχη διαμεσολαβητική προσπάθεια του τότε ΠτΔ Προκόπη Παυλόπουλου – και όχι μόνο. Η έμφαση ήταν στο να ενθαρρυνθεί και να προσγειωθεί η μεταστροφή/προσγείωση της αυριανής Ιταλίας.

Αν με αυτό το παιχνίδι των διαψεύσεων/επιβεβαιώσεων ο Μάριο Ντράγκι επέδειξε εκείνο που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούν statesmanship, τα δε διεθνή μήντια προσγείωσαν τους χαρακτηρισμούς για την – πιθανή, ακόμη – αυριανή Ιταλική Κυβέρνηση από «ακροδεξιά-δεξιά» σε «δεξιά-κεντροδεξιά», η ίδια η Τζόρτζια Μελόνι συνεισέφερε την δική της προσγειωτική διάσταση. Αφενός επισημαίνοντας ότι πολλές διατυπώσεις που της έχουν αποδοθεί «είναι υπερβολικές», κυρίως όμως καταθέτοντας την διαπίστωση ότι «η χώρα είναι ήδη υπερβολικά χρεωμένη», οπότε κάθε διεύρυνση του ελλείμματος του Προϋπολογισμού την βρίσκει «εχθρική».

Οπότε… αυτά μας αφήνουν να υποδεχόμαστε στην Αθήνα την Πρόεδρο της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, να μιλήσει περί Δημοκρατίας (στο ομότιτλο Athens Democracy Forum) λίγες μόνον ημέρες αφότου είχε μετέλθει την γλώσσα των big-stick απειλών κατά της Ιταλίας την παραμονή της κάλπης, μιλώντας πάλι περί Δημοκρατίας στο Princeton με το «έχουμε τα εργαλεία […] όπως και με την Ουγγαρία και την Πολωνία».

Βέβαια, αφήνοντας στην ησυχία της την ανάγνωση της Δημοκρατίας, η ίδια η κυρία φον ντερ Λάϊεν θα μπορεί να  επαίρεται ότι είτε τρόμαξε τους Ιταλούς και πειθανάγκασε την Μελόνι να προσαρμοσθεί, είτε πάλι ότι ενδυνάμωσε στις κάλπες την Μελόνι, ώστε εκείνη να μπορέσει να προσγειωθεί σώζοντας τα προσχήματα.

Ούτως ή άλλως όμως, η Ιταλία δείχνει να κατέχει μια τεχνογνωσία και μια σοβαρότητα μη συγκρινόμενη με τα δικά μας. Τουλάχιστον για την ώρα, σ’ αυτήν την στροφή των πραγμάτων.