Όταν η διαχείριση με την ειρωνική οξύτητα έρχεται πίσω και εκδικείται 

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Τώρα που η νέα φάση της παρουσίας του κορωνοϊού/η μετάλλαξη Omicron (ο ΠΟΥ βαφτίζει με γράμματα της Ελληνικής αλφαβήτου τις σημαντικές μεταλλάξεις/ “variants of significance” του SARSCoV-2, ώστε να μην χρησιμοποιούνται επιθετικά-υποτιμητικά γεωγραφικοί προσδιορισμοί: τώρα έχουμε Omicron «την μετάλλαξη Μποτσουάνας», όπως Delta βαφτίστηκε η «Ινδική μετάλλαξη», ενώ στο ξεκίνημα αυτής της τραγικής πορείας της ανθρωπότητας ο αλησμόνητος εκείνος Ντόναλντ Τραμπ κατήγγειλε τον «Κινεζικό ιό»/ “the Chinese virus”…) θέτει σε αμφιβολία την κάλυψη που παρέχουν τα μέχρι σήμερα εμβόλια, επανεμφανίστηκε μια γνώριμη έκκληση: να αρθεί η κάλυψη της πατέντας των εμβολίων κατά του κορωνοϊού, ώστε να προχωρήσει πολύ πιο γρήγορα – και, σημαντικότερο ίσως – πολύ πιο φθηνά η ανάπτυξη εμβολίων που να επιτρέψουν μαζικούς εμβολιασμούς πέρα από τις πιο εύπορες χώρες. Και, με τους μαζικούς εμβολιασμούς π.χ. στην Αφρική, να ορθωθεί αληθινό τείχος ελέγχου της πανδημίας σε γνήσια πλανητικό επίπεδο. 

 Αυτή την φορά, την έκκληση για (προσωρινή έστω) άρση των πατεντών διεθνώς την απηύθυνε τόσο ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας – που εξαρχής έθετε το ζήτημα της δυσαναλογίας κάλυψης των εμβολιασμών στις ανεπτυγμένες χώρες και σ’ εκείνες της περιφέρειας – όσο και ο τωρινός Αμερικανός Πρόεδρος Τζο Μπάϊντεν. Για όσους έχουν ένα μίνιμουμ μνήμης, στο ξεκίνημα της όλης υπόθεσης της άμυνας κατά του κορωνοϊού, φωνές σαν του Ηλία Μόσιαλου είχαν θέσει εξαρχής το ζήτημα των πατεντών με έμφαση μιλώντας για τα εμβόλια ως «παγκόσμιο δημόσιο αγαθό», ενώ και το ΕυρωΚοινοβούλιο είχε αναδείξει το θέμα: τότε, μάλιστα, με αντανακλαστικό αντιπολίτευσης, το ζήτημα «κουβάλησε» στην Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ/ο Αλέξης Τσίπρας, με την Κυβέρνηση  δια του τότε Κυβερνητικού Εκπροσώπου αλλά και δια του Πρωθυπουργού είχε τοποθετηθεί ειρωνικά: «Πάλι καλά που δεν ζητήσατε να κρατικοποιηθεί η Pfizer και η Astra Zeneca με ένα νόμο και ένα άρθρο». Αυτή η χρήση της ειρωνικής οξύτητας πήγε λίγο πίσω την περσινή άνοιξη, τώρα δε – με την υιοθέτηση της άποψης περί άρσης των πατεντών στα χέρια του Αμερικανού Προέδρου – δύσκολα θα επανέλθει: τα «κάποιοι μετά τα λεφτόδεντρα, ανακάλυψαν και τα εμβολιόδεντρα» μάλλον δεν θα ξανακουστούν τόσο εύκολα… 

Ας πάμε όμως και σ’ ένα άλλο μέτωπο, όπου οι εύκολες πολιτικές αποφάνσεις «εκδικούνται». Τα 27 θύματα ναυαγίου βάρκας μεταναστών στην Μάγχη, στα ανοιχτά του Καλαί (δυο μόλις διασώθηκαν…), που έκαναν τον Γάλλο Πρόεδρο να πει σε υψηλούς τόνους ότι «η Γαλλία δεν θα αφήσει την Μάγχη να γίνει νεκροταφείο» και τον Βρετανό Πρωθυπουργό να δηλώσει «συγκλονισμένος, σοκαρισμένος και βαθιά λυπημένος» δεν άργησαν να στρώσουν πεδίο οξύτητας και λεκτικής αντιπαράθεσης μεταξύ Γαλλίας και Βρετανίας. Όταν ο Μπόρις Τζόνσον ανάρτησε στο Twitter επιστολή του με την οποία καλούσε την Γαλλία να παίρνει πίσω τους μετανάστες που (αφήνονται να) διαπλέουν την Μάγχη, ο Εμμανουέλ Μακρόν απάντησε έντονα: «Ας σοβαρευτούμε! Δεν επικοινωνούμε μεταξύ ηγετών για τέτοια θέματα με tweets και επιστολές που δίνουμε στην δημοσιότητα…» 

Μαζί και με την φρίκη των θανάτων στα σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας (και-Λιθουανίας) , όπου όμως έχουμε «επιτυχία» της Βαρσοβίας να απομακρύνει την ματιά και την μαρτυρία άβολων διεθνών ΜΚΟ στα εκεί δρώμενα, η τραγωδία στην Μάγχη… θύμισε στην Ευρωπαϊκή δημόσια συζήτηση το τι σημαίνει Κανονισμός του Δουβλίνου που φορτώνει στις χώρες πρώτης εισόδου όλο το βάρος για τους αιτούντες άσυλο. Όσο οι χώρες αυτές ήταν η Ελλάδα, ή η Ιταλία, ή έστω η Ισπανία, προέκυπτε σχετικά «εύκολο» να κατακρίνεται η αδυναμία τους: τώρα που ανακαλύπτεται ότι η Γαλλία δεν κατορθώσει να συγκρατήσει τους απελπισμένους (οι οποίοι… έρχονται μάλιστα στο έδαφος της από το Βέλγιο, όπου καταλήγουν με περίπλοκες διαδρομές χωρίς να προκύπτει άλλη χώρα πρώτης εισόδου) η εύκολη καταδίκη γίνεται λίγο πιο περίπλοκη υπόθεση. 

Η ειρωνική οξύτητα έχει καταστεί πλέον βασικό εργαλείο πολιτικού λόγου (με την σύγχρονη εκδοχή δημοσιογραφικού λόγου να λειτουργεί ως ηχείο). Όμως η πολιτική τάξη που τόσο εύκολα βολεύεται μ’ αυτήν, αρχίζει σιγά-σιγά να διαπιστώνει πόσο μπορεί και να αυτοτραυματίζεται με την χρήση της ειρωνικής οξύτητας. Ίσως, στα παρ’ ημίν, να λειτουργεί ήδη αυτή η συνειδητοποίηση: αν συγκρίνει κανείς το ύφος αντίδρασης του Πρωθυπουργού στις πολύκροτες αιτιάσεις της Ολλανδής δημοσιογράφου Ινγκεμποργκ Μπέχελ για το μεταναστευτικό, στο Μαξίμου, και σ’ εκείνες της Αμερικανίδας Λάλλυ Γουέϊμαουθ για την ποινική μεταχείριση των (εγκαλούμενων ως) fake news και για την «λογοκρισία» αντιεμβολιαστών, σίγουρα θα εντυπωσιαστεί. 

Το «θα κρατήσω την παρατήρησή σας» και το «θα λάβω σοβαρά υπόψιν την παρατήρησή σας» Μητσοτάκη προς Γουέϊμαουθ ήταν εντελώς, μα εντελώς άλλου ύφους από την αψίκορη αναμέτρηση με Μπέχελ! 

 Βέβαια, όταν μιλάς με Washington Post, όπως και να το κάνουμε…