Από Κυριάκο Μητσοτάκη έως Φρανκφούρτη: καίρια μεταβολή στον τρόπο διαχείρισης της αβεβαιότητας

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Τα δυο δεν συνδέονται άμεσα, ωστόσο αξίζει ήδη να καταγραφεί η παράλληλη εκδήλωσή τους: τόσο στην προσέγγιση των προοπτικών διαχείρισης εκείνου που αναφέρεται (και, το πιο σημαντικό, εισπράττεται από την κοινή γνώμη) ως «ακρίβεια» και που πλήττει τον καθημερινό άνθρωπο και όχι απλώς τους αναλυτές, τους οικονομικούς παράγοντες ή/και τους πολιτικούς, όσο και στην προετοιμασία της κυβερνησιμότητας του αύριο έτσι όπως εκπέμπονται τα σχετικά μηνύματα από τους κατόχους της εξουσίας.

Βρίσκετε την διατύπωση περιττά περίπλοκη; Ας πάμε σε πιο ευθεία προσέγγιση! Αφιππεύοντας από το πολεμικό άλογο της με κάθε θυσία επιδίωξης της αυτοδυναμίας, η οποία είχε καταλήξει να αποτελεί άρθρον πίστεως της Κυβέρνησης, ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης – μιλώντας σε Λυμπεράκη/Φιλιππίδη στο Φόρουμ του ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ «Ο κόσμος που αλλάζει»: χαρακτηριστικά, σε σκηνικό του κύκλου του παλιού Χρηματιστηρίου – έκανε μια ξεκάθαρη (όσο γίνεται για πολιτικό) επανατοποθέτηση: «Στόχος μας είναι η σταθερότητα, όχι επί τούτου η αυτοδυναμία». Δεν έπαψε, βέβαια, να ξιφουλκεί κατά της απλής αναλογικής και να υπερασπίζεται την ανάγκη ενός εκλογικού συστήματος που να υποβοηθά την δημιουργία σταθερών κυβερνητικών συστημάτων, πλην όμως πανηγυρικά πλέον απομακρύνθηκε από το πάνδημον  μεταξύ των δικών του ανθρώπων, βουλευτών, πολιτευτών κλπ. – αίτημα νέας αλλαγής εκλογικού νόμου «που να εξασφαλίζει με μικρότερα ποσοστά αυτοδυναμία».

Προδήλως κάτι από την οικογενειακή μνήμη τού θύμισε ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, όταν σ’ εκείνον είχε προταθεί (το 1992) να αλλάξει τον προσφάτως ψηφισμένο από την Κυβέρνηση ΝΔ νόμου Κούβελα, εις αντικατάστασιν του νόμου Κουτσόγιωργα που είχε φέρει την εκλογική τριπλέτα του 1989-90, το είχε απορρίψει κοφτά μιλώντας για καραγκιοζιλίκια ή κάτι αντίστοιχο. Ο νυν Μητσοτάκης προτίμησε το «αυτό δεν είναι σοβαρά πράγματα».

Ακόμη πιο σημαντική/ουσιαστική, η παραδοχή του νυν Μητσοτάκη ότι «ο λαός θα μας υποδείξει τελικά, εάν η χώρα θα κυβερνηθεί από ένα κόμμα ή από περισσότερα. Το βέβαιο είναι ότι η χώρα θα κυβερνηθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο». Αυτή η αυτονόητη αλήθεια – ότι η κάλπη θα δώσει την εντολή, η πρώτη ή και η δεύτερη – και όχι οι όποιοι επιδέξιοι χειρισμοί των κομματικών στρατηγείων ή των μηντιακών υποβολέων – είναι πολύ σημαντικό ότι εκφωνείται. Ρητά. Και έγκαιρα. Αν (λέμε: ΑΝ) αυτό συνοδευθεί από διόρθωση της πολιτικής πρακτικής της υποτίμησης των πολιτικών αντιπάλων  – χαρακτηριστικό παράδειγμα το πώς ο Νίκος Ανδρουλάκης, του ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ επιχειρείται τελευταίως να στριμωχτεί… – τότε η διαχείριση της αβεβαιότητας λαμβάνει διαφορετική μορφή. Ίσως πιο λειτουργική από την αντίστοιχη προτροπή/έκκληση Τσίπρα από τα έδρανα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης για συμπαράταξη «με προοδευτικό πρόσημο».

Βέβαια, βάθρο αυτής της εκ νέου «ανακάλυψης» του καθοριστικού ρόλου της κάλπης είναι το πώς χωνεύονται τα τελευταία δημοσκοπικά στοιχεία. Όχι, όχι η υποχώρηση της διαφοράς που χωρίζει ΝΔ με ΣΥΡΙΖΑ (στις 8,9 μονάδες: περιορισμένη υποχώρηση, αν το δει κανείς ψύχραιμα/ψυχρά) ή η βαθμιαία αναδίπλωση του ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ. Αλλά το γεγονός ότι 46% των ερωτώμενων (δημοσκόπηση ALCO) θεωρεί ότι τα μέτρα της Κυβέρνησης για αντιμετώπιση της ακρίβειας «δεν βοηθούν καθόλου», 29% ότι «βοηθούν λίγο», 17% «αρκετά». Μόλις 2% – μάλλον με προβλήματα όρασης – βλέπει να «βοηθούν πολύ». Καθώς λοιπόν, αντίστοιχα ένα 55% του κόσμου θεωρεί ότι «με μεγάλη δυσκολία» καλύπτει τον λογαριασμό ρεύματος/φυσικού αερίου/καυσίμων, 29% «με μικρή δυσκολία», 10% απαντά ότι δεν μπορεί να τους καλύψει  – ενώ 6% τους καλύπτει «εύκολα». Πολιτικό ναρκοπέδιο έχει σπαρεί.

Αντίστοιχα ανακαλύπτεται πάντως και η ουσιαστική δυσχέρεια διαχείρισης όχι απλώς των επιπτώσεων της Ουκρανικής κρίσης – όπως ήρθε να προστεθεί στα απόνερα της κρίσης της πανδημίας, στην βαρύτατη διατάραξη των εφοδιαστικών αλυσίδων, στην πολλαπλά τροφοδοτούμενη πληθωριστική διαδικασία – αλλά της συνολικής αβεβαιότητας που έχει πλέον εγκατασταθεί. Κάτι τέτοιο αντανακλάται ήδη στου Έλληνα Πρωθυπουργού τις επισημάνσεις/την περιγραφή προθέσεων και δυνατοτήτων απέναντι στην κρίση: Αναθεώρηση των στόχων ελλείμματος (μην παραβλέψουμε ότι η Moody’s ήδη μίλησε για 5,2% ενός ΑΕΠ το οποίο ελπίζεται να αυξηθεί κατά 3% το 2022, έναντι του υποτιθέμενα προϋπολογισμένου ελλείμματος 1,4% του ΑΕΠ που πάει για αναθεώρηση «λίγο προς τα πάνω»: οπότε το όνειρο για επενδυτική βαθμίδα εντός του 2023 θολώνει, η δε Μεγάλη Λευκή Ελπίδα για investment grade ως προεκλογικό όπλο χάθηκε οριστικά), συν υπόσχεση για πρόσθετα μέτρα στήριξης των ευάλωτων αλλά και έμφαση σε στοχευμένη μόνο παρέμβαση λόγω Ευρωπεριορισμών, συν αναβάθμιση των προσδοκιών για αύξηση του κατώτατου μισθού.

Πλην όμως, επειδή στην Ελλάδα του 2022 συνειδητοποιείται (;) πόσο καρυδότσουφλο είμαστε στις μείζονες διεθνείς αναταράξεις, ας σταθούμε ακόμη περισσότερο στο μήνυμα που – κατά διακριτικές διαρροές διαχέεται στην Φρανκφούρτη από τον πυρήνα την ΕΚΤ προς τις ακτίνες του Ευρωσυστήματος/τις εθνικές Κεντρικές Τράπεζες: να συγκρατήσουν τις προβλέψεις και προβολές που διατυπώνουν ή ενθαρρύνουν περί πληθωριστικών εξελίξεων, περί διατήρησης της post-Covid ανάκαμψης. Φαίνεται ότι και σ’ αυτόν τον ‘Ολυμπο του διεθνούς οικονομικού κατεστημένου πρυτανεύει πλέον η αντίληψη ότι οι προβλέψεις που διαψεύδονται – όπως π.χ. εκείνη περί παροδικότητας του πληθωριστικού φαινομένου – κάνουν κακό στην αξιοπιστία. Ενώ η οικοδόμηση προσδοκιών, π.χ. περί ελέγχου των εξελίξεων, κάνει μεγάλο κακό.