Η πικρή διάψευση από την ψήφο

των Ελλήνων του εξωτερικού

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Υπήρξε η καθιέρωση της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 51 παρα 4 του Συντάγματος (που αποκρυστάλλωσε η αναθεώρηση του 2019 σε μια επίδειξη καλόβουλου βολονταρισμού: δεν δημιούργησε νέο δικαίωμα, απλώς ήρθε να διευκολύνει την «ανεμπόδιστη άσκηση» των θεμελιωδών δικαιωμάτων  των πολιτικών, συνεπώς των πολιτικών δικαιωμάτων κατ’ άρθρο 25 παρα 1 Σ.), μια υπόσχεση για πληρέστερη συμμετοχή τους στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας. Στην υπόσχεση αυτή πήγε να δώσει συγκεκριμένο περιεχόμενο, εν συνεχεία, ο κοινός νομοθέτης και… η πολιτική πρακτική. Με αποτέλεσμα να τα θαλασσώσουν.

Ο συνταγματικός νομοθέτης απαιτούσε, σωφρόνως ποιών, πλειοψηφία των 2/3 στην Βουλή προκειμένου να ψηφισθεί η συγκεκριμένη μέθοδος με την οποία οι Έλληνες του εξωτερικού θα ασκούσαν το δικαίωμα που (ούτως ή άλλως, ως εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους) είχαν θεμελιωμένο. Τα απαιτούμενα 2/3 δεν επέτρεψαν να ψηφισθεί η δι’ αλληλογραφίας ψήφος, η μόνη που θα μπορούσε να δώσει από περιεχόμενο στην δυνατότητα πολιτικής συμμετοχής των Ελλήνων του εξωτερικού – της παλιάς ομογένειας, αλλά κυρίως όσων αυτοφυγαδευθηκαν από την Ελλάδα των Μνημονίων και έφτιαξαν ζωή για τον εαυτό τους «έξω».

Τα προαπαιτούμενα διαμονής το πολύ 35 χρόνια στο εξωτερικό, έχοντας όμως ζήσει δύο χρόνια στην Ελλάδα, καθώς και υποβολής φορολογικής δήλωσης «το τρέχον ή το αμέσως προηγούμενο έτος» μπορεί να ακούγονται περιπαικτικά, ωστόσο έχουν νόημα ώστε να προκύπτει ένας συνειδητός δεσμός με τη χώρα, της οποίας την ζωή καλείται να επηρεάζει η ψήφος των «έξω». Πλην όμως η διαδικασία εγγραφής και αυτοπρόσωπης παρουσίας στην κάλπη/σε εκλογικό τμήμα που στήνεται σε πόλεις όπου δηλώνουν ότι  θα προσέλθουν τουλάχιστον 40 εκλογείς, λειτούργησε τόσο αποθαρρυντικά, ώστε να είμαστε σήμερα με μόλις 4000 να έχουν καν μπει στον κόπο να εγγραφούν (λιγότερο από 3,5% των δικαιουμένων). Στους οποίους αναλογούν… 3 έδρες, οι οποίες προστέθηκαν από τον εκλογικό νόμο στις 12 έδρες βουλευτών επικράτειας με τις οποίες πορευόμαστε στην Μεταπολίτευση.

Ακόμα και να υπερδιπλασιαστεί ο αριθμός των προτιθέμενων να ψηφίσουν, με την καμπάνια ενημέρωσης/ευαισθητοποίησης που ανέλαβε να τρέξει το υπουργείο Εσωτερικών – να πούμε εδώ ότι το υλικό της σχετικής ιστοσελίδας, με ερωτήσεις / απαντήσεις σε λογική FAQs, είναι και σωστά οργανωμένο και φιλικό στους χρήστες, αλλ’ η ανταπόκριση χλωμή… – θα ήταν παράλογο να πάμε σε μια κατάσταση όπου θα αρκούσαν 1.500 ή και 3.000 ψήφοι «εξωτερικού» για να αναδεικνύεται ένας (η μία) βουλευτής μεταξύ των 300, όταν οι υπόλοιποι θα χρειάζονταν κατά μέσο όρο 33.000  ψήφους (για τα κάπου 10 εκατομμύρια των καταγραφομένων με δικαίωμα ψήφου) ή πάντως 19.000 ψήφους (για τα 5,7 εκατομμύρια ψηφισάντων, με την 42 % αποχή το 2019 ).

Επειδή κάτι τέτοιο θα αποτελούσε διακωμώδηση της εκλογικής διαδικασίας, προωθείται νομοθετική ρύθμιση-λαιμητόμος που θα θέτει κατώτατο όριο συμμετοχής για να «δοθεί» έδρα στους Ελληνες εξωτερικού. Υπάρχει δε η πικρή ελπίδα, η ρύθμιση αυτή να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα 2/3 στην Βουλή, ώστε να μην προκύψει το παράδοξο συμβολικής πλην εξαιρετικά ρηχής αντιπροσώπευσης των Ελλήνων του εξωτερικού.

Δυσάρεστη προσγείωση /δυσάρεστο μάθημα σε όσους νόμιζαν ότι με την ψήφο της ομογένειας και τον αυτοεξόριστων της κρίσης θα… επηρεάζονταν πλέον αποφασιστικά τα εκλογικά αποτελέσματα. (Μάλιστα με την κάπως πονηρή σκέψη ότι όσοι βρίσκονται στο εξωτερικό αποτελούν κάποιου είδους ελίτ, πνευματικής ή/και επιχειρηματικής, άρα με λογική ψήφου υπέρ των αντίστοιχα πιο εξωστρεφών, φιλο-ελίτ πολιτικών σχηματισμών). Όλοι αυτοί οι υπολογισμοί σχεδιαστηρίου έμειναν, ως φαίνεται, εκεί. Και τώρα προέχει να διασωθεί η σοβαρότητα της κάλπης. Όταν δε περάσουν και οι διπλοτρίδιπλες εκλογές του 2023, καιρός για μια πιο σοβαρή και – κυρίως! – πιο συναινετική προσέγγιση της ψήφου των « έξω» Ελλήνων.