Πώς έχει επιτευχθεί η άγαρμπη συναίνεση γύρω από την πανδημία

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Για πρώτη φορά, σ’ αυτήν την άσχημη περιπέτεια της πανδημίας, οι αποφάσεις – οι ουσιαστικές, όχι οι τυπικές των ΚΥΑ και των τραγικωμικών δημοσίων δηλώσεων… – έχουν  ληφθεί με συναίνεση. Και πάλι με ουσιαστική συναίνεση των κανονικών ανθρώπων, όχι (προς Θεού!) των συντελεστών του πολιτικού συστήματος.

Τι εννοούμε; Από την μια, ενώ ακόμη γράφονταν οι ΚΥΑ για την γενίκευση, και πάλι, της χρήσης μάσκας και για την αναβάθμιση σε FFP2 και KN95, έβλεπες στον δρόμο και στις συγκοινωνίες και στα καταστήματα να πληθαίνει η χρήση μάσκας (και μάλιστα των πιο προστατευτικών ή και διπλών) και να υποχωρεί η μάσκα στο πηγούνι. Ταυτόχρονα, και ενώ συζητιόταν η επίσημη καθιέρωση rapid test, που εκφυλίσθηκε σε δυο δωρεάν self-test – αλλά με αναβάθμιση της προσφυγής σε PCR για σοβαρότερες ανάγκες (π.χ. νοσοκομεία) – μεγάλωσαν σαν από μόνες τους οι ουρές γύρω από διαγνωστικά κέντρα ή και φαρμακεία, από ανθρώπους που μέσα στις γιορτές και τις αυξημένες επαφές αναζητούσαν μια κάλυψη/ασφάλεια.

Ενώ δε τα – πάλιν αμήχανα, πάλι ξεπερασμένα – Μέσα Ενημέρωσης ξαναφόρτωναν τις εικόνες και τις στατιστικές, για ελέγχους της Αστυνομίας και για αριθμούς επιβληθέντων προστίμων της ημέρας και σφραγίσματος μαγαζιών διασκέδασης (έλλειψε μόνον η φιγούρα του θυμωμένου Νίκου Χαρδαλιά, ο οποίος όμως αναμετράται με τις απειλές Χουλουσί Ακάρ στην μεθόριο…), ένας χρησιμότερος βαθμός αυτορρύθμισης/αυτοελέγχου πάει να επικρατήσει. Οδηγός, βέβαια, η ταχύτατη διάδοση της «Όμικρον» καθώς σε κάθε παρέα, σε κάθε γραφείο, σε κάθε οικογένεια όλο και κάποιος μαθαίνει/ξέρει/συνειδητοποιεί ότι είναι «κοντινή επαφή» κρούσματος. Μολονότι δε η – ανθρώπινη – ανάγκη να δοθεί η διαβεβαίωση ότι η «Όμικρον» οδηγεί σε ελαφρότερη νόηση από την «Δέλτα» (συν η πολιτική πονηρία να δοθεί η διαβεβαίωση αυτή όσο γίνεται νωρίτερα, προτού π.χ. ο ΠΟΥ ή το CDC προσέλθει με στοιχεία, προκειμένου να ηρεμήσει η κοινή γνώμη γιορτάρες μέρες όσο βλέπει τα κρούσματα να απογειώνονται…) δεν βοηθάει στο να τηρηθούν τα πρωτόκολλα προστασίας στο διαβόητο «τελευταίο μίλι», η αυτοπροστασία ήρθε και πάλι στο προσκήνιο. Περίπου όπως την εποχή του αρχικού lock-down, που δεν τηρήθηκε τόσο από την απειλή προστίμων και με τους ελέγχους, όσο από την συνειδητοποίηση του κινδύνου. Από τους πολλούς, τους περισσότερους πάντως. Αντίστοιχα και με την τρίτη δόση/ενισχυτική ή αναμνηστική των εμβολιασμών, η οποία πήγε ταχύτερα απ’ ό,τι το ανέβασμα στροφών στην βασική εμβολιαστική κάλυψη. Που κι αυτή προχωράει, μάλλον από την συνειδητοποίηση ότι είναι η μόνη διέξοδος, παρά από το χτίσιμο του εύκολου κοινωνικού αυτοματισμού κατά των ανεμβολίαστων.

Έτσι κάπως πορεύεται η κοινωνία. Η Πολιτεία, αφού αναμετρήθηκε με τον εαυτό της με την σπαρακτικής απλοϊκότητας απόπειρα να παραμείνει σε χαλαρότητα μέχρι να τελειώσουν οι γιορτές και… να ισχύσουν ύστερα οι όποιοι κανόνες προφύλαξης, τα έφερε τελικά τα αποφασισμένα μέτρα νωρίτερα. Και… θα δούμε! Κατά έναν τρόπο που παραπέμπει σε θεία δίκη πολιτικού τύπου, η στάση που ακολουθήθηκε για μερικές εβδομάδες θύμιζε την άκριτη τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα (στην Αντιπολίτευση, εκείνος) τον Φεβρουάριο του 2020: «θα έπαιρνα το ρίσκο να κολλήσουν κορωνοϊό» (ο λόγος, τότε, ήταν για τους συμμετέχοντες σε διαδηλώσεις). Η τωρινή στάση, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη επιμελώς σε δεύτερη γραμμή ώστε να διαφυλαχθεί κάτι από πολιτικό κεφάλαιο, και με τις πιέσεις για εξαίρεση από τους περιορισμούς ισχυρών πόλων επιρροής όπως η Εκκλησία, τα ποδοσφαιρικά σωματεία, η διασκέδαση/ «νύχτα», πήγε να αναλάβει το ρίσκο να δει το κύμα της «Όμικρον» να ξεφεύγει χωρίς να προσπαθήσει καν να «κάνει κάτι». Τώρα, στο νήμα, διόρθωσε την λογική της.

Όμως η κοινωνία σαν να την διαμορφώνει μιαν κάποια συναίνεση, γύρω από μια λογική «μαθαίνουμε να ζούμε με την πανδημία» μαζί και με το «αν δεν προφυλάξεις τον εαυτό σου [εμβόλια, μάσκα όπου αναγκαίο και προσοχή στην καθημερινότητα] κανείς και τίποτε δεν θα σε βοηθήσει». Κόστισε, αυτό, χιλιάδες θανάτους και μάλλον περισσότερες περιπτώσεις long-Covid, συν πίεση και στέρηση και….

Αλλ’ ακόμη και άγαρμπα, μια συναίνεση σαν να χτίζεται, πέρα από επίσημους θεσμούς. Κάτι είναι κι αυτό.