Διαβάζοντας 200 χρόνια Τουρκικής οικονομίας, με την Ελλάδα ως φόντο

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Δύσκολα θα μπορούσε να βρεθεί πιο επίκαιρη στιγμή, για την εισαγωγική συνεισφορά στην επιστημονική συνάντηση των Ιστορικών Αρχείων της Τράπεζας της Ελλάδος και της Alpha Bank (συμβολικά: στην αίθουσα του Βουλευτικού, στο Ναύπλιο) με θέμα «200 χρόνια Ελληνικής Οικονομίας μεταξύ Κράτους και Αγοράς» από τον Τούρκο ακαδημαϊκό Σεβκέτ Παμούκ, του Πανεπιστημίου του Βοσπόρου. Ήταν να μιλήσει ο Παμούκ για την οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας τα 200 τελευταία χρόνια «σε συγκριτική προοπτική», με μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επιλογή παραλληλισμού με τα 200 χρόνια της – εορτάζουσας – Ελλάδας. Όμως συνέβη η παρέμβασή του αυτή να συμπέσει με το meltdown της Τουρκικής οικονομίας των τελευταίων ημερών.

Μολονότι, λοιπόν, η παρουσίαση στοιχείων από τον Παμούκ είχε το δικό της ενδιαφέρον, η καταληκτική ερώτηση – από τον Φραγκίσκο Κουτεντάκη, πρώην συντονιστής στο Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στην Βουλή, τώρα Παν/μιο Κρήτης – τράνταξε τα πράγματα. Όλοι μιλούμε τελευταίως, και επί καιρό, για ακραία κρίση και για αδιέξοδα της Τουρκικής οικονομίας, ωστόσο τελικά αδιέξοδο δεν προκύπτει. Αυτό, πώς εξηγείται; Ο Σ. Παμούκ στάθηκε λίγο να το σκεφθεί, σημείωσε ότι, πάντοτε, στην Τουρκία υπάρχει μια τάση να ενεργοποιείται ο δημοσιονομικός μοχλός, πράγμα που φέρνει πληθωρισμό και υποτίμηση, ωστόσο «δίνει» αναπτυξιακούς ρυθμούς. Όμως… κι ο ίδιος δεν είχε συνολική/πειστική απάντηση να δώσει.

Πάμε όμως από την αρχή της παρουσίασης του Σεβκέτ Παμούκ. Εξήγησε πως η Τουρκία – στους δυο τελευταίους αιώνες – μακροσκοπικά έμεινε περίπου στην ίδια θέση. λίγο καλύτερα από τις αναπτυσσόμενες χώρες, λίγο χειρότερα από τις πιο ανεπτυγμένες με περίπου 1% του παγκόσμιου πληθυσμού, με ανάλογο ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ. Στις τέσσερεις αναπτυξιακές της περιόδους – του 1820 έως τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, του 1914 μέχρι την δεκαετία του ΄50, τις δεκαετίες του ΄50-’80 και στο διάστημα από την δεκαετία του΄80 έως τώρα –  η χώρα αυτή, που δεν γνώρισε μεν αποικιοκρατία, δεν διαθέτει όμως και πετρέλαιο ή/και φυσικούς πόρους, πέρασε από μια αγροτική οικονομία (όμως ανοιχτή στο διεθνές εμπόριο) σε μια κλειστή οικονομία με δασμολογική προστασία, ύστερα σε εσωστρεφή βιομηχανική ανάπτυξη, τελευταίως δε σε άνοιγμα και ενσωμάτωση στο παγκόσμιο σύστημα. Συνολικά η Τουρκία εφήρμοσε οικονομικές πολιτικές ανάλογες με των ανεπτυγμένων χωρών, αν και στο χαμηλότερο επίπεδο αναπτυξιακής απόδοσης: με περιορισμένη ενσωμάτωση τεχνολογικής αλλαγής, είχε ανάπτυξη μέσω των επενδύσεων (παραδόξως περισσότερων την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όμως και τώρα πάλι τις δυο τελευταίες δεκαετίες με – δανειακό, κυρίως – άνοιγμα στις διεθνείς αγορές). Ενώ μέχρι το 1940 είχε μόνο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης γύρω στο 1% , στην συνέχεια έχει εγκατασταθεί στο 2,5%-3%. Μέχρι το 1950, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Τουρκίας πήγαινε με χαμηλότερους ρυθμούς σε σχέση με εκείνο των ανεπτυγμένων χωρών, όμως έκτοτε συνολικά έχει επιταχύνει. Μια σύγκριση: η Τουρκία πήγε στους δυο αυτούς αιώνες καλύτερα από χώρες σαν την Αίγυπτο ή το Ιράν, χειρότερα από την Ισπανία ή την Ιταλία.

Σε σύγκριση τώρα με την Ελλάδα, η Τουρκία υστερούσε κατά 40%-50% ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ: η διακύμανση του πήγαινε από σχεδόν ίση – μια μόνο διετία, του 1944-45, είχε προσπεράσει – μέχρι το ήμισυ.  από το 2000 και μετά, η σχετική θέση της Τουρκίας βελτιώνεται. Άλλα στοιχεία βελτίωσης: το προσδόκιμο ζωής εκτοξεύεται μετά το 1940, για να φθάσει στα 77 έτη πλέον: αντίστοιχη η μεταβολή και στην Ελλάδα, πάντα σχετικά προηγούμενη.  και η παρακολούθηση σχολείου από τον πληθυσμό, ανάλογα βελτιώνεται.

Οι λόγοι που εξηγούν την σχετική υστέρηση της Τουρκίας έναντι των πιο ανεπτυγμένων χωρών είναι η σχετικά βραδεία ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών, η συγκριτική εκπαιδευτική υστέρηση και οι κοινωνικές δομές που κρατούν την βελτίωση της παραγωγικότητας κάτω από το 1% ετησίως.

Υπάρχουν όμως και «βαθύτερα αίτια» αυτής της υστέρησης κατά τον Σεβκέτ Παμούκ: ναι μεν η χώρα δεν γνώρισε αποικιακό ζυγό, όμως η ενσωμάτωσή της στο διεθνές εμπορικό κανονιστικό περιβάλλον, πιο τελευταία στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, δεν λειτούργησε πάντα θετικά (Και εδώ, αναλογίες με την Ελληνική περίπτωση των 2 τελευταίων αιώνων). Κατά τον Σ. Παμούκ, οι απόψεις περί υστέρησης λόγω Ισλαμισμού δεν ευσταθούν: οι πολιτικοί είναι εκείνοι που αξιοποιούν το Ισλάμ για προσωπική τους κυριαρχία. Αντιθέτως, τα ζητήματα ταυτότητας, η κατοχή του Κράτους από τις ελίτ, το Κουρδικό ζήτημα λειτουργούν ως βαθύτερη ανάσχεση. Κατ’ αυτόν, ακόμη και στην Οθωμανική περίοδο «οσάκις υπάρχει ζήτηση για αλλαγή, αυτή προκύπτει».

Όμως η κρατική δομή είναι αδύναμη, ήδη δε μετά τον Β’ ΠΠ η αστικοποίηση βάρυνε τις ανισότητες και έφθειρε την Δημοκρατία (πραξικοπήματα, κοινωνική πόλωση, κρίσεις).Κάθε φορά που υπάρχει σαφής πολιτική επικράτηση – π.χ. το 1958-60, το 1980, το 2001 και μετά – ακολουθεί υπερβολική αίσθηση κυριαρχίας, επιδίωξη άμεσων αναπτυξιακών επιδόσεων, συχνά με δημοσιονομική επέκταση και πληθωριστική εκτροπή (που φέρνει ΔΝΤ ή/και πολιτική εκτροπή).

Σημειωτέον ότι μέχρι το 2000 οι άμεσες ξένες επενδύσεις ήταν περιορισμένες, ενώ τις δυο τελευταίες δεκαετίες απογειώθηκαν ιδίως με την προοπτική, αρχικώς, της ένταξης στην ΕΕ – πλην όμως βάσει δανεισμού (και μάλιστα ιδιωτικού), που τώρα «εκδικείται» με την υποτίμηση της λίρας και την ανάφλεξη του πληθωρισμού. Αν, τώρα εμφανισθούν και οι κρυφές υποχρεώσεις/contingent liabilities της χρηματοδότησης της ανάπτυξης, μπορεί να προκύψει η χειρότερη κρίση.

Άμα παρακολουθούσε κανείς τα διαγράμματα της παράλληλης εξέλιξης της Ελληνικής οικονομίας και της Τουρκικής, σε πολλά, αληθινά πολλά σημεία η εγγύτητα των εξελίξεων προέκυπτε ιδιαίτερα στενή.