Ιστορικοί κύκλοι της ελληνικής οικονομίας από το 1821 έως σήμερα, Γιώργος Αλογοσκούφης

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Παρακολουθώντας τους μεγάλους ιστορικούς κύκλους της Ελλάδας των 200 χρόνων –ο πρώτος καταλαμβάνει την περίοδο της ανεξαρτησίας και «θεμελίωσης του Κράτους» μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα· ο δεύτερος της «εθνικής επέκτασης και ενοποίησης […] μέσω θριάμβων και καταστροφών», που παρακολουθεί την άνοδο και πτώση της Μεγάλης Ιδέας αλλά και την τελική ένταξη στη Δύση, με πλήθος κρίσεων και αναταράξεων, μέχρι και το τέλος του Εμφυλίου· ο τρίτος καταγράφεται ως «κύκλος οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης», για να φτάσει κι αυτός με αναταράξεις όπως της δικτατορίας, με βασικό το στοίχημα της ένταξης στην ΕΕ, στην πιο πρόσφατη defacto πτώχευση/καθίζηση της περιόδου των Μνημονίων– ο Γ. Αλογοσκούφης έρχεται να τους συσχετίσει με την πορεία της οικονομίας στις ίδιες εκείνες χρονικές περιόδους.

Κάθε περίοδος μπαίνει στο μικροσκόπιό του με την επιδίωξη/ανάγκη να αναδειχθούν οι βαθύτεροι μηχανισμοί που οδηγούν τις εξελίξεις. Έτσι, οι πτωχεύσεις του 1893 και του 1932 και η κρίση χρέους του 2010 (δηλαδή στιγμές κορύφωσης αδιεξόδων που χτίζονταν με τα υψηλά εξωτερικά ελλείμματα και που κλόνιζαν την εμπιστοσύνη των ξένων επενδυτών, στην οποία είχε εξαρχής επιλέξει να στηριχθεί η νεόκοπη χώρα των αρχών του 19ου αιώνα) παρακολουθούνται όπως καταλήγουν σε εξωτερική επιβολή οικονομικού ελέγχου, από τον ΔΟΕ του Μεσοπολέμου μέχρι την Τρόικα/τους Θεσμούς των πρόσφατων Προγραμμάτων Προσαρμογής/Μνημονίων. Αφήνοντας κάθε φορά ένα ίζημα διδαγμάτων, αλλά και αρνητικά αντανακλαστικά.

Ο Αλογοσκούφης αναζητά «στην ποιότητα των θεσμών, που φαίνεται να έχει μεγάλη σημασία για τις οικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωζώνης» μεγάλο μέρος της ευθύνης για τους εκτροχιασμούς της οικονομίας, πέρα δηλαδή από την «ατελή και αναποτελεσματική δημοσιονομική προσαρμογή», ιδίως στην τελευταία φάση της οικονομίας, μετά το κλείδωμα στο ευρώ. Και η αλήθεια είναι πως, αν κανείς πάρει τους τωρινούς Δείκτες Διακυβέρνησης της Παγκόσμιας Τράπεζας (κράτος δικαίου, ποιότητα ρυθμιστικού πλαισίου, αποτελεσματικότητα μηχανισμών διακυβέρνησης, έλεγχος της διαφθοράς, πολιτική σταθερότητα, εκπροσώπηση/συμμετοχή των πολιτών) και πάει πίσω, πολύ πίσω στην ελληνική ιστορία των 200 χρόνων, θα διαπιστώσει (να το πούμε ευγενικά…) το ίδιο μοτίβο ανεπάρκειας να επαναλαμβάνεται.

Ο Γ. Αλογοσκούφης δεν αποφεύγει να δει –στις φάσεις που ο ίδιος βρέθηκε κοντά, ή και στο κέντρο της άσκησης οικονομικής πολιτικής– το πώς «η περιοριστική νομισματική και συναλλαγματική πολιτική οδήγησε μεν στην πτώση του πληθωρισμού και των ονομαστικών επιτοκίων, αλλά με τίμημα την περαιτέρω επιδείνωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας», ή πάλι πώς «οι κίνδυνοι από την αύξηση του εξωτερικού δανεισμού σε μεγάλο βαθμό αγνοήθηκαν απ’ όλους για σχεδόν 10 χρόνια», με αποτέλεσμα τον εφησυχασμό. Πόσο παρόμοιες παραδοχές θα στηρίξουν την έκκληση με την οποία κλείνει το βιβλίο του αυτό, για ένα «μεσόχρονο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και ανάκαμψης από το ευρύτερο δυνατό πολιτικό φάσμα», που δεν μπορεί να πετύχει αν κυριαρχούν «αντικρουόμενες κυβερνητικές προτεραιότητες μεταξύ κομμάτων εξουσίας και προσδοκίες ανατροπής σε περίπτωση αλλαγής κυβέρνησης», αυτό είναι κάτι που δύσκολα θα πάψει να προβληματίζει.

Ιστορικοί κύκλοι της ελληνικής οικονομίας από το 1821 έως σήμερα, Γιώργος Αλογοσκούφης, Εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2021, σελίδες 374, τιμή εκδότη: 20 ευρώ.