Προς τα πού στρέφεται, τελικά, «η Ευρώπη»

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Εγκατάσταση λοιπόν στην διακυβέρνηση της Γερμανίας – μετά από 16 χρόνια κυριαρχίας ή πάντως θεμελιώδους συμμετοχής στην εξουσία των Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών της «εποχής Μέρκελ» – ενός πολιτικού σχήματος με κεντρικό τον ρόλο των Σοσιαλδημοκρατών (σε αριστερή φάση τους, όσο κι αν ο ήδη Καγκελάριος Όλαφ Σολτς, είναι μετριοπαθής) αλλά και ουσιαστική την παρουσία των Πρασίνων (που πάντως δεν στοιχούνται στα δεξιά), με συμπληρωματικό μόνο το βάρος των Φιλελευθέρων (που, αυτοί, βρίσκονται σε δεξιά με τα διαχρονικά μέτρα τους ισορροπία). Η σύμπτωση αυτής της κεντρικής για την Ευρώπη εξέλιξης με την επαναδραστηριοποίηση στα καθ’ ημάς του ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ σε μια κατεύθυνση που δεν αγκάλιασε την de facto Κεντροδεξιά/αντι-ΣΥΡΙΖΑ «ανάγνωση» ενός των υποψηφίων (του ξεκάθαρου στις ως άνω τοποθετήσεις του Ανδρέα Λοβέρδου), αλλά έκανε αντιθέτως τους δυο φιναλίστ για την ηγεσία (Ν. Ανδρουλάκη και Γ. Παπανδρέου) να ξεκινήσουν ή να κλείσουν τις δηλώσεις τους μετά τον πρώτο γύρω απευθυνόμενοι στους «προοδευτικούς πολίτες». Διόλου περίεργο που πύκνωσε η συζήτηση περί Ευρωπαϊκής επαναφοράς της Σοσιαλδημοκρατίας, με άκριες και στα δικά μας.

Όμως, την ίδια στιγμή στην Γαλλία – που βρίσκεται τέσσερις μήνες πριν τις Προεδρικές εκλογές του Απριλίου 2022, οι οποίες ασφαλώς θα συγκαθορίσουν το αύριο των Ευρωπαϊκών εξελίξεων μαζί με την Γερμανική ισορροπία που μόλις αποκαταστάθηκε – στην Γαλλία που παραδοσιακά επηρεάζει τον δικό μας Μεσογειακό πολιτικό ψυχισμό, ο Εμμανουέλ Μακρόν (ο οποίος θεωρούσαμε ότι αποτελεί γνώριμη κεντρώα ποσότητα, πάντως υπήρξε υπουργός στην Σοσιαλιστική Κυβέρνηση Ολάντ) δείχνει να επιλέγεται δημοσκοπικά από μόλις 24% των πολιτών. η Μαρίν Λεπέν, που την γνωρίζαμε εθνικίστρια και ακροδεξιά (αλλά βαθμιαία εκινείτο προς πιο ισορροπημένα δεξιές θέσεις) ακολουθεί με 14%. όμως το πιο σημαντικό στοιχείο είναι ότι μεταξύ αυτής και του επιθετικά ακροδεξιού Ερίκ Ζεμούρ (ο  οποίος οριστικά κατεβαίνει υποψήφιος, με ταραχές στην καμπάνια του και με καταγραφή στο 14%) βρίσκει κανείς, μετά τις προκριματικές της παραδοσιακής Δεξιάς, την Βαλερί Πεκρές με 15%.

Η πολιτική δεν είναι μαθηματικά και οι δημοσκοπήσεις δεν είναι κάλπες, ωστόσο απέναντι στο 24% του Μακρόν – αριστερότερα βρίσκεται ο παλαιός μας γνωστός Ζαν-Λυκ Μελανσόν με 9% ο Γιαννίκ Ζαντό των Παρισίων (και η Σοσιαλίστρια Ανυ Ινταλγκο (γύρω στο 5%) – καταγράφονται τρεις δεξιοί έως ακραία δεξιοί διεκδικητές με 17+15+14%, δηλαδή με ένα σωρευτικό 46% (σχεδόν το διπλάσιο ποσοστό του Μακρόν). Και το πράγμα δεν σταματά εδώ: η Βαλερί Πεκρές, στις προκριματικές των Les Republicains/της παραδοσιακής Δεξιάς, εκτόπισε τους Ερίκ Σιοττί (ο οποίος είχε φανεί να προηγείται με ακόμη δεξιότερη ατζέντα) και αφήνοντας πολύ πίσω τους Ξαβιέ Μπερτράν («κοινωνικό Γκωλιστή») και Μισέλ Μπαρνιέ (τον άλλοτε  μετριοπαθή/ατσαλάκωτο άνθρωπο των Βρυξελλών, γνωστό ως διαπραγματευτή του Brexit, ο οποίος είχε στραφεί κι αυτός δεξιότερα) με πρόγραμμα  αυστηροποίηση της πολιτικής «νόμος+τάξη», πρόταση για συνταγματική αναθεώρηση ώστε να περιοριστεί με αυστηρές ποσοστώσεις η μετανάστευση, καθώς και κατάργηση της εβδομάδας των 35 ημερών, γενίκευση της ηλικίας συνταξιοδότησης στα 65, περικοπή 200.000 θέσεων εργασίας στο Δημόσιο. Έχοντας θητεύσει επί Σαρκοζί – τότε που στην Γαλλία de facto καταλύθηκαν οι γραμμές αποκλεισμού που χώριζαν την συντηρητική ή και γκωλλικη Δεξιά από την ακροδεξιά – η Πεκρές έχει διακηρύξει την λατρεία της στο «σταθερό χέρι» της Μάργκαρετ Θάτσερ.

Όσο για την Ιταλία, μπορεί στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές να ανέβηκε η ΚεντροΑριστερά – βέβαια με ενίσχυση της ακροδεξιάς/ «Αδελφών της Ιταλίας», σε φόντο υποχώρησης της  Λέγκας και των Πέντε Αστέρων – ωστόσο στις προθέσεις ψήφου για τις εθνικές εκλογές στην πρώτη θέση σχεδόν ισοψηφούν με 19%-21% το Δημοκρατικό Κόμμα/PD του Κεντρώου Ενρίκο Λέττα, οι Αδελφοί της Ιταλίας της μεταφασιτικής Τζιόρτζια Μελόνι και η Λέγκα του Ματτέο Σαλβίνι, με τα Πέντε Αστέρια στο 15% και την Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι στο 7%. Αληθινό κουβάρι για ξέμπλεγμα – με ορίζοντα το καλοκαίρι του 2023, πλην αν η προεδρική εκλογή (σε λίγες βδομάδες) ταράξει τα νερά.