Η ουκρανική κρίση–δηλαδή πόλεμος στην ευρωπαϊκή ήπειρο–ανατρέπει στερεότυπα και οδηγεί σε ακραία αστάθεια

Οικονομική Επιθεώρηση, Απρίλιος 2022, τ.1017

AΝΑΛΥΣΗ

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

 

Συγκρίνοντας το σημερινό σκηνικό –γεωπολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό– με όσα επικρατούσαν πριν από έναν μόλις μήνα, καταλήγει να πει κανείς ότι ζούμε σ’ έναν ριζικά διαφορετικό κόσμο: η διατύπωση είναι σχεδόν τετριμμένη, για παράδειγμα έχει ακουστεί μετά το χτύπημα της πανδημίας ή μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Όμως αυτή τη φορά κυριολεκτείται απολύτως.

Η διάψευση όλων όσοι θεωρούσαν (η στήλη θα ομολογήσει ότι συγκαταλεγόταν σ’ αυτούς) μέχρι την τελευταία στιγμή ότι δεν θα προχωρούσε ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, δηλαδή ότι δεν θα ξαναζούσαμε αληθινές συνθήκες πολέμου στην ευρωπαϊκή ήπειρο, ήρθε βίαια και απόλυτα. Από δίπλα και η διάψευση της εκτίμησης ότι η Ουκρανία θα κατέρρεε μέσα σε λίγες μέρες· ή, αντιθέτως, ότι η Δύση δεν θα μπορούσε να συγκρατηθεί σε κάτι λιγότερο από παρέμβαση επί του πεδίου. Όμως και η αντίληψη ότι οι διαφοροποιήσεις μέσα στο Δυτικό στρατόπεδο (πάλιν, ο όρος «στρατόπεδο» κατέληξε να κυριολεκτείται…), κυρίως δε η παράδοση διαφωνιών στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, π.χ. με τον πάγιο δισταγμό της Γερμανίας και σκανδιναβικών χωρών να προχωρήσουν σε αποφάσεις εξοπλισμού, θα συνεπάγονταν πολυδιάσπαση στάσεων απέναντι στη Ρωσία, κι αυτή η αντίληψη διαψεύσθηκε.

Όσο προχωρούσαν οι μέρες του πολέμου, τόσο οι χώρες, τα πολιτικά τους συστήματα –και η κοινή γνώμη καθοριστικά– εγκαθίστανται σ’ αυτόν τον «ριζικά διαφορετικό κόσμο». Το αντανακλαστικό συσπείρωσης έφερε τις χώρες της Δύσης σε ευθυγράμμιση πίσω από τις επιλογές των ΗΠΑ, δηλαδή πίσω από μια θέση που απέκλειε μεν κάθε εμπλοκή νατοϊκών χωρών επί του πεδίου, πλην όμως περιελάμβανε ευρεία στήριξη της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας (σημείωση: ήδη από το 2014 η Κριμαία έχει προσαρτηθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία, χωρίς να αναγνωρισθεί αυτό από τη διεθνή κοινότητα/πάντως από τη Δύση· ενώ, την παραμονή κυριολεκτικώς της εισβολής, η Μόσχα αναγνώρισε ως ανεξάρτητες τις περιοχές/Λαϊκές Δημοκρατίες του Λουγκάνσκ και του Ντονιέσκ στην ευρύτερη περιφέρεια του Ντονμπάς) και της αντίστασης που προέβαλε η κυβέρνηση Ζελένσκι με ευρύτερη στήριξη του πληθυσμού της χώρας. Το τι σήμαινε/σε τι μεταφράσθηκε η στάση της Δύσης έγινε βαθμιαία φανερό – τόσο επί του πεδίου όσο και στις διπλωματικές προσπάθειες για τερματισμό των πολεμικών επιχειρήσεων: το ουκρανικό εναγώνιο αίτημα για δημιουργία ζώνης αποκλεισμού/no-fly zone πάνω από τη χώρα βρήκε σταθερά αντίθετη τη Δύση (ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, Γερμανία…)· αντ’ αυτού δόθηκε συνεχώς αυξημένη βοήθεια – ανθρωπιστική και εξοπλιστική. Βέβαια, η δεύτερη ήταν κυρίως σε ελαφρά αμυντικό οπλισμό: η πρόταση της Πολωνίας να παραχωρήσει τα πολεμικά αεροσκάφη της MiG-29 στην Ουκρανία «μέσω» της αμερικανικής βάσης/Rammstein στη Γερμανία δεν βράδυνε να βρεθεί σε αδιέξοδο.

Πάντως, και ενώ οι πολεμικές επιχειρήσεις συνεχίζονταν επί εβδομάδες –η λογική ενός Blitzkrieg διαψεύσθηκε– και ενώ οι διαδοχικές προσπάθειες διαπραγμάτευσης αν μη τι άλλο για κατάπαυση του πυρός κατέληγαν άκαρπες (σ’ αυτές προσήλθαν εξαρχής Γαλλία και Γερμανία, αρκετά νωρίς προσετέθη η Τουρκία, ίσως πιο διεισδυτικά το Ισραήλ: αξιοσημείωτη η απουσία πρωτοβουλίας από τα Ηνωμένα Έθνη, π.χ. τον Γενικό Γραμματέα), η βασική αντίδραση της Δύσης έλαβε τη μορφή εκτεταμένων κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

 Πώς οι κυρώσεις, οι ενεργειακές επιπτώσεις και η πληθωριστική πίεση λειτουργούν ως καταλύτες

Η κλιμάκωση των κυρώσεων αυτών μέσα σε λίγα 24ωρα από τις συμβολικές στις άνευ προηγουμένου, με αποκοπή της Ρωσίας από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα (ακόμη και με πάγωμα των αποθεματικών της κεντρικής τράπεζας της χώρας) και επιβολή εμπάργκο σε ενεργειακούς πόρους, έφερε στο προσκήνιο μια πρόσθετη διάσταση: μια ευθυγράμμιση των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι, η ΕΕ βρέθηκε να αποστέλλει αμυντική βοήθεια προς το Κίεβο –πέραν εκείνης των επιμέρους χωρών-μελών–, κυρίως όμως εξέπληξε η απόφαση της Γερμανίας να μετακινηθεί από τη μεταπολεμική της στάση αμυντικού αυτοπεριορισμού, με την εξαγγελία σημαντικού εξοπλιστικού προγράμματος. Παράλληλα, αναδείχθηκε μια τάση να ανοίξει σε εντελώς νέα βάση η ευρύτερη συζήτηση περί «στρατηγικής αυτονομίας» της ΕΕ, με πύκνωση των διαβουλεύσεων για τη Στρατηγική Πυξίδα της Ευρώπης.

 

Η μεγάλη διατάραξη που η νέα αυτή κρίση έφερε στις αγορές, τόσο σε επίπεδο ενεργειακών προϊόντων (φυσικό αέριο στην Ευρώπη, περισσότερο κι από το αργό πετρέλαιο, όπου υπήρξε από τις ΗΠΑ εμπάργκο κατά της Ρωσίας) όσο και στο κύκλωμα των τροφίμων (σιτηρά, ζωοτροφές, έλαια, αλλά και λιπάσματα) οδήγησε σε επιπρόσθετη αναζήτηση κοινής «απάντησης» σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δύο διαδοχικές Κορυφές της ΕΕ «27», στις Βερσαλλίες και τις Βρυξέλλες, αλλά και μια μίνι-Σύνοδος του Νότου για την ενέργεια στη Ρώμη, επιχείρησαν να ανοίξουν προοπτικές ενιαίας διαχείρισης: η αρχικά αισιόδοξη αίσθηση ότι θα υπάρξει μια ευρωπαϊκή προσέγγιση όπως εκείνη που, λόγω της κρίσης της πανδημίας, οδήγησε στην αμοιβαιοποίηση χρέους και τις παρεμβάσεις της Next Generation EU σιγά-σιγά συγκρατείται· ωστόσο, οι διεργασίες προχωρούν.

Η ελληνική (περιορισμένη…) απόκλιση

Μπροστά σ’ αυτή τη μίνι-κοσμογονία, που δικαιώνει δυσοίωνα το ηρακλείτειο «πόλεμος πατήρ πάντων», η Ελλάδα του 2022 βρίσκεται σε αναζήτηση ακόμη λεπτότερων ισορροπιών. Στο κυρίως διεθνοπολιτικό επίπεδο, η επιλογή της κυβέρνησης –ακριβέστερα: του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, καθώς στο εσωτερικό του κυβερνητικού σχηματισμού δεν έλειψαν οι αντίρροπες τάσεις ή/και αμφιβολίες, χωρίς ωστόσο να εκδηλωθούν– ήταν να ευθυγραμμισθεί πλήρως με την ανεπιφύλακτη καταδίκη της ρωσικής επέμβασης, συν με την πρακτική των κυρώσεων. Αλλά και να προχωρήσει σε αποστολή όχι απλώς ανθρωπιστικής βοήθειας, παρά και αμυντικής (βέβαια, με σεβάσμια Καλάσνικοφ και εκτοξευτήρες RPG, ωστόσο ο συμβολισμός παραμένει). Στο τελευταίο, υπήρξε κάποια αμφισβήτηση από την αντιπολίτευση· ωστόσο, η γενική τάση ήταν προς ευθυγράμμιση.

Αυτό έχει τη σημασία του, καθώς πρόσφατη έρευνα του δικτύου Euroskopia, με μετρήσεις κοινής γνώμης σε Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Ισπανία, Ολλανδία και Ελλάδα και με αντικείμενο τις στάσεις της κοινής γνώμης γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία και γύρω από τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Ρωσία, κατέγραψε σε αρκετά σημεία αποκλίνουσα στάση της Ελλάδας.

Ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο απόκλισης είναι ότι, όταν οι συμμετέχοντες στην έρευνα ερωτήθηκαν αν θεωρούν την εισβολή (α) μη αποδεκτή, (β) μη αποδεκτή, πλην όμως κατανοητή ή (γ) αποδεκτή, από το σύνολο των έξι χωρών ένα 79% μίλησε για κίνηση μη αποδεκτή, ενώ μόλις 14% έκανε λόγο για μη αποδεκτή μεν, αλλά κατανοητή (μόλις 3% τη θεωρούν αποδεκτή). Στην Ελλάδα το μη αποδεκτή προσελκύει 60% των απαντήσεων, ενώ ένα 34% αποκηρύσσει μεν την εισβολή, αλλά θεωρεί τη ρωσική κίνηση κατανοητή (αποδεκτή τη θεωρεί ένα 6%). Διαφοροποιημένη προκύπτει και η στάση της Ελλάδας στο μέτωπο των κυρώσεων. Τόσο στην εκδοχή οικονομικών περιορισμών (α) σε ρωσικές εταιρείες και επενδυτές άμεσα συνδεόμενες με το σύστημα εξουσίας Πούτιν όσο και (β) στο ευρύτερο μέτωπο δηλαδή των γενικευμένων κυρώσεων, η ελληνική κοινή γνώμη είναι πιο συγκρατημένη: 71% είναι ο μέσος όρος στην πρώτη, στοχευμένη εκδοχή κυρώσεων, με 55% για την Ελλάδα· 53% είναι ο μέσος όρος στη δεύτερη, αυστηρότερή εκδοχή, με 33% για την Ελλάδα

Όσον αφορά, τέλος, το ουκρανικό αίτημα για fast-track ένταξη της χώρας στην ΕΕ, στις έξι χώρες της έρευνας ένα 27% θέλει την ένταξη αυτή και μάλιστα άμεσα, ενώ 30% τη θέλουν μεν, αλλά «σε λίγα χρόνια»· διόλου αμελητέο και το 24% που δεν θα ήθελαν μια τέτοια ένταξη. Στην Ελλάδα, οι απαντήσεις που μιλούν για άμεση ένταξη είναι 21%, ενώ ένταξη μεν αλλά «σε λίγα χρόνια» θέλει το 33%· η απόλυτη απόρριψη πάντως συγκεντρώνει 39% των απαντήσεων.

Κατά τα άλλα, με τον πληθωρισμό στην Ελλάδα να σκαρφαλώνει πάνω κι από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (στο 6,3% τον Φεβρουάριο), προσπάθειες για μέτρα αντιστάθμισης του σοκ είτε με επιδόματα στα πλέον ευάλωτα τμήματα του πληθυσμού είτε με ρυθμίσεις για την ενεργειακή οικονομία συναντούν την οροφή της δημοσιονομικής διακινδύνευσης. Γι’ αυτό και πολλές ελπίδες επενδύονται στην ευρωπαϊκή ανταπόκριση.