Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2021, τ.1013

AΝΑΛΥΣΗ του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Από την πλειοδοσία των προβλέψεων στο τέλος των ψευδαισθήσεων

 

Το να οδηγεί κανείς με τους καθρέφτες του αυτοκινήτου, αγνοώντας δηλαδή το τι ακριβώς συμβαίνει στον δρόμο –μπροστά του–, είναι μια συμπεριφορά εξόχως επικίνδυνη. Γιατί και ο κεντρικός καθρέφτης (οπισθοσκοπικό κάτοπτρο η επίσημη ονομασία του) και τα δυο καθρεφτάκια (οδηγού και συνοδηγού) είναι ασφαλώς πολύτιμα βοηθήματα για την οδήγηση· όμως χωρίς την εικόνα του τι κατάσταση διαμορφώνεται στον δρόμο, μπροστά, ο οδηγός κυριολεκτικά δεν γνωρίζει πού πάει. Ειδικά άμα η κίνηση συμβαίνει να είναι με γρήγορους ρυθμούς…

Αυτό όμως είναι που παρατηρείται το φετινό φθινόπωρο με τη διαχείριση της πανδημίας. Όχι μόνο στην Ελλάδα, είναι αλήθεια: η αναζωπύρωση της πανδημίας του κορονοϊού υπήρξε ιδιαίτερα προσγειωτική σ’ όλη την Ευρώπη. Ιδίως βέβαια στην Ανατολική και Νότια όπου αποδεικνύεται, πάλι, ότι ανήκουμε. Το άνοιγμα των οικονομιών, που είναι δεδομένο ότι δεν γινόταν να αναβληθεί κι άλλο, έγινε διαφορετικά στις διάφορες χώρες – στη Βρετανία, για παράδειγμα, υπήρξε μια εντυπωσιακή πανηγυρικότητα· στη Γαλλία είδαμε τη χρήση του GreenPass, στην Ιταλία ανάλογα· στην Ελλάδα ζήσαμε τις αναφορές στο «τελευταίο μίλι», που όμως το διανύουμε επί μήνες και μήνες!

Ήδη, τώρα, ο αριθμός των κρουσμάτων τράβηξε προς τις 10.000/ημέρα (βέβαια, επί πολλών τεστ), η κατάσταση στις ΜΕΘ βάρυνε και οι διασωληνώσεις ξεπέρασαν τις550, οι θάνατοι άγγιξαν τους 80/ημέρα (και ο συνολικός απολογισμός τους πλησιάζει τις 17.000). Παρά μια σχετική επανεκκίνηση, η συνολική εμβολιαστική κάλυψη έχει μείνει πίσω στην Ελλάδα, μόλις ξεπερνώντας το 63% του συνολικού πληθυσμού, ενώ –η επίσημη Ελλάδα τουλάχιστον–θυμάται κυρίως τις δάφνες της πετυχημένης αντιμετώπισης των δύο πρώτων κυμάτων. Α, ναι, και η υπερπολιτικοποίηση της συζήτησης, συν η δημιουργία διχοτομίας εμβολιασμένων/αντιεμβολιαστών στην κοινωνία βάρυνε το κλίμα – χωρίς να δίνει διέξοδο. Μια πορεία με λογική τυφλόμυγας βρίσκεται εν εξελίξει, που διακυβεύει τις αισιόδοξες προβλέψεις.

 

Η οικονομία σε νέες αμφιλεγόμενες αναζητήσεις

Πλην όμως, συνεχιζόταν τον Νοέμβριο μια «πλειοδοσία προβλέψεων» για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Πλέον πρόσφατες, οι φθινοπωρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κάνουν λόγο για 7,1% για φέτος.Στο 8-8,5% του ΙΟΒΕ και το 6,5% του ΔΝΤ είχεήδη προστεθεί η EBRD κάνοντας λόγο για 7%, κι ακόμη περισσότερο η Τράπεζα της Ελλάδος με ένα 7,2%. Πώς να μην δελεασθεί συνεπώς η ελληνική κυβέρνηση να αναθεωρήσει προς 6,9% το δικό της 6,1% του Προσχεδίου Προϋπολογισμού (που είχε ήδη προκύψει από αναθεώρηση ενός προσεκτικού 4,3% στο Μεσοπρόθεσμο);

Βέβαια όλοι κρατούσαν επιφυλάξεις αναφορικά με το τι θα μπορούσε να σημάνει επαναφορά της πίεσης της πανδημίας (την οποία ζούμε αυτή τη στιγμή, σωστά;) – λογικό, αφού ως βασική πηγή της καλής φετινής πορείας καταγραφόταν ο τουρισμός. Πάντως, η πρόβλεψη για το 2022 προσγειώνεται σε ένα 3,9% για την ERBD, ένα 4,6% για το ΔΝΤ, στο 4,5% για τον Προϋπολογισμό, στο 5% για την ΤτΕ, στο 5,2% για την ΕΕ. Η ΤτΕ πάντως πήρε πάνω της και μια πρόβλεψη ότι ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης θα μπορούσε να διαμορφωθεί άνω του 3% σε ετήσια βάση για όλη την επόμενη δεκαετία.

Συνεχίζει επίσης η αισιόδοξη ανάγνωση των προβλέψεων σχετικά με τη διατήρηση της νομισματικής χαλάρωσης σε επίπεδο Ευρωζώνης, με την Κριστίν Λαγκάρντ να αποκρούει με μπρίο τις φήμες/εκτιμήσεις για αύξηση των επιτοκίων μέσα στην επόμενη χρονιά,όσο κι αν πλησιάζει προς το τέλος του και το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης ΡΕΡΡ, που επέτρεψε την απορρόφηση του σοκ της πανδημίας. Από δίπλα και η αισιοδοξία ότι το πάγωμα του Συμφώνου Σταθερότητας, που θα συνεχισθεί και για το 2022, δεν θα πάψει απότομα αλλά θα δώσει τη θέση του, διαπραγματευτικά, σε κάτι πιο προσγειωμένο και διευκολυντικό: βέβαια, με Κρίστιαν Λίντνερ ΥΠΟΙΚ στη Γερμανία, προσδεθείτε!

Ειδικά σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, στο μεν πρώτο ζήτημα υπάρχει η αισιοδοξία ότι η ΕΚΤ θα βρει έναν τρόπο (=θα θελήσει να βρει τρόπο) ώστε να κρατήσει τα ελληνικά ομόλογα –τα οποία δεν κέρδισαν ακόμη το investment grade παρά τις ευνοϊκές κινήσεις– στα κατά παρέκκλισιν επιλέξιμα για στήριξη μέσω των αγορών της. Στο δε δεύτερο, οι και πρωθυπουργικές προβλέψεις θεωρούν ότι δημοσιονομικός χώρος δεν θα λείψει – πάντως ότι ένα πρωτογενές αποτέλεσμα της τάξεως του 1% του ΑΕΠ σε έλλειμμα θα είναι συμβατό με την ενισχυμένη εποπτεία υπό την οποία λειτουργούμε (το φετινό έλλειμμα πάει για 7,7% του ΑΕΠ, το περυσινό ήταν κάπου στο 10%). Ενώ και οι αποδόσεις του ελληνικού χαρτιού, που είχαν αρχίσει να «τσιμπάνε» (το 10ετές μπήκε στον Νοέμβριο με σχεδόν 1,35%, το 5ετές με 0,60%), έδειξαν να ξανασυμμαζεύονται.

Όλη αυτή η θετική –παρά τις σκιάσεις– εικόνα θα ήταν καλοδεχούμενη ως βάση χάραξης πορείας στην επόμενη χρονιά. Όμως… όμως είδαμε ήδη την επαναφορά της έντονης πίεσης της πανδημίας. Επιπροσθέτως ήρθε και μια σχετική ψυχρολουσία από έναν ιδιαίτερο παρατηρητή των διεθνών χρηματοπιστωτικών εξελίξεων, το ΙΙF/το InstituteforInternationalFinance, που το θυμόμαστε στην Ελλάδα για τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε στην αγχώδη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους το 2012. Το IIF, λοιπόν, επισημαίνει ότι ζούμε σε μια φάση «δημοσιονομικών ψευδαισθήσεων», η οποία τώρα βαίνει προς το τέλος της: οι χαμηλές αποδόσεις των ομολόγων του Δημοσίου –ιδίως των χωρών της περιφέρειας της Ευρωζώνης– «στέλνουν ένα παραπλανητικό μήνυμα». Πώς αυτό; «Η στρεβλωτική επίδραση της ποσοτικής χαλάρωσης [της ΕΚΤ] οδήγησε στην 100% απορρόφηση του χρέους που εκδόθηκε το 2020.»

Δείτε όμως κυρίως τη συνέχεια: «Οι ξένοι [ομολογιούχοι] αξιοποίησαν το QE της ΕΚΤ προκειμένου να πουλήσουν τις θέσεις ιταλικών και ελληνικών κρατικών ομολόγων» που είχαν. Οπότε; «Το ενδεχόμενο υπεραντίδρασης/overshoot στις αποδόσεις ιταλικών και ελληνικών ομολόγων είναι ρεαλιστικό,ενώ η συνακόλουθη δυσχέρανση/tightening των πιστωτικών συνθηκών θα ήταν ιδιαίτερα ανεπιθύμητη».

 

Η κινητικότητα στη διεθνή σκακιέρα

Είναι να ελπίζει κανείς ότι μια αντίστοιχη διάψευση ψευδαισθήσεων δεν θα μας προκύψει από τις –σημαντικές, συνεχιζόμενες– κινήσεις που αναλαμβάνονται στη διεθνή σκακιέρα. Με νωπή την ελληνογαλλική και την ελληνοαμερικανική αμυντική συμφωνία αλλά και μετά τη συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη με Μπόρις Τζόνσον (ιδίως: Κυπριακό, Ανατ. Μεσόγειος, κυρίως όμως… Γλυπτά του Παρθενώνα/Ελγίνεια, με διαβεβαίωση «το αίτημα [για επιστροφή/επανένωση] δεν είναι φωτοβολίδα»), η Ελλάδα θα επενδύσει τον Δεκέμβριο σε επαφήμε τη Μόσχα σε επίπεδο Κορυφής. Πώς ακριβώς θα συσχετισθούν οι τελευταίες αυτές συνομιλίες με Βλαντίμιρ Πούτιν (ΝΑΤΟ, Μαύρη Θάλασσα, Ανατ. Μεσόγειος) με το πλέγμα αναβαθμισμένων σχέσεων που προηγήθηκε; Τι ενισχύει σε προσδοκίες και τι μπλοκάρει σε προσγείωση η κάθε πρωτοβουλία;

Και αν τελικά υποδεχθεί η Αθήνα τον Πάπα Φραγκίσκο σε επίσημη επίσκεψη, πώς θα (ξανα)ακουστεί το «Τα ανθρώπινα δικαιώματα έρχονται πριν από τις διεθνείς συμφωνίες» που είχε ευλογήσει το 2016 ο Ποντίφικας, για το προσφυγικό/μεταναστευτικό;

 

Όταν το ΠΑΣΟΚ ξαναβγήκε από την αφάνεια

Δυο γεγονότα έφεραν μιαν ενδιαφέρουσα αλλαγή στο ευρύτερο πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα του τέλους του 2021, την Ελλάδα του «μικρού δικομματισμού». Το ένα τραγικό και ανθρώπινο: ο θάνατος της Φώφης Γεννηματά, μετά από μακρά ασθένεια την οποία πολέμησε μέχρι τέλους (αναδεικνύοντας, δημόσια, και την ανάγκη για διαδικασίες παρακολούθησης και έγκαιρης αντιμετώπισης διαδεδομένων μορφών καρκίνου, όπως του μαστού). Το άλλο ήταν μια ανατροπή στη διαδικασία ρουτίνας, κατά τη διεκδίκηση της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ, το οποίο «ανεκάλυψε» τελικώς ότι… δεν ήταν παρά ένα αναβαπτισμένο ΠΑΣΟΚ: στο δίπολο (ουσιαστικά) διεκδίκησης Ανδρέα Λοβέρδου/Νίκου Ανδρουλάκη προστέθηκε αίφνης ο Γιώργος Παπανδρέου, ανεβάζοντας το γενικότερο ενδιαφέρον. Και την ένταση.

Αν το τραγικό στοιχείο στην περιπέτεια υγείας της Φώφης Γεννηματά έφερε στο προσκήνιο το συναισθηματικό–στοιχείο το οποίο είναι λάθος να εξορίζεται από την πολιτική–, η επανεμφάνιση του ιδιαίτερου πολιτικού που πάντα υπήρξε ο ΓΑΠ υποχρεώνει τον πάλαι ποτέ διαλάμψαντα πολιτικό χώρο του ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ να αυτοπροσδιοριστεί εκ νέου ενόψει των επιλογών της 5ης/12ης Δεκεμβρίου.Αν μάλιστα το ΠΑΣΟΚ σταθεροποιηθεί δημοσκοπικά κοντά σ’ ένα διψήφιο ποσοστό…

Βέβαια… με την ικανότητα αυτοτραυματισμού που απέδειξε ότι διαθέτει ο χώρος του μετα-ΠΑΣΟΚ ύστερα από το 2012, δεν άργησε να προκύψει νέος εμφύλιος σπαραγμός, με αιχμή του δόρατος τη διοργάνωση (πού, πώς, με ποιους) των παραδοσιακών debates…