Τι θέση θα διεκδικήσει –και πώς– η Ελλάδα στις νέες ισορροπίες που διαμορφώνονται;

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούνιος 2022, τ.1019

AΝΑΛΥΣΗ

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

H επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ουάσινγκτον, η συνάντησή του με τον πρόεδρο Μπάιντεν και οι παράλληλες συναντήσεις με στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης, καθώς και η ομιλία του ενώπιον κοινής συνόδου Βουλής των Αντιπροσώπων και Γερουσίας, άφησαν πίσω τους σημαντικό ίχνος. Όχι τόσο για τις συμβολικές πτυχές που κράτησαν τη δημόσια προσοχή –αναμενόμενο– όσο για τις ευρύτερες διεργασίες που δρομολογήθηκαν ή επιβεβαιώθηκαν.

Στις τελευταίες, πέραν της προοπτικής πρόσθετης ενίσχυσης της ελληνοαμερικανικής αμυντικής συνεργασίας πέρα από την MDCA, με την οποία ανά χείρας βρέθηκε ο Έλληνας πρωθυπουργός στην Ουάσινγκτον –οι αναφορές στην προοπτική των F-35 δεν ήταν στιγμιαίες– θα προτάσσαμε τη δημιουργία πλατφόρμας συντονισμού στα ενεργειακά των Χοχστάιν/Τσάφος ως συμβούλων Μπάιντεν/Μητσοτάκη. Εδώ, όμως, οι αναγνώστης θα μας επιτρέψει ένα άλμα προς τα πίσω:

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ως πολιτικός της παλιάς εποχής, χαρακτηριζόταν από το στοιχείο της gravitas, που δεν επέτρεπε τους πολλούς-πολλούς ενθουσιασμούς. Όχι βέβαια σε επίπεδο Κωνσταντίνου Καραμανλή, που την είχε μια σκοτεινότερη αυτοσυγκράτηση – πάντως εύκολα δεν συναντούσες τον Μητσοτάκη να εκδηλώνει χαρά. Αν μια φορά αυτό δε συνέβη στη (σύντομη, εντέλει) πρωθυπουργία του, αυτό ήταν όταν ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ (ο Τζορτζ Μπους πατέρας) είχε αφήσει να γίνει ευρύτερα γνωστό ότι εκεί, στο γύρισμα εποχής μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, η Ουάσινγκτον επεφύλασσε σε μιαν Ελλάδα που έδειχνε να έχει βγει πλέον από τον κύκλο του αντιαμερικανισμού έναν ρόλο ευρύτερο και σταθεροποιητικό στην περιοχή των Βαλκανίων, με προβολή μάλιστα και στη Μαύρη Θάλασσα.

Εκείνο το μέλλον δεν προχώρησε. Μπορεί εμπορικές σχέσεις να προωθήθηκαν, μπορεί οι ελληνικές τράπεζες να έκαναν τη σημαντική τους διείσδυση (μέχρις ότου αποεπένδυσαν υπό ακραία πίεση την εποχή των Μνημονίων), οι κατασκευαστικές ή και οι τηλεπικοινωνιακές επίσης. Όμως ρόλος διεθνοπολιτικός δεν αποκτήθηκε – φρόντισε γι’ αυτό το ανέβασμα του Μακεδονικού σε οιονεί μονοπωλιακό ζήτημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, σε κατεύθυνση απολύτως αντίθετη απ’ εκείνην της ΕΕ και κυρίως των ΗΠΑ. Η μητσοτάκεια ψυχραιμία –«μετά από 10 χρόνια, το θέμα αυτό δεν θα το θυμάται κανείς»– διαψεύσθηκε. Χρειάστηκε να περάσουν 30 χρόνια σπατάλης διπλωματικού κεφαλαίου, χάσιμο της ευκαιρίας του Πακέτου Πινέιρο (1992), χάσιμο και της διεξόδου που έδινε το Βουκουρέστι (2008), για να καταλήξουμε στη Συμφωνία των Πρεσπών (2018). Που μπορεί να κόστισε στον ΣΥΡΙΖΑ στις κάλπες το 2019, αλλ’ επί της ουσίας «δεν άνοιξε ρουθούνι» στην ελληνική κοινή γνώμη, παρά τα συλλαλητήρια οπισθοφυλακών και τους υψηλούς τόνους στη Βουλή.

Ίσως ο αναγνώστης να θεωρεί ότι μακρηγορήσαμε για ένα παρελθόν που… είναι παρελθόν! Αν και στο –νωπό ακόμη– 14ο Συνέδριο της ΝΔ, οι κεραυνοί που επεφύλαξε ο πρώην πρωθυπουργός, πρώην ΥΠΕΞ τις ημέρες κορύφωσης του Μακεδονικού στο ενδεχόμενο «Πρεσπών του Αιγαίου», που ελλοχεύει στις διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας και δη στα ελληνοτουρκικά, δείχνουν ότι μέρος –όχι ασήμαντο– του κυβερνώντος κόμματος, που πολιτικά «εξουσιοδότησε» τον Κυριάκο Μητσοτάκη να πορευθεί στην Ουάσινγκτον, δεν στήριξε (το αντίθετο μάλιστα!) τον αντίστοιχα σταθεροποιητικό ρόλο που υπάρχει η αντίληψη ότι θα ήθελε να αφήσει για την Ελλάδα η σημερινή αμερικανική διπλωματία στην εδώ περιοχή του κόσμου. Και μάλιστα με ενεργειακή διάσταση, με έμφαση στην Ανατολική Μεσόγειο, ακριβώς ώστε να μην μονοπωλεί την περιφερειακή πρωτοβουλία η τουρκική ανασχετικότητα. Συν, βέβαια, ώστε να αποτραπεί η ρωσική διεκδικητικότητα σε περιφερειακό επίπεδο.

 

Τι αντέχει να συμφωνήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης;

Η μετάβαση στην Ουάσινγκτον έγινε με μόλις ψηφισμένη μεν τη συμφωνία για τις Βάσεις και τη συνολική ελληνοαμερικανική αμυντική συνεργασία (με 181 ψήφους), με προβλεπτή την αντίθεση-παρά-συμφωνία-επί-της-ουσίας ΣΥΡΙΖΑ και με αναμενόμενη καταψήφιση ΚΚΕ/ΜέΡΑ 25, πλην όμως με βαριά εσωκομματική αντιπολίτευση… Ενόψει επερχομένων εκλογών, πόσο τη ζύγιασε την εν λόγω αντιπολίτευση –τώρα που ζούμε τη «συμπύκνωση όλων των κρίσεων» (δανειζόμαστε την έκφραση από την Άννα Διαμαντοπούλου)– ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην Ουάσινγκτον; Πέραν των όντως εντυπωσιακών πανηγυρικών τοποθετήσεων και ανταλλαγών υψηλοφρόνων αισθημάτων, με αποκορύφωση των στοιχείων ελληνικότητας του Τζο Μπάιντεν και της σύγκρισης του Έλληνα πρωθυπουργού με Βάτσλαβ Χάβελ από μέρους της Νάνσι Πελόζι. [Η άλλη σύγκριση, της Μαριούπολης με το Μεσολόγγι, κάπως άτοπη. Ιδίως όπως συνέπεσε με την παράδοση Ουκρανών μαχητών και της Ταξιαρχίας του Αζόφ, την ίδια μέρα, στις ρωσικές δυνάμεις: η ιστορία κάπως αλλιώς κατέγραψε την Έξοδο του Μεσολογγίου.]

Θα χρειαστεί κάποιος καιρός για να ανέβει στην επιφάνεια το τι όντως συζητήθηκε και τι ξεκίνησε να συμφωνείται στο πλαίσιο του ταξιδιού Μητσοτάκη στις ΗΠΑ. Τόσο στο πλαίσιο της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας, όπου το ουσιαστικό δεν ήταν να θέσει ο Μητσοτάκης δημοσίως το θέμα των τουρκικών υπερπτήσεων στο Αιγαίο, πάντως και από ελληνικά νησιά (οφείλουν να σταματήσουν: και αν δεν σταματήσουν;), όσο και σε εκείνο της νέας ενεργειακής ισορροπίας (πώς θα «φιλοξενηθεί» η Τουρκία στη συνολική αυτή εικόνα, πέρα δηλαδή από την επιθετική διεκδίκηση ρόλου από μέρους της Άγκυρας).

Εδώ, θα μπορούσε κανείς να δανειστεί προσεγγίσεις από ένα βιβλίο του ίδιου, το Οι συμπληγάδες της εξωτερικής πολιτικής (μετάφραση από εργασία των σπουδών του στο Harvard, τέλους δεκαετίας του ‘80, που όμως κυκλοφόρησε το 2006 στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη με πρόλογο του πρέσβεως Χρ. Ζαχαράκη), όταν ξεκινούσε η πολιτική σταδιοδρομία Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ελλάδα. Δεν είναι ασήμαντο το κείμενο εκείνο, όσο κι αν δεν αποτελεί κατάθεση ακαδημαϊκής ωριμότητας όσον αφορά τις σταθμίσεις των απόψεων περί άσκησης εξωτερικής πολιτικής…

Η (κατά Χρ. Ζαχαράκη) «πρωτοφανής λαϊκή αντίθεση προς την καθολική διάθεση των κομματικών παρατάξεων για την αποδοχή συμβιβαστικής λύσεως του προβλήματος» (του Μακεδονικού, εποχής ‘90) τορπίλισε την πρόθεση Μητσοτάκη, Κωνστ., να προχωρήσει την επανατοποθέτηση της Ελλάδας στη διεθνή/περιφερειακή σκακιέρα. Μπορεί λοιπόν αυτό να έκανε στο Οι συμπληγάδες (εποχής 2006) τον Μητσοτάκη, Κυρ., να θεωρεί ότι «η κοινή γνώμη δεν εκτιμά την αξία μιας σαφούς και ορθολογικής εξωτερικής πολιτικής [και] να πιέζει την ηγεσία να ακολουθήσει πορεία που, αν και ανταποκρίνεται στο λαϊκό αίσθημα, μπορεί να αποβεί επιζήμια για τα εθνικά συμφέροντα». Αυτά… τότε.

Πλην όμως τώρα, τώρα που είναι η ώρα μείζονος επιλογής και που οι συμπληγάδες είναι πάλι εδώ, παρούσες, πώς θα αποδειχθεί ότι λειτουργεί ως πρωθυπουργός;

 

Από την κρίση της βιωμένης ακρίβειας στην ενεργειακή ανασφάλεια

Μείναμε κάπως περισσότερο στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και τις προοπτικές των ελληνικών χειρισμών (α) επειδή –απότομα, αν και όχι ακριβώς απροσδόκητα– η προς στιγμήν διαφανείσα πορεία σε ήρεμα νερά των ελληνοτουρκικών ανατράπηκε πριν από μερικές εβδομάδες· (β) επειδή το συνδεόμενο με την ευρύτερη περιφερειακή αναταραχή, δηλαδή με τον πόλεμο στην Ουκρανία (όπου τα τουρκικά drones Bayraktar διεκδικούν αυξημένο ρόλο, μαζί με… τις υποτιθέμενες ειρηνευτικές συνεισφορές της Άγκυρας), ενεργειακό χάος αρχίζει να γίνεται φανερό ότι δεν αφορά μόνον το μέτωπο των τιμών αλλά και την (πολύ βαρύτερη) υπόθεση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού· και (γ) επειδή αυτό που μόλις αναφέραμε ως μέτωπο των ενεργειακών τιμών έχει επεκταθεί σε γενικότερη εγκατάσταση του πληθωρισμού/σε βιωμένη ακρίβεια για τον μέσο πολίτη.

Οπότε, οι μεν άνθρωποι αναζητούν μια αίσθηση ασφάλειας, οι δε πολιτικοί αντιλαμβάνονται ότι κάτι τέτοιο χρειάζεται να παρέχουν! Όσον αφορά λοιπόν τον πληθωρισμό/την ακρίβεια που κατατρώγει τα εισοδήματα –ήδη τον Απρίλιο βρισκόμαστε με διψήφιο πληθωρισμό, και οι προβλέψεις για το σύνολο του 2022 δύσκολα πέφτουν κάτω από το 7% παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις για 5,6% (στο Μεσοπρόθεσμο: έναντι… 0,8% στον καημένο τον Προϋπολογισμό)– δύσκολα προκύπτει αίσθηση προστασίας, και τούτο παρά τις διαδοχικές εξαγγελίες μέτρων για τα καύσιμα ή για το ηλεκτρικό ρεύμα. Χτύπησε άλλωστε καμπανάκι ο Αναπληρωτής ΥΠΟΙΚ, Θοδωρής Σκυλακάκης, ότι οι διαθέσιμοι για στήριξη πόροι εξαντλούνται, όσο κι αν τα έσοδα του Δημοσίου αυξάνονται λόγω… του πληθωρισμού.

Στο πολύ πιο ουσιαστικό μέτωπο της ασφάλειας εφοδιασμού σε ενέργεια, άμεσα/τώρα, μέσα στο καλοκαίρι, με τα εμπόδια στην τροφοδοσία με φυσικό αέριο και πιο μεσομακροπρόθεσμα με τις συζητήσεις για απεξάρτηση από τη ρωσική αγορά υδρογονανθράκων, οι γεωπολιτικοί σχεδιασμοί έρχονται να κοντραριστούν με την οικονομική διάσταση και με την τεχνική εφικτότητα.

Σε μια παρόμοια ατμόσφαιρα συμπύκνωσης των κρίσεων, το να μείνει κανείς περισσότερο στα διεθνοπολιτικά έχει μια διάσταση παρηγοριάς…