Εκρηκτικό μείγμα πιέσεων ανακόπτει τις θετικές προοπτικές και προσδοκίες

Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2022, τ.1022

AΝΑΛΥΣΗ

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Φέτος ιδιαίτερα, διαψεύσθηκε η μεταμοντέρνα θυμοσοφία του Ουμπέρτο Έκο «τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις». Είναι τόσο εντυπωσιακή η ανατροπή αυτής της σταθεράς της δημόσιας και κοινωνικής ζωής –της σταθεράς που θέλει την αποσυμπίεση των διακοπών, πόσω μάλλον του μεγάλου ελληνικού καλοκαιριού, να δρομολογεί θετικότερα τα πράγματα το φθινόπωρο/από τον Σεπτέμβριο– ώστε τείνει κανείς να ανακαθίσει και να σκεφθεί σοβαρότερα παρά ποτέ το «πού πάμε τώρα;».

Μολονότι είναι αυτονόητος ο πειρασμός να σταθεί κανείς περισσότερο στα αμέσως δικά μας, ο ευρύτερος περίγυρος –από τη μείζονα πλανητική κλίμακα μέχρι την περιφερειακή/εγγύτερη– διεκδικεί την πρώτη προσοχή. Η συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία, που εξελίσσεται σε πόλεμο αμοιβαίας φθοράς (όχι όμως χωρίς κινδύνους αιχμής, όπως με τους βομβαρδισμούς γύρω από τον μεγάλο πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής της Ζαπορίζια/τον μεγαλύτερο της Ευρώπης), φέρνει την παράλληλη συνέχιση των κυρώσεων αλλά και άλλες παράπλευρες συνέπειες. Σίγουρα η επέκταση του ΝΑΤΟ σε Φινλανδία και Σουηδία –αν, τελικά, δεν υπάρξει μπλοκάρισμα της Τουρκίας, η οποία ήδη (Spiegel) κατόρθωσε να δείξει πόσο αμφιλεγόμενος «σύμμαχος» είναι– αποτελεί κλασική περίπτωση εφαρμογής του νόμου των αθέλητων συνεπειών.

Όμως η αναταραχή στις τιμές (και ακόμη περισσότερο στην ασφάλεια προμήθειας) της ενέργειας έχει τραντάξει την παγκόσμια οικονομία – και ακόμη περισσότερο την ευρωπαϊκή. Ήδη, η πρόβλεψη του ΔΝΤ για την παγκόσμια ανάπτυξη του 2022 υπολογιζόταν στο 3,2% (έναντι 3,6%, που ήταν η πρόβλεψη μόλις τον Απρίλιο). Το 2021, θυμίζουμε, βρισκόμασταν στο 6,1% – ενώ και τότε υπήρχαν τα απόνερα της πανδημίας και των lockdown, καθώς και η ταραχή στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Για την επόμενη χρονιά, η αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ αναμένεται κάτω από 3%. (Το ΔΝΤ, προσεκτικότερο αυτή τη φορά, και βλέποντας τι φέρνει η σφιχτή νομισματική πολιτική –στις ΗΠΑ ταχύτερα: μια δεύτερη αύξηση επιτοκίων 0,75% στα τέλη Ιουλίου οδήγησε ήδη στο 2,25%-2,5%· αλλά και στην Ευρωζώνη με μια αύξηση 0,5%, που οδήγησε σε θετικό έδαφος και συνέχεια τον Σεπτέμβριο…– διατηρεί για το ΑΕΠ και ένα πιο συντηρητικό σενάριο, με 2,6% το 2022 και 2% το 2023, δηλαδή στο κατώτερο 10% των επιδόσεων από τη δεκαετία του 1970!) Όσο για την εξέλιξη του εκτός ελέγχου πληθωρισμού, το ίδιο ΔΝΤ έκανε λόγο για ένα ετήσιο 6,5% φέτος (προηγούμενη πρόβλεψη: 5,7%). Συν… σταθερή αναφορά στην αβεβαιότητα.

Στις αντίστοιχες (ενδιάμεσες) προβλέψεις για την Ευρωζώνη, που αναγκαστικά μας καίνε περισσότερο, καταγραφόταν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μια προοπτική 2,6% ανάπτυξης για φέτος, ενώ μόλις 1,4% για το 2023. (Μουρμουρητά μέχρι και για ύφεση…) Για τη Γερμανία, ειδικότερα, όπου η οικονομία σερνόταν με 0,3% στο ξεκίνημα της χρονιάς, για το 2022 η προσδοκία ήταν στο 1,4%, για το 2023 στο 1,3%. Η δε πρόβλεψη για πληθωρισμό αναμενόταν να κορυφωθεί σε 8,4% το γ΄ 3μηνο (σε ετήσια βάση) στο σύνολο της Ευρωζώνης, με ελπίδα να ξαναβρεθεί στο 3% στα τέλη του 2023…

Πάνω από αυτές τις καταγραφές κινείται η ανασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού – πάντως στην Ευρώπη. Που έκανε ήδη τη Γερμανία (τουλάχιστον) να προωθεί προληπτικά μειώσεις της κατανάλωσης φυσικού αερίου, πιέζοντας –με σχετική επιτυχία– για αλληλεγγύη σε πλαίσιο ΕΕ: αποφασίστηκε 15% μείωση της κατανάλωσης από 1ης Απριλίου μέχρι την άνοιξη του 2023, αρχικά εθελοντική, που μπορεί όμως να γίνει δεσμευτική (με απόφαση των «27»).

Σαν να μην έφθαναν αυτά, ο καύσωνας του φετινού καλοκαιρού δεν έφερε μόνο πυρκαγιές στις μεσογειακές περιοχές –επεκτεινόμενες, αυτή τη φορά, και στη Γαλλία– και προβληματικές καταστάσεις στους πληθυσμούς μέχρις Αγγλία ή Γερμανία, αλλά και εκτεταμένη ξηρασία τον Αύγουστο που τραυμάτισε επιπρόσθετα τα ενεργειακά ισοζύγια.

Όμως… μην μένουμε μόνον ευρωκεντρικά. Διότι δίπλα στην ουκρανική κρίση, ο φετινός Αύγουστος άνοιξε μέτωπο με την Κίνα. Επίσκεψη της προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ Νάνσι Πελόζι στην Ταϊβάν έφερε ακραία ένταση στην περιοχή. Με την Κίνα να προβαίνει σε ασκήσεις με αληθινά πυρά, δείχνοντας ετοιμότητα αποκλεισμού της νήσου – την οποία θεωρεί αναπόσπαστο μέρος της επικράτειάς της. Αυτά, τη στιγμή που η Κίνα είχε βρεθεί ούτως η άλλως πολύ πλησιέστερα προς τη Ρωσία με την ουκρανική κρίση και που η περιοχή Ινδικού/Ειρηνικού γίνεται νέο πεδίο αντιπαράθεσης γενικότερα.

Το ήδη μετέωρο βήμα της Ελλάδας οδηγείται σε νέα ναρκοπέδια

Ας έρθουμε, με αφορμή αυτό το τελευταίο σκαλοπάτι, στα δικά μας: ενώ διαφαινόταν ο πειρασμός για μιαν ελληνική στάση στην ένταση ΗΠΑ-Κίνας αντίστοιχη με εκείνην στο Ουκρανικό, συνάντηση του Νίκου Δένδια με τον Κινέζο ΥΠΕΞ Γιαγκ Λι (στο πλαίσιο συνόδου ASEAN) απέδωσε ρητή στήριξη της Κίνας «στην κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας απέναντι στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει» – με τον Έλληνα ΥΠΕΞ να επαναλαμβάνει ως εκ τούτου την ένθερμη στήριξη της Ελλάδας στην «πολιτική της μίας Κίνας». Η αλήθεια είναι ότι και η ΕΕ την ίδια πολιτική διακηρύσσει…

Πάμε όμως και στη νέα κίνηση διεκδίκησης στην περιοχή μας από την Τουρκία. Η οποία, προδήλως ενδυναμωμένη από τον εντεινόμενο μεσολαβητικό της ρόλο στο Ουκρανικό –αν μη τι άλλο ως συντελεστής, μαζί με τον ΟΗΕ, της κρίσιμης συμφωνίας Ουκρανίας (την οποία σταθερά εξοπλίζει π.χ. με drones εναντίον των Ρώσων) και Ρωσίας για απεμπλοκή της εξαγωγής σιτηρών από τη Μαύρη Θάλασσα– ξεκίνησε φάση ενεργειακής-και-όχι-μόνο διεκδίκησης επί του πεδίου. Αυτό, με την έξοδο του νέου γεωτρύπανου («7ης γενιάς», με ικανότητα γεώτρησης μέχρι τα 11.500 μέτρα, σε θαλάσσιο βάθος μέχρι τα 3.000 μέτρα, άρα «ικανό για Ανατολ. Μεσόγειο») Αμπντούλ Χαμίτ Χαν. Αρχικά σε τουρκικά ύδατα/ΑΟΖ, ήδη δείχνει να στοχεύει προς κυπριακή ΑΟΖ, και δη προς το Οικόπεδο 6, όπου η κοινοπραξία ΕΝΙ/Total έχει επιτυχείς γεωτρήσεις. Άραγε, πόσο θα αργήσει να δημιουργήσει θέμα και στη (μη κηρυγμένη) ελληνική ΑΟΖ, μεταξύ Κρήτης και Καρπάθου-Ρόδου-Καστελόριζου; (Συν, πτήσεις F-16 και UAV πάνω από Κίναρο/Λέρο και Κανδελιούσα/Νίσυρο, ανήμερα Δεκαπενταύγουστου.)

Αυτού του είδους οι κραδασμοί προσθέτουν ένταση τη στιγμή που διαφαινόταν κάποια ακτίνα φωτός στην πολυταλαιπωρημένη ελληνική οικονομία. Ο συνδυασμός ενός τουριστικού 2022, που όντως επαναφέρει σε επίπεδα 2019 με την ιδιωτική κατανάλωση, που (παρά τις ανησυχίες) στηρίζεται σε βελτιωμένες καταθέσεις αλλά και στη βοήθεια των ποικίλων επιδοματικών στηρίξεων, κάνει τις προβλέψεις για αύξηση του ΑΕΠ περί το 4-4,2% να προσπερνιούνται, με αναφορές και σε άνω του 5%. Προσθέστε εδώ τη σημαντική βελτίωση των φορολογικών εσόδων. Παράλληλα, καταγράφεται υποχώρηση της καταγεγραμμένης (ΕΛΣΤΑΤ) ανεργίας στην αρχή του καλοκαιρού μια ανάσα πάνω από το 12% σε σχέση με 15% πριν από έναν χρόνο: όσο κι αν η κατάσταση δεν είναι για ενθουσιασμούς (η εγκατάσταση σε διψήφια επίπεδα επί μία δεκαετία λειτουργεί αποδιαρθρωτικά, η ανεργία των νέων δεν βελτιώνεται, κυρίως δε οι χαμηλές αμοιβές έχουν υπονομεύσει την έννοια «αγορά εργασίας»), η βελτίωση είναι σημαντική. Αν κάπου υπάρχει σήμα κινδύνου, αυτό είναι η εξέλιξη του πληθωρισμού, που για τρίτο μήνα έμενε άνετα διψήφιος – με πρόβλεψη 8,9% σε ετήσια βάση (έναντι πρόβλεψης 6,3% την άνοιξη).

Αυτή η συνολική εικόνα, που οδηγεί στη ΔΕΘ 2022 με ερώτημα πόση αυτοσυγκράτηση θα δείξουν οι κυβερνητικές εξαγγελίες σε προεκλογική –ούτως ή άλλως, πλέον– φάση, με κεκτημένη την ταχύτητα επιδοματικής πολιτικής (μετά την πανδημία, η ενεργειακή κρίση και η βιωμένη ακρίβεια…), βρίσκει πάντως το ελληνικό 10ετές ομόλογο σε απόδοση άνω του 3,2%, ενώ τον Ιούνιο είχε πιάσει το 4%.

Πορεία λοιπόν με μετέωρο βήμα παρά τις ενθαρρυντικές ενδείξεις. Αλλά… μας προέκυψε η μείζων πολιτική διατάραξη του σκανδάλου παρακολουθήσεων δημοσιογράφων, συν του Νίκου Ανδρουλάκη, προέδρου του ΠΑΣΟΚ, που κόστισε στη κυβέρνηση τον διευθυντή του Γραφείου Πρωθυπουργού, τον διοικητή της ΚΥΠ, μια επιστολή αναγκαστικής ανησυχίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (αντίστοιχη έλαβε η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Ισπανία), ήδη και επικριτική κινητοποίηση του Ευρωκοινοβουλίου. Αποτέλεσμα: ανατίναξη κάθε προοπτικής για ομαλή πορεία σε έναν δύσκολο χειμώνα και για προβλεπτότητα της ήδη σε έκτακτη εξέλιξη προεκλογικής περιόδου.

Συν, ο διεθνής Τύπος να θέτει την Ελλάδα στο στόχαστρο, συν το country risk να υποσκάπτει την επενδυτική βαθμίδα την οποία –ελπιζόταν– θα πλησίαζε τώρα, μετά την (από 20ής Αυγούστου) έξοδο από την Ενισχυμένη Εποπτεία.