Μελετώντας την Αφρική…

…αλλά και τον τρόπο προσέγγισης των πραγμάτων

που αφήνει πίσω η ψηφιακή επικοινωνία «μετά την πανδημία»

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Η αξιοποίηση των τεχνολογικών μέσων, αξιοποίηση που πύκνωσε με την περιπέτεια του κορονοϊού ως καταλύτη, προκειμένου να διευκολυνθεί η πανεπιστημιακή διδασκαλία (εδώ: να παρακαμφθούν τα lockdown), να διατηρηθεί η επαφή των ερευνητών και να συνεχιστούν οι προσπάθειές τους (όχι πως η ψηφιακή επικοινωνία δεν υπήρχε από πριν, αλλά η αληθινή έκρηξη των συναντήσεων Skype και των Zoom και των Teams και των συναφών ήρθε με την πανδημία) και να ανοίξει η συζήτηση προηγούμενων κλειστών ομάδων σε ευρύτερα κοινά (Τι είναι ένα συνέδριο; Τι είναι ένα πρόγραμμα ενημέρωσης/συζήτησης; Η δημιουργία μιας πλατφόρμας επικοινωνίας;) έφερε και κάποιες απροσδόκητες εκπλήξεις.

Το Πρόγραμμα “African History through the lens of Economics”, που ξεκίνησε διαδικτυακά στις αρχές του 2022 από τους Πανεπιστημιακούς/ερευνητές Nathan Nunn, Στέλιο Μιχαλόπουλο, Ηλία Παπαϊωάννου, Leonard Wantchekon, με συνεχιζόμενη στήριξη του Wheeler Institute for Business and Development του London Business School προσφέρεται –ελεύθερο, ανοιχτής πρόσβασης– σε ένα κοινό οικονομολόγων, ιστορικών, κοινωνιολόγων, πολιτικών επιστημόνων και γενικώς ευαισθητοποιημένων ανθρώπων.

Ήρθε να ανταποκριθεί το Πρόγραμμα αυτό –στο οποίο προσήλθαν και εγγράφηκαν τελικώς άνω των 27.000 ενδιαφερομένων, διεθνώς, από περισσότερες των 160 χωρών (το 77% από την αφρικανική ήπειρο) και από 1.000+ Πανεπιστήμια και ερευνητικούς φορείς: θα επανέλθουμε…– σε μια ανερχόμενη τα τελευταία χρόνια ζήτηση «Αφρικής». Εκεί δηλαδή που η Αφρική είχε φτάσει να θεωρείται σχεδόν η χαμένη ήπειρος, τώρα συζητείται ως επίκεντρο επενδυτικού ενδιαφέροντος, ως πεδίο ανταγωνισμού Κίνας και Δύσης, αλλά και χώρος ανάπτυξης κοινωνικής δυναμικής.

 

Μια αφρικανική ερευνητική διαδρομή

Παράλληλα μ’ αυτό όμως, ευρύνεται και η ίδια η ερευνητική προσπάθεια γύρω από την Αφρική. Η δυνατότητα συλλογής, επεξεργασίας και ανάλυσης στοιχείων απωθεί τις παλιότερες, απλουστευτικές εν πολλοίς και Δυτικές στη ρίζα τους, προσεγγίσεις. Η ομάδα των Nunn,  Μιχαλόπουλου, Παπαϊωάννου, Wantchekon ακροβολίζεται από Χάρβαρντ σε Brown, London Business School και Πρίνστον, ενώ κινητοποιεί και –με τις δυνατότητες της ψηφιακής τεχνολογίας– αξιοποιεί πρωτογενές υλικό και μελέτες από πλήθος πηγών. Καλύπτει το Πρόγραμμα “African History through the lens of Economics” την προ-αποικιακή εποχή, την εποχή του δουλεμπορίου (με εντυπωσιακά αρνητικό συσχετισμό μεταξύ προϊόντος κατά κεφαλήν και έντασης των δουλεμπορικών ροών), την εποχή της αποικιακής επιδρομής των ευρωπαϊκών Δυνάμεων, με κατάληξη την εποχή της αποικιοκρατίας (που επικαθόρισε βαθύτερα δομές και εξελίξεις στην αφρικανική ήπειρο). Αυτές οι διαδοχικές φάσεις μελετώνται από το Πρόγραμμα όσο το δυνατόν πλησιέστερα στα στοιχεία: οι αποικιακές διοικήσεις αυτό τουλάχιστον το άφησαν πίσω (βάσεις δεδομένων, συχνά σε πολύ εκτεταμένη/αναλυτική τοπική κλίμακα), ενώ και το γεγονός ότι η αποικιοποίηση εν πολλοίς υπήρξε εταιρικό και όχι απλώς κρατικό φαινόμενο έχει παραγάγει τεράστιο όγκο στοιχείων – των οποίων οι ψηφιακές δυνατότητες του σήμερα επιτρέπουν μια εκτεταμένη αξιοποίηση.

Οι επόμενες φάσεις είναι πιο οικείες: η μεγάλη εμπειρία της απο-αποικιοποίησης της Αφρικής και η οικοδόμηση –ωστόσο με πολλά εμπόδια– ανεξάρτητων και αυτοκαθοριζόμενων κρατών· τέλος, η πιο πρόσφατη «ανακάλυψη» της Αφρικής ως ευκαιρίας, όπου δίπλα σε φαινόμενα όπως οι συγκρούσεις του Ψυχρού Πολέμου ή/και η διεκδικητική παρουσία των μετα-αποικιακών Δυνάμεων, με πλήθος τοπικές και περιφερειακές συγκρούσεις, έχει ωστόσο επιτρέψει να αναδυθούν φαινόμενα ενδογενούς ανάπτυξης, με άνοιγμα προς τον έξω κόσμο και αμφισβήτηση των εξουσιών.

 

Πώς γεννιέται και πώς φιλοξενείται το ενδιαφέρον για την Αφρική

Αν αυτό είναι το πλαίσιο του “African History through the lens of Economics”, ωστόσο –όπως εξηγούν οι ίδιοι οι αρχιτέκτονές του– αναπτύχθηκε προσπερνώντας από νωρίς την κυρίως οικονομική στόχευση, για να επεκταθεί στην ιστορική, κοινωνιολογική, νομική, πολιτικο-επιστημονική, ακόμη και ψυχολογική διάσταση. Με τον τρόπο αυτό, και όσο το Πρόγραμμα εξελισσόταν, η διεπιστημονική προσέγγιση τροφοδοτούνταν από τη συζήτηση: εκατοντάδες ερωτήσεις υποβάλλονταν από τους συμμετέχοντες, που όπως ήδη σημειώθηκε εν πολλοίς ήταν αφρικανικής προέλευσης, ενώ οι απαντήσεις που εισφέρονταν από τους οργανωτές του Προγράμματος αποτελούσαν εν συνεχεία αντικείμενο περαιτέρω συζήτησης. Οι ίδιοι οι οργανωτές είδαν την προσπάθειά τους ως «πρώτο βήμα απο-αποικιοποίησης της προσέγγισης και της μελέτης των οικονομικών της Αφρικής»: πράγματι, μέχρι σήμερα τη μελέτη της Αφρικής την είχαμε συνηθίσει να γίνεται από μη Αφρικανούς, σε Πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα (ιδίως της Δύσης), ή έστω και σε διεθνείς οργανισμούς. Η οπτική αυτή γωνία δεν έπαυε να έχει εσωτερικευμένη μια προκατάληψη.

Πάντως, μια πρόσθετη διάσταση είναι εκείνη που ήδη εξαρχής μνημονεύσαμε: το εκρηκτικό ενδιαφέρον που, από την στιγμή που ανακοινώθηκε το “African History through the lens of Economics”, εμφανίσθηκε, διαδόθηκε και κορυφώθηκε μέσα σε λίγες εβδομάδες. Από κάπου 400 αρχικές εγγραφές, μέσα σε λίγες μέρες ξεπεράστηκαν οι 3.000, ύστερα οι 5-6.000. Εδώ, ένα πρώτο σκαλοπάτι: η δυνατότητα φιλοξενίας ενός τόσο μεγάλου κοινού σε διαδικτυακή πλατφόρμα είδε το κόστος της να εκτινάσσεται – πλην όμως, έτσι όπως ο ιδρυτής του Zoom είναι γνωστό ότι έχει διαθέσει μέρος της περιουσίας που έχτισε με την εκρηκτική ανάπτυξη λόγω της πανδημίας για κοινωφελείς σκοπούς, ζητήθηκε/προτάθηκε να δοθεί ως χορηγία η χαμηλού κόστους φιλοξενία.

Η κορύφωση του ενδιαφέροντος σε περισσότερες από 25.000 συμμετοχές δείχνει, μαζί και με την οργάνωση και το χτίσιμο του Προγράμματος, μια σειρά από πράγματα που μπορεί κανείς να αποκομίσει από την εποχή της (μετά-και-την-κρίση-της-πανδημίας) εκρηκτικής ανάπτυξης της ψηφιακής επικοινωνίας. Ότι μια «λύση ανάγκης» όπως ήταν η τηλεκπαίδευση και η τηλεργασία σταδιακά μετεξελίχθηκε σε έναν ολόκληρο κόσμο ευκαιριών. Ότι η ίδια η ερευνητική δουλειά, η δυνατότητα πρόσβασης σε μεγάλους όγκους δεδομένων και αποδοτικής επεξεργασίας τους, βοηθήθηκε με εκθετικούς ρυθμούς. Ότι η πρόσβαση σε ευρύτερα/ευρύτατα ενδιαφερόμενα κοινά ανοίγει με επίσης έντονους ρυθμούς. Και ότι, πέρα από συμβατικότερα πεδία ενδιαφέροντος, το άνοιγμα στην περιέργεια, στην προσέγγιση του λιγότερου γνωστού, στην πολυεπίπεδη διερεύνηση θεμάτων με καινοτομική διάσταση, γνωρίζει νέες δυνατότητες.