Αβεβαιότητα για τον πρώτο κυβερνητικό συνασπισμό της μετά-Μέρκελ εποχής

 

Στην Αμερική οι προεκλογικές εκστρατείες για την προεδρία ξεκινούν λίγο μετά τις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο, οπότε διαρκούν σχεδόν δύο κοπιαστικά χρόνια. Αντιθέτως, στη Γερμανία το μεγαλύτερο μέρος της φετινής –εκλογικής– χρονιάς πέρασε χωρίς να μπορεί κανείς να καταλάβει ότι μία από τις σημαντικότερες εκλογικές αναμετρήσεις της θα λάβει χώρα στις 26 Σεπτεμβρίου. Μόλις την πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου ξεφύτρωσαν σε στύλους φωτισμού ανά το Βερολίνο αφίσες με τα πορτρέτα των τριών βασικών διεκδικητών της καγκελαρίας, δίπλα σε ημι-άγνωστους τοπικούς πολιτευτές που διεκδικούν έδρα στο Κοινοβούλιο. Επιτέλους, η τηλεόραση φιλοξενεί πολιτικές διαφημίσεις. Οι Σοσιαλδημοκράτες, μάλιστα, έσπασαν ένα παραδοσιακό πολιτικό ταμπού ανεβάζοντας μιαν αρνητική διαφήμιση, με επίθεση εναντίον των θρησκευτικών πεποιθήσεων στενού συμβούλου του Άρμιν Λάσετ, του συντηρητικού υποψηφίου που εμφανίζεται πρώτος (αλλά με μικρή απόσταση) στη σειρά για τη διαδοχή της Άνγκελα Μέρκελ – η οποία αποσύρεται μετά από 16 χρόνια στην καγκελαρία.

Μέχρι τη στιγμή που καταστροφικές πλημμύρες κατέκλυσαν στα μέσα Ιουλίου τμήματα της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας και της Ρηνανίας Παλατινάτου, η συμβατική σοφία έλεγε ότι η νίκη θα ανήκε στον Άρμιν Λάσετ, υποψήφιο της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης/CDU και του αδελφού κόμματος της Χριστιανοκοινωνιστικής Ένωσης/CSU. Πλην όμως, ο Λάσετ είναι και ο πρωθυπουργός του Land της Β. Ρηνανίας-Βεστφαλίας και έδειξε ανικανότητα στον χειρισμό των πλημμυρών. Στις 10 Αυγούστου, ο Economist ξεκίνησε το δικό του διαδικτυακό προγνωστικό μοντέλο για τις γερμανικές εκλογές: έκτοτε η προεκλογική καμπάνια, που ήταν μάλλον υπνηλέα, γίνεται όλο και πιο ενδιαφέρουσα. Στα μέσα Αυγούστου, ο Ά. Λάσετ –που έχει μια τάση να κάνει γκάφες– ακύρωσε τις προεκλογικές του εμφανίσεις (καθώς και μερικές παρουσίες στην τηλεόραση για τον Σεπτέμβριο) προκειμένου να δείξει ότι επικεντρώνεται στην επόμενη μέρα των καταστροφικών πλημμυρών.

Εν τω μεταξύ, ο Όλαφ Σολτς (ο υποψήφιος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος/SPD) συνεχώς κερδίζει έδαφος. Οι Γερμανοί δεν ψηφίζουν με άμεση ψηφοφορία για καγκελάριο, ωστόσο η εταιρεία δημοσκοπήσεων IWSA Consulere τη δεύτερη εβδομάδα του Αυγούστου κατέγραψε ότι στο ερώτημα «ποιον θα επιλέγατε ως καγκελάριο, αν είχατε τη δυνατότητα;» ένα 27% των απαντήσεων ανέφεραν τον Ό. Σολτς, με την Αναλένα Μπέρμποκ των Πρασίνων να επιλέγεται από μόλις 13% και τον Ά. Λάσετ από 14%. Ένα σημαντικό 36% των ερωτώμενων απάντησαν ότι δεν θα επιθυμούσαν να ψηφίσουν οποιονδήποτε από τους τρεις.

Καθώς ο Όλαφ Σολτς τα πάει καλά (τουλάχιστον αποφεύγει τις γκάφες), προκύπτει πλέον πιθανή μια γνήσια εναλλακτική στη μακρά περίοδο διακυβέρνησης από τους συντηρητικούς. Το εκλογικό προγνωστικό μοντέλο του Economist (που μπορεί κανείς να το παρακολουθεί στο www.economist.com/german-election-2021) συνδυάζει τις πλέον πρόσφατες δημοσκοπήσεις με άλλους δείκτες (όπως π.χ. στοιχεία για τις προηγούμενες επιδόσεις των κομμάτων) ώστε να καταλήξει σε ενημερωμένη πρόγνωση του πόσες ψήφους και πόσες έδρες μπορεί να κερδίσει το κάθε κόμμα. Επίσης μετρά την αξιοσημείωτη αβεβαιότητα αυτής της αναμέτρησης. Οι προγνώσεις του μοντέλου ενημερώνονται σε καθημερινή βάση.

 

Το γερμανικό εκλογικό σύστημα

Το εκλογικό σύστημα της Γερμανίας είναι ασυνήθιστο. Οι ψηφοφόροι έχουν στη διάθεσή τους δύο ψήφους. Η πρώτη χρησιμοποιείται για την εκλογή τοπικού βουλευτή –κατά μέσον όρο αντιστοιχεί ένας σε κάθε 250.000 κατοίκους– με πλειοψηφικό σύστημα: κάθε υποψήφιος που αναδεικνύεται νικητής εξασφαλίζει μία έδρα. Η δεύτερη όμως ψήφος δίνεται στο κόμμα, όχι σε υποψήφιο: αυτή έχει μεγαλύτερη σημασία από την πρώτη, καθώς καθορίζει το συνολικό ποσοστό εδρών που θα έχει το κάθε κόμμα στο Μπούντεσταγκ, δηλαδή στο κατώτερο σώμα του Κοινοβουλίου. Οι πιθανότητες των υποψηφίων για την καγκελαρία δεν εξαρτώνται από την προσωπική τους δημοφιλία, αλλ’ από το πόσο καλά θα τα πάει το κόμμα τους στις δεύτερες ψήφους. Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις –καθώς και η διαδικτυακή πρόγνωση του Economist– πιστεύουν ότι το SPD θα έρθει τρίτο μετά το CDU και τους Πράσινους, ή πάλι ότι θα ισοψηφήσει με τους Πράσινους για τη δεύτερη θέση.

Όταν πλέον έχει ολοκληρωθεί η κατανομή των εδρών, αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις για τη διαμόρφωση κυβέρνησης συνασπισμού. Στα μέσα Αυγούστου το προγνωστικό μοντέλο του Economist δείχνει ότι ο συνδυασμός που είναι πιθανότερο να δώσει πλειοψηφία θα ήταν εκείνος CDU/CSU, Πράσινοι, συν Φιλελεύθεροι/FDP. Ο συνασπισμός αυτός είναι γνωστός ως «Τζαμάικα», καθώς έχει τα χρώματα της σημαίας αυτής της χώρας. Οι Πράσινοι και οι Χριστιανοδημοκράτες θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να προχωρήσουν και μόνοι τους σε πρασινόμαυρο συνασπισμό, εφόσον όμως εξασφαλίσουν αρκετά υψηλό ποσοστό ψήφων. Όμως το μοντέλο του Economist διαβλέπει και μια ενδεχόμενη ανατροπή, με συνασπισμό Ampel («φωτεινού σηματοδότη»), όπου οι Πράσινοι θα συνεργασθούν με το SPD και το FDP. Μια τέτοια εκδοχή θα έδινε στον Ό. Σολτς τις περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει την καγκελαρία, αν και η Αν. Μπέρμποκ πιθανόν να τη διεκδικήσει για τον εαυτό της άμα οι Πράσινοι προηγηθούν έναντι του SPD. Κάτι τέτοιο θα απέκλειε από τη διακυβέρνηση το CDU για πρώτη φορά μετά το 2005, όταν η Άνγκελα Μέρκελ τέθηκε επικεφαλής.

Το FDP έχει να βρεθεί στην κυβέρνηση από το 2013, οπότε δεν είχε κατορθώσει να ξεπεράσει τον φραγμό του 5% που απαιτείται για είσοδο ενός κόμματος στη Βουλή. Αυτήν τη φορά όμως, εμφανίζεται με πιθανότητες συμμετοχής σε δύο από τους τρεις πιθανούς συνασπισμούς. Ο Κρίστιαν Λίντνερ, ο νεαρός επικεφαλής του FDP, το οποίο ωφελείται από τις αδυναμίες του Ά. Λάσετ, θα προτιμούσε τη λύση Τζαμάικα, χωρίς όμως και να αποκλείει τη λύση Ampel. Αυτό όμως σημαίνει ότι κινδυνεύει να χάσει ορισμένους από την πλειοψηφία των ψηφοφόρων του FDP, οι οποίοι προτιμούν Ά. Λάσετ από Ό. Σολτς. Πάντως, ο Κρ. Λίντνερ ήδη συζητάει για υπουργικά χαρτοφυλάκια· λέει ότι θα επιθυμούσε το Υπουργείο Οικονομικών – θεωρώντας ότι οι Πράσινοι θα διεκδικήσουν το σχεδιαζόμενο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής.

[…] Σε ευρύ φάσμα θεμάτων, τα γερμανικά κόμματα θα όφειλαν να έχουν ξεκαθαρίσει απόλυτα τις θέσεις τους. Οι πλημμύρες του Ιουλίου έδειξαν τον επείγοντα χαρακτήρα της λήψης ουσιαστικότερων μέτρων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, δηλαδή ενός θέματος όπου η Γερμανία –με την πελώρια αυτοκινητοβιομηχανία της και τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με λιγνίτη– βρίσκεται αντιμέτωπη με ισχυρές προκλήσεις. Η Γερμανία θα βρεθεί επίσης σε δυσκολία να διατηρήσει τη φιλική της οικονομική σχέση με την Κίνα, την οποία οι υπόλοιποι Δυτικοί έχουν καταλήξει να θεωρούν στρατηγικό ανταγωνιστή. Οι σχέσεις με τη Ρωσία κινούνται ανάμεσα στη σταθερή στάση Μέρκελ μετά την εισβολή στην Κριμαία και τη διαλλακτική Ostpolitik που έχει εφαρμόσει στο θέμα του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2. Επίσης, η συναίνεση της Γερμανίας για το σχέδιο ανάκαμψης της ΕΕ μετά την Covid-19 συγκαλύπτει σημαντικές διαφορές όσον αφορά τις συλλογικές ευρωπαϊκές δαπάνες και το δημόσιο χρέος.

Σε όλα αυτά τα μέτωπα, τα κόμματα της Γερμανίας έχουν ουσιαστικές διαφορές. Οι Πράσινοι επιθυμούν μετάβαση προς ένα μέλλον μηδενικών εκπομπών άνθρακα (με πρωτοβουλίες του Δημοσίου), σκληρότερη στάση έναντι Κίνας και Ρωσίας και προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Οι CDU/CSU θέλουν να δώσουν στη βιομηχανία χρόνο για να προσαρμοσθεί σε μια οικονομία χαμηλού άνθρακα, ενώ επιθυμούν αντιστάθμιση μιας ανεξαρτησίας της εξωτερικής πολιτικής από την Κίνα με οικονομική συνεργασία. Το SPD θέλει να προχωρήσει περισσότερο η αναδιανομή εισοδημάτων και να αποφευχθούν οι τριβές στην εξωτερική πολιτική. […]

Η έκβαση της εκλογής του Σεπτεμβρίου παραμένει ακόμη πολύ αβέβαιη. Από το 2005, έχει αυξηθεί πολύ –σύμφωνα με τον Τόρστεν Φάας, καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου– ο αριθμός των αναποφάσιστων. Οι τελευταίες εβδομάδες των προεκλογικών εκστρατειών έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία. Ιδίως στην περίπτωση των νέων υποψηφίων για την καγκελαρία, οι παλιές επιλογές πολιτικής στράτευσης μπορεί να μην ισχύουν πλέον, τονίζει ο Τ. Φάας. Οι πιστοί οπαδοί της Άνγκελα Μέρκελ δεν θα ψηφίσουν αυτόματα για τον Άρμιν Λάσετ.

Όταν, λοιπόν στις 10 Αυγούστου ο Ά. Λάσετ οργάνωσε συνάντηση με τους υπόλοιπους πρωθυπουργούς των Laender προκειμένου να συζητήσουν την εξέλιξη της Covid-19 και την αντιμετώπιση των ζημιών από τις πλημμύρες, εκείνο που έκανε ήταν να επιζητά διέξοδο από καταγγελίες ότι είναι κουρασμένος και να επιδιώκει να δείξει αποφασιστικότητα στην ενίσχυση των θυμάτων των πλημμυρών και στη διαμόρφωση σαφούς στρατηγικής για την αντιμετώπιση του τέταρτου κύματος της πανδημίας. Αλλιώς, ο βηματισμός του Όλαφ Σολτς, ο οποίος ως υπουργός Οικονομικών υποσχέθηκε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ για αποκατάσταση ζημιών από τις πλημμύρες, θα επιταχυνθεί ακόμη περισσότερο.