Αγγλοσαξωνικές εκδοχές πολιτικής ευαισθησίας

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Τα τελευταία (πολλά) χρόνια, το στίγμα που έδινε η Αγγλοσαξωνική εκδοχή πολιτικού κόσμου είχε αρχίσει να θολώνει – επικίνδυνα. Και σ’ αυτό το βάρος δεν έφερε μόνο ο θίασος του προσκηνίου, οι Ντόναλντ Τραμπ και Μπόρις Τζόνσον (και Ντέιβιντ Κάμερον, βέβαια) της εποχής, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο η κοινή γνώμη μεγάλων – όχι πάντα ευχάριστων ή ευκολοδιάβαστων, πάντως μεγάλων – χωρών όπως οι ΗΠΑ ή η Βρετανία ανεχόταν συμπεριφορές ή/και τις προσπερνούσε.

Κατά περίεργο τρόπο, κάποια οριακής σημασίας (εκ πρώτης όψεως) επεισόδια των τελευταίων ημερών πάνε να επαναφέρουν «κάτι» καλύτερο από την Αγγλοσαξωνική κουλτούρα και την αντίστοιχη θεσμική στάση στο προσκήνιο. Δείτε, για παράδειγμα, την ταχύτατα ανερχόμενη απόρριψη του έως χθες/προχθές κυρίαρχου στην Βρετανική πολιτική σκηνή Μπόρις Τζόνσον – γιατί (και για τι;) Επειδή ανέχθηκε δυο-τρία πάρτι, ημέρες lockdown, στον πίσω (κλειστό, απρόσιτο από τα μάτια του πλήθους) κήπο της Ντάουνινγκ Στριτ. ίσως και να συμμετείχε σ’ αυτά. μάλλον… ναι, συμμετέσχε σ’ αυτά, αλλά ήταν «στο τέλος συνάντησης εργασίας», Παρασκευές, στο ύπαιθρο. Δεν άργησε να ανέβει η ένταση όχι του κραξίματος, αλλά της ενόχλησης που έγινε οργή. όχι των «εχθρών» των Συντηρητικών, αλλά των ίδιων των Τόριδων.

Όταν μάλιστα εφημερίδες του κατεστημένου ανέδειξαν ότι την ίδια εκείνη μέρα η Βασίλισσα Ελισσάβετ (Β΄) πενθούσε μόνη λόγω περιορισμών του lockdown τον σύζυγό της, ή πάλιν ότι υπουργός της Κυβέρνησης δεν μπορούσε να δει στο νοσοκομείο την γυναίκα του και τα παιδιά του που κινδύνευαν, το ποτήρι ξεχείλισε. Ανατέθηκε σε ανώτερη δημόσια υπάλληλο να διερευνήσει εξονυχιστικά τα περιστατικά. ο Τζόνσον ζήτησε τελετουργικά συγγνώμην από το Μπάκινγκχαμ. η Σκότλαντ Γιάρντ δήλωσε ότι θα προσέλθει και αυτή ανακριτικά (γιατί; επειδή «άμα μια απαγόρευση δεν τηρείται επειδή ανακοινώνεται και μόνο, τότε διασαλεύεται η δημόσια τάξη»). Κυρίως, όμως, από το ίδιο το κόμμα του Μπόρις Τζόνσον κοινοί βουλευτές/backbenchers αλλά και προβεβλημένα στελέχη/υπουργοί περισσότερο συζητούν πότε θα αντικατασταθεί (και με ποιον/ποιαν) παρά αν θα τεθεί εκτός! Το ότι οι Τόρις υστερούν κατά 10 μονάδες στις δημοσκοπήσεις αιφνιδίως, συμβάλλει σ’ αυτό, βέβαια. (Το ότι μεταξύ των πιθανών διαδόχων του Τζόνσον – Λιζ Τρας, Ρίσι Σούνακ, Τζέρεμι Χαντ, Πρίττι Πατέλ, Σανζίντ Χαβίντ: ο δεύτερος και η τέταρτη και ο πέμπτος φωνάζουν από μακριά ότι είναι Βρετανοί εκ Κοινοπολιτείας; Ανατ. Αφρική/Ινδία/Πακιστάν –  δείχνει επίσης κάτι για την σημερινή Βρετανία).

Η δεύτερη εικόνα, από τις ΗΠΑ. Εκεί, λόγω της σκιάς Τραμπ η υπόθεση της Covid-19 (και μάλιστα το μέτωπο των εμβολιασμών) έχει οδηγήσει σε ακραίο διχασμό: Πολιτείες ή/και πόλεις επιβάλουν εμβολιασμό κατηγοριών εργαζομένων, άλλες κάνουν την ακριβώς αντίθετη επιλογή. Δείτε όμως την κεντρική/Ομοσπονδιακή νομοθεσία, μέσω Executive Orders του Προέδρου Μπάϊντεν και αντίστοιχων  νομικών εργαλείων. Καθιέρωσε – προ μηνών – υποχρεωτικό εμβολιασμό για τους υγειονομικούς, για τους δημόσιους (ομοσπονδιακούς) υπαλλήλους και για τους εργαζόμενους εταιριών με άνω των 100 εργαζομένων. Και οι τρείς αυτές αποφάσεις προσβλήθηκαν δικαστικά, με διαφορετικά αποτελέσματα ανά τις βαθμίδες της Δικαιοσύνης. Τώρα όμως, προ ημερών, το Ανώτατο Δικαστήριο (σημείωση: ο απελθών Πρόεδρος Τραμπ είχε φροντίσει να «γείρει» προς συντηρητική κατεύθυνση την ισορροπία του), ακύρωσε με αρκετά πολύπλοκο συλλογισμό την τρίτη υποχρεωτικότητα, εκείνη για τις μεγάλες επιχειρήσεις, θεωρώντας την «χοντροκομμένο εργαλείο» (Αυτό δεν σημαίνει ότι επιχειρήσεις σαν την Citigroup της Delta Air ή την Google δεν μπορούν να θέσουν – Αμερική γαρ… – τους δικούς τους κανόνες όχι όμως να υποχρεωθούν σ’ αυτό ομοσπονδιακά). Ενώ, δε, άλλη απόφαση του Supreme Court, εκείνη που αφορούσε το δικαίωμα των γυναικών στην άμβλωση, είχε φέρει τον Τζο Μπάϊντεν σε δημόσια αντιπαράθεση μ’ αυτήν την στάση, τώρα η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση δείχνεται πολύ πιο προσεκτική…

Μια πιο απομακρυσμένη και ιδιαίτερη Αγγλοσαξωνική χώρα, τέλος, η Αυστραλία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ακόμη πιο ιδιαίτερη υπόθεση – κι αυτή με (περίεργη) σχέση προς την πανδημία Covid-19. Πρόκειται προδήλως για την υπόθεση του μη-εμβολιασμένου παγκόσμιου πρωταθλητή του τένις Νόλαν Τζόκοβιτς, ο οποίος επιχείρησε να παρακάμψει την απαγόρευση εισόδου στην χώρα ανεμβολίαστων (πάντως χωρίς τήρηση 15ήμερης καραντίνας) προκειμένου να μετάσχει στο Australian Open. Η διόλου τιμητική για τον ίδιο, για την Αυστραλιανή Κυβέρνηση και για τους διοργανωτές του Australian Open αυτή υπόθεση «ανέβασε» την προσοχή της διεθνούς κοινότητας στην αυτοαντίληψη των μεγάλων του σπορ (το ζήσαμε, στο πολύ πιο ταπεινό, με τον ημέτερο Στέφανο Τσιτσιπά) και μέχρι την προεκλογική χειριστικότητα των Κυβερνήσεων (γίνεται όλο και σαφέστερη η επιδίωξη του Σκοτ Μόρρισον να χτίσει πολιτικό κεφάλαιο πουλώντας αδιαλλαξία). Ωστόσο, εκείνο που εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η στάση της Αυστραλιανής κοινής γνώμης, ότι δηλαδή δεν είναι νοητό μια νομική διάταξη να μην ισχύει εξίσου και για όλους.

Επιστρέφοντας στην Βρετανία για μια σύντομη ματιά, ας μην παραβλέψουμε πώς το ίδιο επιχείρημα οδήγησε την βασιλική κουστωδία να αφαιρέσει από τον Πρίγκιπα Άντριου τίτλους και στρατιωτικά αξιώματα όχι επειδή βρέθηκε ένοχος, αλλά επειδή το όνομά του έχει αναμειχθεί σε σκάνδαλο με σκιές σεξουαλικής συμπεριφοράς πέραν του απρεπούς. Ακριβώς με την λογική του «δεν νοείται να ισχύουν διαφορετικοί κανόνες» για τους όποιους ισχυρούς.

Αγγλοσαξ43ωνικές εκδοχές πολιτικής ευαισθησίας. «Υποκρισίες», θα πει κάποιος. Πάντως… κάτι υποδηλώνει αυτού του είδους η στάση.