Το 5º AgriBusiness Forum ανέδειξε το εύρος των προκλήσεων και των δυνατοτήτων σε μια περίοδο εντεινόμενων ανησυχιών για επερχόμενη παγκόσμια επισιτιστική κρίση

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούλιος 2022, τ.1020

ΑΓΡΟΔΙΑΤΡΟΦΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

του Αντώνη Παπαγιαννίδη

Η επισιτιστική κρίση, που συνειδητοποιείται παγκοσμίως πλέον ότι βρίσκεται μπροστά μας ενισχυόμενη από τον πόλεμο στην Ουκρανία και την «αφαίρεση» των ουκρανικών και ρωσικών σιτηρών (και σπορέλαιων και λιπασμάτων: η λίστα είναι μακρά…) από τη διεθνή αγορά, έρχεται να προστεθεί στην επίπτωση της κλιματικής κρίσης, προς την οποία έχουν ξεκινήσει προ πολλού οι προσπάθειες προσαρμογής του αγροδιατροφικού τομέα. Έχουν ξεκινήσει, αλλά ήδη αγκομαχούσαν προτού εκδηλωθεί το νέο κύμα προβλημάτων. Όμως, κάτω από τα δύο αυτά κύματα κρίσεων –στα οποία προστέθηκε και η αποδιαρθρωτική επίπτωση της πανδημίας, που ανέδειξε και την κρισιμότητα του διατροφικού– υπάρχει και λειτουργεί ένα ακόμη πιο υπονομευτικό: εκείνο της δυσκολίας προσαρμογής, των αντιστάσεων του αγροτικού τομέα. Όπου η ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών αιχμής και ριζικά νέων οργανωτικών σχημάτων (σε παραγωγή, σε μεταποίηση και σε εμπορία) βρίσκονται δίπλα-δίπλα στις πιο παραδοσιακές και ριζωμένες αντιστάσεις.

Γίνεται παντού αισθητή αυτή η πρόκληση, του να ανταποκριθεί ο αγροδιατροφικός τομέας στην πρόκληση των διαδοχικών κυμάτων: στο διεθνές σύστημα, σίγουρα στην ΕΕ (που «θυμάται» πλέον ότι η ΚΑΠ είναι ένας από τους δύο βασικούς πυλώνες της προ 65ετίας δημιουργίας της), και αναπόφευκτα σ’ εμάς, στην ελληνική πραγματικότητα. Με τη βοήθεια του AgriBusiness Forum 5, που φέτος πραγματοποιήθηκε στη Σκαφιδιά της Ηλείας και που η Οικονομική Επιθεώρηση παρακολουθεί από το ξεκίνημά του, επιχειρούμε εδώ μια καλειδοσκοπική προσέγγιση του σήμερα στον αγροδιατροφικό τομέα.

Πρόκειται για μιαν εικόνα πολλαπλών δυνατοτήτων αλλά και αντίστοιχων κινδύνων, την οποία στηρίζει η όλο και ταχύτερη ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών, από τη γεωργία ακριβείας μέχρι τις προσπάθειες αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών απειλών, και που επιβάλλει οργανωτικές αλλαγές οι οποίες –πάντα– προβληματίζουν υπό ελληνικές συνθήκες. Σε όποιον την παρακολουθεί την εικόνα αυτή να εξελίσσεται ανά τα χρόνια, δημιουργεί την αίσθηση ότι οι ρυθμοί με τους οποίους μεταμορφώνεται το αγροδιατροφικό σύστημα είναι εξίσου γρήγοροι με εκείνους που βρίσκει κανείς σε τομείς και κλάδους θεωρούμενους πολύ περισσότερο «αιχμής». Εξίσου γρήγορα, αλλά και εξίσου απαιτητικά, από πλευράς προσαρμογών που απαιτούνται.

Οι εικόνες που ακολουθούν μπορεί να είναι αποσπασματικές, ωστόσο δείχνουν το εύρος των προκλήσεων αλλά και των δυνατοτήτων που έχει μπροστά του ο αγροδιατροφικός τομέας στην Ελλάδα του σήμερα.

Η πρόκληση της νέας γενιάς: νέοι και καινούργιοι αγρότες

Πολλή συζήτηση για το πώς/πόσο η νεότερη γενιά διστάζει να προσέλθει στον –έστω και εκσυγχρονισμένο/εκμηχανισμένο/τεχνολογικά βελτιωμένο– αγροτοβιομηχανικό τομέα, «που οπωσδήποτε δεν βρίσκεται στην εποχή της αξίνας», καθώς από προηγούμενες φάσεις έχει φορτώσει (για παράδειγμα) σε δυναμικό τρακτέρ «ιπποδύναμη που θα μπορούσε να οργώσει τη μισή Ευρώπη, ενδεχομένως και λίγο από Ουκρανία!» Το στοιχείο που αναφέρθηκε: Μόλις 5% των γεωργικών εκμεταλλεύσεων έχει σ’ εμάς επικεφαλής άτομο ηλικίας κάτω των 35 ετών (μόνη η Κύπρος έχει χειρότερη επίδοση στην ΕΕ, με λιγότερο από 2%). Ενώ κοντά στην πλειοψηφία των γεωργικών εκμεταλλεύσεων έχει στο πηδάλιο άνθρωπο άνω των 65 ετών (εδώ, η Κύπρος είναι στο 70%). Βέβαια, και στη Ρουμανία, την Πορτογαλία, την Ισπανία ή τη Σουηδία οι άνω των 65 ετών είναι σε ανάλογα μ’ εμάς επίπεδα…

Δίπλα όμως σ’ αυτό το ψυχρό στοιχείο, δείτε και την κατάθεση της οινοποιού Διονυσίας Μπριντζίκη, ιδιοκτήτριας/διευθύντριας του Abelon Κτήματος Μπριντζίκη (ήδη ενδιαφέρον: η μονάδα της εξηγεί ότι ήδη διαθέτει μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα στην παραγωγή, κυρίως όμως καταθέτει τη μαρτυρία ότι, όταν ανοίγεται σε αναζήτηση αγορών στη Β. Αμερική/Καναδά, το στοιχείο αυτό όχι απλώς τη βοηθάει, αλλά της ζητείται…), η οποία καταθέτει την εμπειρία πώς, όσο κι αν εκσυγχρονίζονται οι μονάδες, δύσκολα «μένει» η επόμενη γενιά. Την ίδια στιγμή, πάντως, αφηγείται πώς κάποια στιγμή καταφθάνει στο Κτήμα Abelon (στο πλαίσιο του Erasmus-Plus) πούλμαν με τρεις ντουζίνες 15χρονα παιδιά από Ευρώπη: κατεβαίνουν, ρίχνουν γύρω μια ματιά αναγνώρισης του χώρου και… αρχίζουν να κλαδεύουν!

Δύσκολη υπόθεση, λοιπόν, η επένδυση στην προσδοκία ότι «οι νέοι» θα οδηγήσουν την ενσωμάτωση τεχνολογίας στον αγροτικό τομέα, πλην αν λειτουργήσει η άλλη διάκριση – εκείνη που εισήγαγε η Αγγελική Καυγά, πρόεδρος του Τμήματος Γεωπονίας του Παν/μίου Πατρών: Έχουμε τους νέους-young αγρότες, έχουμε και τους νέους-new, οι οποίοι μπορεί να είναι μεν μεγαλύτεροι, αλλά έρχονται τώρα στον πρωτογενή τομέα, «αναγκασμένοι» να φέρουν/δεχτούν νέες πρακτικές.

Νέα προϊόντα, αλλά με επιβίωση παλιών νοοτροπιών

Πάμε τώρα σ’ ένα εντελώς διαφορετικό/νέο προϊόν. Παρουσιάζει ο Νικόλαος Δούκας, ιδρυτής της Hippophae Ελλάς (και αντιπρόεδρος του ΕΛΓΑ), το πώς 95 παραγωγοί, συνασπισμένοι σε μια ΑΕ, έχουν κατορθώσει να καλλιεργούν αυτό το (εκ των γνωστότερων) superfood σε 1.600 στρέμματα και να εξασφαλίζουν μιαν εντελώς ιδιαίτερη ποικιλία με παγκοσμίως ανταγωνιστικές συνθήκες (στην Κίνα καλλιεργούνται 25 εκατ. στρέμματα, σε Ρωσία και Γερμανία από 3 εκατ.). Πρόκειται για καλλιέργεια που –διεθνώς– έχει απογειωθεί μέσα στην τρέλα των superfoods. Πώς και προέκυψε αυτή η επιτυχία; Κατά τον Ν. Δούκα, με το να έχει εξαρχής υιοθετηθεί η μορφή της ΑΕ που συνδυάζει συνεργατικότητα και διαχείριση με οικονομικά κριτήρια, κρατείται χωριστά η διαπραγμάτευση για την αρχική τεχνογνωσία (από το Ινστιτούτο Λισαβένκο του Παν/μίου της Σιβηρίας), χωριστά η εμπορική διαχείριση και το μάρκετινγκ (από την Golden Foods). Επενδύοντας στην πρωιμότητα και τη διαφοροποίηση του καρπού από εκείνον των μεγάλων παραγωγών, η Ιπποφαές στην Ελλάδα θέλει να λανσάρει το superfood της όχι όπως αλλού ως φαρμακευτικό, αλλά ως συστατικό συσκευασμένου χυμού (που μάλιστα η Golden Foods θεωρεί ότι μπορεί να διατίθεται σε τιμή κοινού χυμού).

Ίσως ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον να έχει το γεγονός ότι, έχοντας παρέμβει με αυτά τα φώτα ο Ν. Δούκας, όταν εξέθεσε τα του ΕΛΓΑ/του οργανισμού ασφάλισης, ο οποίος έχει στη χώρα μας την ιδιαιτερότητα της υποχρεωτικής κάλυψης (λειτούργησε σταθεροποιητικά, όχι μόνον οικονομικά αλλά και κοινωνικά στην ελληνική πραγματικότητα), έδωσε με περίπου υπερηφάνεια στοιχεία που δείχνουν ότι, ενώ σε προηγούμενες χρήσεις έσοδα/έξοδα του ΕΛΓΑ ήταν σχεδόν ισορροπημένα, τα τελευταία τρία χρόνια οι δαπάνες κοντεύουν να είναι διπλάσιες των εσόδων! «Φυσικά», το κενό καλύπτεται από τον Προϋπολογισμό – πράγμα που, ακριβώς, έφερε την αίσθηση υπερηφάνειας (λιγάκι με πολιτικό χρωματισμό) στην τοποθέτησή του. [Και επανέφερε στο προσκήνιο μνήμες δεκαετίας του ‘80: η αγροτική πολιτική ως πολιτική βούληση, συν δημοσιονομική στήριξη.]

Πώς η περιβαλλοντική διάσταση θα συμβιβαστεί με την αντιμετώπιση της επισιτιστικής κρίσης

Η περιβαλλοντική διάσταση πάντα παρούσα – και η δέσμευση της ΚΑΠ (και συνακόλουθα, του Στρατηγικού Σχεδίου της Ελλάδας) να συνεχιστούν και να επεκταθούν οι σχετικές προσπάθειες στην κατεύθυνση μιας «αυστηροποίησης των όρων άσκησης της γεωργίας» κατά τον Δημήτρη Λιανό, γενικό διευθυντή της ΛΚΝ (συμβουλευτικής εταιρείας που συνέβαλε στην κατάρτιση του Σχεδίου μαζί με το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης). Και η μεν δική του ανάλυση έθεσε την έμφαση στην επιδίωξη της ανθεκτικότητας/resilience, που –μπροστά στην κλιματική κρίση, την επίπτωση των ξηρασιών «στο hot spot [κατά κυριολεξία…] της Ανατολικής Μεσογείου» (η διατύπωση της Αγγελικής Καυγά), την υποβάθμιση των υδάτων και την έλλειψή τους– αποτελεί πλέον υπαρξιακή ανάγκη για τη γεωργία.

Πλην όμως, οι στόχοι που έχουν τεθεί από την Ευρώπη μιλούν για μετάβαση σε ένα 25% των εκτάσεων σε βιολογική καλλιέργεια μέχρι το 2030 (σήμερα στην Ελλάδα είμαστε στο 9%, ο μέσος όρος ΕΕ στο 8%), για μείωση κατά 50% των φυτοφαρμάκων και των αντιβιοτικών στα ζώα, για αφαίρεση 10% της καλλιεργούμενης γης ώστε να αναπτυχθεί πάλι ελεύθερα η ευρωπαϊκή χλωρίδα και πανίδα. Τους στόχους υπενθύμισε ο Γ.Γ. Αγροτικής Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων Κωνσταντίνος Μπαγινέτας, με τη συνηθισμένη του ψυχραιμία, ενώ επαλήθευσε και η βουλευτής Διονυσία Αυγερινοπούλου, πρόεδρος της Επιτροπής Περιβάλλοντος της Βουλής, η οποία μόλις είχε επιστρέψει από τη Στοκχόλμη, όπου τιμήθηκαν τα 50 χρόνια Climate Hub (“We Don’t Have Time”) σε λογική Silent Spring και Rachel Carson.

Πάντως, το ερώτημα «μήπως τώρα που βρισκόμαστε [όλο και περισσότερο αυτό λέγεται και συνειδητοποιείται] σε φάση επισιτιστικής κρίσης, μήπως τώρα ξαναγυρίσουμε στην ομολογημένη ή de facto εντατική καλλιέργεια;» έμεινε αναπάντητο. [Βέβαια, σ’ ένα από τα πηγαδάκια, πολύπειρη συμμετέχουσα από τον χώρο της βιομηχανίας του κλάδου όχι απλώς συμφώνησε με το σχετικό δυσάρεστο ερώτημα αλλά και διερωτήθηκε πόσο θα αργήσουμε να ακούσουμε για… ανάγκη εισαγωγής γενετικά τροποποιημένων σπόρων στις καλλιέργειες «μπροστά στην ανάγκη».]

Από τις πειραματικές εφαρμογές στην ευρύτερη ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών

Η ενσωμάτωση στις καλλιέργειες νέων τεχνολογιών, που ξεκινούν από τη δορυφορική τηλεπισκόπηση/χρήση drones/αισθητήρες στα τρακτέρ για τη συνεχή παρακολούθηση των καλλιεργούμενων εδαφών όσον αφορά τις καιρικές συνθήκες ή/και την έγκαιρη προειδοποίηση για ασθένειες και φτάνουν στη μέτρηση της άρδευσης/της ωρίμανσης/της πρωιμότητας, καταγράφεται πλέον όλο και περισσότερο να διευρύνει την παρουσία της – από πειραματικές εφαρμογές σε ευρύτερες.

Μείωση του κόστους παραγωγής (περιορισμός της ανάγκης για λιπάσματα), αύξηση των αποδόσεων με παράλληλη τήρηση και των απαιτήσεων ποιότητας, αυτές είναι δυνατότητες που διαπιστώνονται άμεσα – «επί του εδάφους», όπως π.χ. εξήγησε ο Γιώργος Γιαννακάκης, πρόεδρος της πρότυπης Ομάδας Παραγωγών ΝΗΛΕΑΣ, στον τομέα ελαιολάδου, στη Μεσσηνία. Η συγκεκριμένη ομάδα παραγωγών 55 μελών ξεκίνησε το 2001 και «καίρια αποδείχτηκε η δεκτικότητα των μελών της ομάδας, καθώς και η εκπαίδευση των μελών της».

Όπως εξήγησε, παρουσιάζοντας δύο πειραματικές εφαρμογές/living labs ο Φίλιππος Παπαδόπουλος, διευθυντής Στρατηγικών Προγραμμάτων της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής [μιας αποτυχημένης προσπάθειας (καλλιέργεια πράσου αντί καπνού στην περιοχή του Ολύμπου) και μιας πετυχημένης (αμπελοοινικό, στη Γουμένισσα)], στοιχεία όπως η εξασφάλιση της εμπιστοσύνης αλλά και το να μην «φέρνει ο καθένας τη δική του οπτική» παίζουν τον καθοριστικό ρόλο.

Η δύσκολη υπόθεση των εργατών γης

Στη φετινή διοργάνωση του AgriBusiness Forum, πέραν της εκπροσώπησης Υπουργείων όπως τα Αγροτικής Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος, Ανάπτυξης/Επενδύσεων, περιελήφθη και εκείνη του Μετανάστευσης, διά του Γενικού Γραμματέα Μεταναστευτικής Πολιτικής, Πάτροκλου Γεωργιάδη. Παραξενεύει ίσως αυτή η παρουσία, πλην όμως μιλούμε για μια περιοχή όπου υπάρχει τεράστια ανάγκη για εργάτες γης. Θύμισε ο Π. Γεωργιάδης πώς επί πανδημίας, όταν έκλεισαν τα σύνορα και υπήρξε ακραίο πρόβλημα χεριών για τη συγκομιδή καλλιεργειών, «ανεκαλύφθη» το εργαλείο των ΠΝΠ και των διακρατικών συμφωνιών για οργανωμένη είσοδο εργατών γης. Έκτοτε, λοιπόν, δρομολογήθηκε η σύναψη διμερών συμφωνιών της Ελλάδας με χώρες όπως το Μπαγκλαντές ή το Πακιστάν, ή πάλι επέκτασης, όπως των αλιεργατών με Αίγυπτο, ώστε να «αποκατασταθούν οι νόμιμες οδοί μετανάστευσης» (ρηχά, κάτω από την επιφάνεια, διακρίνεται και η πολιτική διάσταση της αποκατάστασης ελέγχου επί των προσφυγικών/μεταναστευτικών ροών).

Φαίνεται ότι τουλάχιστον με Μπαγκλαντές η σχετική συμφωνία ευδοκιμεί, με Πακιστάν επίσης. (Βέβαια, η απουσία ελληνικής Πρεσβείας στην Ντάκκα δημιουργεί μείζον πρόβλημα: οι σχετικές βίζες εκδίδονται μέσω Ινδίας/Νέου Δελχί.) Ερωτήματα παραμένουν για το τι θα γίνει με όσους εργάτες γης βρίσκονται και δουλεύουν –επί χρόνια!– παράτυπα στην Ελλάδα. Ακόμη βαρύτερα ζητήματα αποτελούν –όπως παρατήρησαν στα τελικά συμπεράσματα και συζήτηση οι συντονιστές Αγγελική Καυγά και Αντ. Παπαγιαννίδης– οι πραγματικές συνθήκες εργασίας, κατοικίας ή και θεμελιωδών δικαιωμάτων όσων εδώ και χρόνια δουλεύουν π.χ. στη φράουλα, ακριβώς στην Ηλεία/Μανωλάδα-Ψάρι…

Ενθαρρυντικό: πώς διόρθωσε το εξωτερικό ισοζύγιο αγροδιατροφικών προϊόντων

Να μην κλείσουμε πάντως και χωρίς μια αισιόδοξη νότα: ο πρόεδρος της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Παύλος Σατολιάς επεσήμανε ότι εκεί που πριν από 8 χρόνια το εξωτερικό ισοζύγιο του αγροτοβιομηχανικού τομέα ήταν κατά σχεδόν 2,2 δισ. ευρώ αρνητικό, κατέληξε ήδη ελαφρά (κατά σχεδόν 200 εκατ. ευρώ το 2020, κατά 320 εκατ. το 2021) θετικό. Χωρίς να νομιμοποιείται κανείς να κάνει μονοδιάστατη ερμηνεία (η συγκράτηση των εισαγωγών δεν αποκλείεται να είναι συνάρτηση της συμπιεσμένης ζήτησης μετά τις διαδοχικές κρίσεις, οι απαιτήσεις για εισαγωγές ζωοτροφών μπορεί κάθε στιγμή να ξεφύγουν, ήδη το κόστος των λιπασμάτων και άλλων εισροών δημιουργεί πρόβλημα), η εξέλιξη αυτή, πάντως στο μέτρο που στηρίζεται στη σταθερή άνοδο των εξαγωγών του αγροτοβιομηχανικού τομέα, λειτουργεί ιδιαίτερα ενθαρρυντικά.

Μια ματιά στην Ολλανδία

Συμμετέχοντας εδώ και χρόνια στις συζητήσεις για την ανάπτυξη του αγροδιατροφικού τομέα στην Ελλάδα, ο Ολλανδός Geert Wilms, διευθυντής του LIB/ZLTO (μεγάλης αγροτικής οργάνωσης της Νότιας Ολλανδίας με 18.500 μέλη), δίνει κατά καιρούς στο πλαίσιο του AgriBusiness Forum παραδείγματα ολοκληρωμένης τοπικής ανάπτυξης, με έμφαση στην εισαγωγή νέων τεχνολογιών αλλά και οργανωτικών σχημάτων. Παγίως επανερχόμενη η έμφασή του στη λογική της triple helix/τριπλής έλικας, που έχει κάνει την Ολλανδία να διαθέτει θετικό εμπορικό ισοζύγιο αγροδιατροφικών τα τελευταία 50 –πενήντα– χρόνια. Περί τίνος πρόκειται; Περί της θεσμισμένης συνεργασίας μεταξύ αγροτικών σχημάτων και επιχειρήσεων, πανεπιστημίων/ερευνητικών κέντρων και τοπικών αρχών. Θεμελιώδης αρχή, όλοι να κερδίζουν κάτι από κάθε συνεργασία, όπως π.χ. όταν οι αγρότες κερδίζουν από την έγκαιρη γνώση της έρευνας/καινοτομίας, αλλά και οι ερευνητές ενσωματώνουν εξαρχής την πρακτική αντίληψη των αγροτών· ή πάλι όταν οι περιφερειακές αρχές δαπανούν μεγάλα ποσά για τη στήριξη έρευνας, προσδοκώντας όμως αύξηση των φόρων από την αξιοποίηση καινοτομιών.

Τα παραδείγματα που εισφέρει είναι φορές-φορές ξαφνιαστικά, όπως π.χ. όταν περιγράφει μια δραστηριότητα ανάπτυξης της παραγωγής μπίρας με δημιουργία ενεργειακών πόρων από αγροτικά υπολείμματα αλλά και παράλληλη ανακύκλωση υδάτινων πόρων· ή πάλι όταν αναφέρεται στον «vegetarian κρεοπώλη» που ξεκίνησε πριν από λίγα χρόνια απευθυνόμενος στην ανερχόμενη διεθνώς τάση και πλέον στοχεύει να γίνει ο μεγαλύτερος του χώρου παγκοσμίως· σ’ ένα από τα παραδείγματα τοπικής ανάπτυξης, σχεδόν εν παρόδω μνημονεύει μια επενδυτική πρωτοβουλία κόστους 1,6 δισ. ευρώ…

Στην Ολλανδία, οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις σήμερα είναι λίγο λιγότερες από 50.000· πριν από 50 χρόνια ήταν γύρω στις 500.000 (ο ρυθμός απομείωσης τρέχει με κάτι σαν 3% τον χρόνο). Σημειώστε ότι ο μέσος όρος ετήσιου εισοδήματος για μια ολλανδική γεωργική εκμετάλλευση είναι 500.000 ευρώ τον χρόνο (όχι, δεν κάναμε λάθος στα μηδενικά, μισό εκατομμύριο ευρώ). Ένα 10%, όμως, βρίσκεται στις 50.000 ευρώ/έτος: αυτό οι ίδιο οι Ολλανδοί θεωρούν ότι θα εκλείψει…

Στην Ελλάδα, βρισκόμαστε με κάτι σαν 600.000 εκμεταλλεύσεις, από τις οποίες ωστόσο εκτιμάται ότι περίπου το 1/3 έχει μέγεθος που να αντέχει την οργανωτική επένδυση που επιβάλλει η σημερινή εποχή. Το αντίστοιχο μέσο ετήσιο εισόδημα, εδώ, βρίσκεται στις 30.000 ευρώ/χρόνο.

Ασφαλώς, τίποτε δεν συγκρίνεται με μια γεωργία σαν την ελληνική, με την πολυδιάσπαση του κλήρου, με το ιδιαίτερο γεωφυσικό προφίλ, με την εντελώς διαφορετική προϊστορία ανάπτυξης με τα ολλανδικά δεδομένα. Το ανάγλυφο της χώρας, οι δικές της εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες οδηγούν σε άλλους δρόμους. (Αν και, όπως παρατηρεί η πρόεδρος του Τμήματος Γεωπονίας στο Παν/μιο Πατρών Αγγελική Καυγά, ιδιαιτερότητες όπως του μικρού κλήρου ή/και του ανάγλυφου περιοχών της Ελλάδας θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν π.χ. προσεγγίσεις γεωργίας ακριβείας.) Μήπως τουλάχιστον να ρίχναμε μια οργανωμένη ματιά και σε ιβηρικές αντίστοιχες εμπειρίες; Διότι… στο τέλος-τέλος των πραγμάτων η λειτουργία των ευρωπαϊκών συστημάτων –και μάλιστα όταν επιχειρούνται μείζονες μεταβάσεις της πράσινης και ψηφιακής λογικής υπό πίεση– στη ρίζα της έχει αφομοιωτική πρόθεση.