Η νέα αυτο-παγίδευση με τα «κόκκινα δάνεια»: πίσω και πάνω από την υπόθεση Πάτση

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Η άσχημη – πολλαπλά – και προσβλητική υπόθεση τον, διαγεγραμμένου ήδη από την κοινοβουλευτική ομάδα του κυβερνώντος κόμματος, βουλευτή-δικηγόρου-servicer-επιχειρηματία κόκκινων δανείων Ανδρέα Πάτση ανακινεί κάτι βαρύ. Πολύ πιο βαρύ από τον πολιτικό καυγά που βρίσκεται σε εξέλιξη. ακόμη και από την δημόσια αίσθηση αποστροφής προς το φαινόμενο «όποιος μπορεί να αρπάξει, αρπάζει» η οποία πλέον αναδύεται. Μια αίσθηση που μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο τραυματιστική από την κυρίως πολιτική αντιπαράθεση.

Ποιο είναι αυτό; Είναι η εφεξής πορεία της υπόθεσης των κόκκινων δανείων, τα οποία ναι μεν «ξεφορτώθηκαν» από τους τραπεζικούς ισολογισμούς μέσω τιτλοποιήσεων και μεταβιβάσεων σε funds, ναι μεν τυγχάνουν της διαχείρισης των servicers, αλλά δεν παύουν να υπάρχουν – και να απειλούν να λειτουργήσουν ως νάρκη. Τώρα και μελλοντικά.

Δείτε την συγκυρία: ήδη η υπόθεση της ελευθέρωσης των πλειστηριασμών ακόμη και για περιπτώσεις πρώτης κατοικίας, δηλαδή του επανειλημμένα αναβληθέντος όπλου πίεσης στα χέρια αρχικά των τραπεζών, ύστερα στα χέρια των funds που αγόρασαν (με εκπτώσεις, μεγάλες έως θηριώδεις) τα κόκκινά δάνειά τους, εν τέλει των κατ’ ευφημισμόν ονομαζόμενων servicers (οι οποίοι κατεξοχήν χρωματίσθηκαν ως «κοράκια» στην πολιτική μας διάλεκτο) και που συχνά-πυκνά θέτουν ως αιχμή δικηγορικά γραφεία, έχει για νιοστή φορά «κολλήσει». Διαδοχικές δικαστικές αποφάσεις, μέχρι και στον Άρειο Πάγο, φρενάρουν με δυνατότητα ανακοπής τις διαταγές πληρωμών ή/και τους πλειστηριασμούς όταν δεν γίνονται από τις τράπεζες (που είχαν αρχικά χορηγήσει τα δάνεια τα οποία «κοκκίνησαν»), αλλά απ’ όσα funds έχουν αγοράσει τα εν λόγω δάνεια και τους servicers τους. Ισορροπώντας ανάμεσα σε αρχικό/γενικό νόμο του 2003 για τις ρυθμίσεις των δανείων και του 2015 (Τροϊκανής επιβολής, ετούτος) που διαλαλεί την ενεργητική νομιμοποίηση των funds κοκ να επισπεύδουν πλειστηριασμούς, η Δικαιοσύνη έβαλε ένα στοπ.

Η (λογική) ιδέα να δοθεί πλέον λύση με διευκρινιστική νομοθετική παρέμβαση οδηγήθηκε σε προτροπάδην υποχώρηση προ ημερών: ποιος παλαβός – η λέξη προήλθε από υψηλά, πολιτικά χείλη – θα φέρει τέτοιο ζήτημα προεκλογικά στην Βουλή; Αντ’ αυτού το ΥΠΟΙΚ, που «γνωρίζει» ότι όλο και υπάρχει κάτι σαν υπόλοιπο μνημονιακών δεσμεύσεων επί του θέματος ακόμη και στην ανθηρή εποχή μετά-την-έξοδο-από-την-Ενισχυμένη-Εποπτεία που γιορτάσαμε, προκρίνει την παραπομπή στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Η οποία, με την καταξιωμένη πρακτική της βραδύτητας της Δικαιοσύνης (την πρακτική εκείνη που, αν το καλοσκεφθούμε, κατέστρεψε και την λογική του Νόμου Κατσέλη γενικεύοντας το πάγωμα αντί να κρίνει την ουσία…) υπόσχεται/εγγυάται να αφήσει την καυτή πατάτα στην ευτυχή Κυβέρνηση που θα προκύψει μετά τις εκλογές των μέσων του 2023.

[Εδώ μια πρόσθετη παρατήρηση: με το ισχύον σύστημα του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας, ούτε καν μια απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου – και δη επί βάσεως επιχειρηματολογημένων ερμηνευτικών διαφωνιών προηγουμένως – εγγυάται ότι μεθαύριο δεν θα υπάρξει διαφορετική κρίση επί της νομιμοποιήσεως: εδώ κρίνεται το θεμελιώδες δικαίωμα δικαστικής προστασίας, θα σου πει ο άλλος στο δικόγραφό του στο Πρωτοδικείο! Χώρια που για όσες υποθέσεις ενέπιπταν μεν στο πλαίσιο του νόμου του 2003 αλλά δικάζονται πολύ-πολύ αργότερα, η «λύση» του νόμου του 2015 είναι χλωμή.]

Ήδη, όμως, αναδύεται και άλλο πρόβλημα. Ναι μεν η Eurostat έχει κάνει ένα βήμα πίσω στους δικούς της σχεδιασμούς/απειλή να εγγράψει στο δημόσιο χρέος τις – υψηλές – κρατικές εγγυήσεις του Σχεδίου «Ηρακλής», που αξιοποιήθηκαν ήδη ώστε να πουληθούν ολόκληρα μπλοκ «κόκκινων» δανείων και εξυπηρετούμενων δανείων σε funds και να προχωρήσει γρήγορα η εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών τα τελευταία χρόνια, όμως χειρότερη στιγμή για να ανακινηθεί το ζήτημα δύσκολα θα φανταζόταν κανείς. Διότι ναι μεν ουδείς στις Βρυξέλλες, με Ιταλία να απειλεί να γίνει το επόμενο πρόβλημα δεν θα πυροδοτούσε πρόβλημα χρέους και στην Ελλάδα – πλην όμως για πόσο; Και αυτό το θέμα, η ευδαίμων μετεκλογική Κυβέρνηση του 2023 ας ετοιμάζεται να το βρει μπροστά της.

Η κατακλείδα είναι, πάντως, άλλη: το μείζον κεκτημένο των προηγούμενων χρόνων, δηλαδή το ότι επανήλθε στην Ελλάδα κάτι σαν «κουλτούρα πληρωμών» (πώς και το λέμε αυτό; από την τάση των  φορολογούμενων να πληρώνουν ακόμη και εφάπαξ τον ΕΝΦΙΑ, καθώς και να εξυπηρετούν, περισσότερο απ’ ό,τι παλιά, τους φόρους εισοδήματος), τώρα ακριβώς αρχίζει  και πάλι να ταρακουνιέται ως η λογική. Η οποία λογική, εν τω μεταξύ, είχε στηρίξει την επίσημη αισιοδοξία ότι το νέο κύμα κρίσης, εκείνο του ενεργειακού κόστους/της γενικευμένης ακρίβειας, δεν θα δημιουργούσε νέα εποχή «κόκκινων δανείων». Ήδη, και αυτή η αισιοδοξία υποχωρεί.

Και, έτσι που οι ίδιες οι Τράπεζες, με την στάση τους τορπίλισαν τις διαδοχικές προσπάθειες των διαφόρων μορφών εξωδικαστικού συμβιβασμού – δεν ακούγεται ωραία, αλλ’ έτσι είναι! – έτσι που και η οριζόντια αποθάρρυνση των πλειστηριασμών δίπλα στις όντως κοινωνικά ευαίσθητων περιπτώσεις πρώτης κατοικίας (ξανά-ξανά) φιλοξενεί σοβαρά προετοιμασμένους στρατηγικούς κακοπληρωτές, περνούμε σε νέο ναρκοπέδιο με τα «κόκκινα δάνεια». Είπαμε: ούτε ψύλλος στον κόρφο της επόμενης Κυβέρνησης, στα μέσα του 2023…