Κανένα Μνημόνιο δεν άλλαξε την Ελλάδα

του Αντώνη Κεφαλά

Δεν είχε περάσει ένας μήνας από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου τον Μάιο του 2010 και η διοίκηση του ΣΕΒ εξέδωσε ανακοίνωση Τύπου, όπου υπογράμμιζε μια απλή αλήθεια: Το μνημόνιο έδινε υπερβολική και εμπροσθοβαρή σημασία στη δημοσιονομική προσαρμογή, υποβαθμίζοντας τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Ήταν απλή λογική και δεν χρειαζόταν κανένας υπολογισμός ενσωματωμένων σταθεροποιητών (Build-in stabilizers), καμία περίπλοκη θεωρία της σχέσης μεταξύ δημοσιονομικής αυστηρότητας και ανάπτυξης, καμία δύστροπη εξίσωση που να αναδεικνύει τη σημασία των διαθρωτικών αλλαγών.

Τα μνημόνια έπασχαν από άγνοια. Κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν μία κρίση για την οποία η οικονομική θεωρία δεν είχε προβλέψει: τη χρεοκοπία ενός κράτους που είχε κοινό νόμισμα με άλλα 15 κράτη. Αναπόφευκτα, τα μέλη της ευρωζώνης στράφηκαν στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ).

Πολλά γράφτηκαν εκείνη την εποχή για την απαίτηση της Γερμανίας το όποιο πακέτο σωτηρίας της Ελλάδας να έχει τις ευλογίες του ΔΝΤ. Δόση αλήθειας υπάρχει σ’ αυτό. Το κύριο πρόβλημα, όμως, ήταν τόσο απλό όσο το 1+1=2: Η ευρωζώνη δεν είχε ούτε τις γνώσεις, ούτε τους μηχανισμούς, ούτε τις διαδικασίες για να αντιμετωπίσει την κρίση.

Το ΔΝΤ την είχε; Η απάντηση είναι και ναι και όχι. Το Ταμείο γνώριζε τι να κάνει με τη χρεοκοπία ενός κράτους με το δικό του νόμισμα που –κι αυτό ήταν το κρίσιμο σημείο– μπορούσε να υποτιμηθεί. Το ελληνικό ευρώ δεν μπορούσε. Σ’ αυτό δεν διέφερε από την ευρωζώνη. Είχε, όμως, μηχανισμούς και διαδικασίες. Σ’ αυτό υπερείχε. Τυπολάτρες οι Γερμανοί, επέλεξαν τον μονόφθαλμο να οδηγήσει τους τυφλούς.

Και εγένετο τρόικα.

Στο κέντρο της σκέψης του ΔΝΤ ήταν το γεγονός ότι επειδή το ευρώ δεν μπορούσε να υποτιμηθεί οι αγορές αντιστάθμιζαν τον ελληνικό κίνδυνο με αύξηση του κόστους δανεισμού. Όφειλε, λοιπόν, να εφαρμόσει πολιτική περικοπής δαπανών, ώστε να δείξει στις αγορές ότι η χώρα μπορούσε να εξυπηρετήσει το χρέος της. Στην ουσία αυτό δεν συνέβη ποτέ. Η χώρα δανείστηκε από το ΔΝΤ, από τους εταίρους (σε διμερή βάση) και από την ευρωζώνη θεσμικά (με τον νεοϊδρυθέντα Μηχανισμό Ανάπτυξης και Σταθερότητας) και έμεινε έξω από τις αγορές μέχρι πρόσφατα. Το δημόσιο χρέος έγινε ημι-ιδιωτικό (ουσιαστικά κρατικό προς τους εταίρους μας) και όλοι ικανοποιήθηκαν.

Σε άλλο κόσμο, θα περιέγραφαν την κατάσταση ως «κόσμο καθρεφτών».

Τι είχαν δει, όμως, οι αγορές και τρόμαξαν, όταν επί χρόνια (από το 2002) δάνειζαν άπλετα και φτηνά την Ελλάδα;

Δύο παράγοντες μέτρησαν: η διαφορετική αντίληψη περί ρίσκου, στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-09 και οι πρώτες αποκαλύψεις περί Greek statistics. Σε προσωπική συνάντησή μου με ανώτατο πολιτικό στέλεχος του Υπουργείου Οικονομικών είχα επισημάνει ότι το πραγματικό δημοσιονομικό έλλειμμα αβίαστα προκύπτει από τη διαφορά ανάμεσα στο έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών (που έδινε με αδιάσειστα στοιχεία η Τράπεζα της Ελλάδος) και την καθαρή ιδιωτική αποταμίευση (που έδινε με επίσης ακέραια στοιχεία ο ΟΟΣΑ). Τα ελληνικά νούμερα του ελληνικού προϋπολογισμού απλά δεν… έβγαιναν.

Ανακαλώ επίσης (τα σχετικά κείμενα έχουν όλα διασωθεί) ότι στον Οικονομικό Ταχυδρόμο του 2002 είχαμε προβλέψει με ακρίβεια την έλευση και τη μορφή της κρίσης. Επομένως, η κρίση ήταν ένα αναπόφευκτό γεγονός, μια καταστροφή που ερχόταν σιγά-σιγά και σταθερά. Η έλλειψη προετοιμασίας μπορεί να μην ξενίζει, αλλά αποτελούσε έγκλημα – τόσο ελληνικό όσο και ευρωπαϊκό.

Τα μνημόνια απέτυχαν. Μία απλή ερώτηση: Πώς μπορείς να περιορίσεις τη φοροδιαφυγή όταν το σύστημα ρετάρει σε όλες τις μεριές; Όταν είναι… σουρωτήρι. Πρέπει πρώτα να φτιάξεις το σύστημα λοιπόν. Μέχρι να γίνει αυτό, η δημοσιονομική προσαρμογή επιτεύχθηκε με ένα χωρίς προηγούμενο οικονομικό και κοινωνικό κόστος που είδε τις δημόσιες δαπάνες να καταρρέουν και το ελληνικό ΑΕΠ να συρρικνώνεται κατά 25%. Για τη συντριπτική κοινωνική πλειοψηφία η αστακομακαρονάδα έγινε… ρυζάκι και πατάτα και το δάνειο διακοπών βρόγχος στον λαιμό του νοικοκυριού. Το κοινωνικό κράτος σχεδόν εξαφανίστηκε – η μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης επιτεύχθηκε με εκβιασμό των εταιρειών και με μετατόπισή της στον ιδιωτικό τομέα. Οι ελλείψεις σε φάρμακα και υλικό ήταν τρομακτικές – είναι πολλές οι περιπτώσεις π.χ. στο Νοσοκομείο Παίδων όπου οι νοσηλεύτριες έφερναν από το σπίτι τους από σεντόνια μέχρι φάρμακα.

Με τα μνημόνια κατέρρευσε ο μύθος ότι η ελληνική κοινωνία και οικονομία θα εκσυγχρονιστούν από τα έξω. Μύθος προέκτασης της ρήσης Κωνσταντίνου Καραμανλή «σας έριξα στα βαθιά νερά, τώρα κολυμπήστε». Όπως παρατήρησε ο Κώστας Αξελός, η νεωτερικότητα είναι ένας δρόμος που το κάθε έθνος οφείλει να διανύσει μόνο του από την αρχή. Δεν αντιγράφεται, δεν επιβάλλεται.

Τα μνημόνια δεν άλλαξαν την Ελλάδα. Η Ελλάδα τα πολέμησε μανιωδώς – ας μην ξεχνάμε τα Ζάππειο Ι & ΙΙ, το «με ένα άρθρο σ’ έναν νόμο», τις διαδηλώσεις, τα συνθήματα («Να καεί, να καεί η π… η Βουλή»). Η χώρα μας βγήκε από την αυξημένη εποπτεία με περίπου 50 θέματα που δεν είχε υλοποιήσει από το 2010.

Τα μνημόνια έδειξαν ότι χωρίς πολιτική βούληση τίποτα δεν αλλάζει – ακόμη κι όταν η χώρα έχει χρεοκοπήσει. Δεχτήκαμε μια αναδιάρθρωση χρέους που έσωζε τις ευρωπαϊκές τράπεζες και καταδίκαζε τις δικές μας σε ζωή στο περιθώριο, προκειμένου να αποφύγουμε μια δύσκολη διαπραγμάτευση και μια συντεταγμένη συρρίκνωση του τραπεζικού τομέα –με μεγάλες απολύσεις και την ίδρυση «κακής τράπεζας». Το κομματικό κόστος ήταν πάνω απ’ όλα.

Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε με το μαχαίρι στον λαιμό, εφάρμοσε μνημόνια, βάζοντας τους δανειστές μας στο πηδάλιο της χώρας. Η μεγάλη μεταρρύθμιση ήταν στην ΑΑΔΕ – αυτή είναι η πραγματική κληρονομιά των μνημονίων. Από εκεί και πέρα, η Ελλάδα άλλαξε επειδή η κυβέρνηση Μητσοτάκη ήθελε να την αλλάξει, με βάση το δικό της πρόγραμμα, το δικό της μνημόνιο.

Δυστυχώς, η πραγματική συνεισφορά της στον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη (όχι στην αναδιανομή) σκιάζεται από τις κρίσεις της πανδημίας, της μετανάστευσης, της Τουρκίας και τώρα της νέας γεωπολιτικής σύγκρουσης.

Αν η ΑΑΔΕ είναι η μία μεγάλη κληρονομία, η άλλη είναι αμφιλεγόμενη. Θα μπορούσε να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η δεκαετία των μνημονίων νομιμοποίησε τον λαϊκισμό – γιατί πώς αλλιώς εξηγείται το υψηλό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2019; Διαβάζοντας ανάποδα, όμως, θα μπορούσε κάλλιστα να αναδειχθεί η θέση ότι η ελληνική κοινωνία έχει ωριμάσει, δεν παρασύρεται εύκολα, δεν πιστεύει στις απλοϊκές λύσεις, έχει σταδιακά απεξαρτηθεί από τα δάνεια, τις επιδοτήσεις, τους κρατικούς εράνους. Γιατί πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς την ακλόνητη δημοσκοπική πρωτοκαθεδρία Μητσοτάκη-ΝΔ μετά από τόσες κρίσεις, τα αναπόφευκτα λάθη και τις έντονες σειρήνες λαϊκισμού, που στιγμή δεν σταμάτησαν την… κακοφωνία τους.

Τα μνημόνια είναι εκεί για να μας θυμίζουν ότι όλοι κάνουν λάθη και μάλιστα… χοντρά, ιδιαίτερα οι οικονομολόγοι. Ότι στην Ελλάδα το κομματικό κόστος κόντεψε να μας καταστρέψει. Ότι η ιδεολογική προκατάληψη είναι πιο επικίνδυνη από την πραγματικότητα. Και ότι οι «ξένοι» είχαν δίκαιο σ’ ένα πράγμα: την ιδιοκτησία του προγράμματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε άλλη επιλογή παρά να κάνει τον καλό μαθητή. Τα περιθώρια είχαν εξαντληθεί από τους προηγούμενους κακούς μαθητές και από τον ίδιο. Ο Μητσοτάκης ήρθε με τη δική του «ιδιοκτησία». Γι’ αυτό και τα λάθη συγχωρούνται και η επιτυχία κυριαρχεί. Το αν έχουμε πολλά ακόμη να κάνουμε, γι’ αυτό φέρουμε εμείς την ευθύνη και όχι τα μνημόνια. Στο κάτω-κάτω δεν μας είπαν ποτέ κάτι που δεν γνωρίζαμε. Απλώς εθελοτυφλούσαμε.