ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΤΡΙΑ

Οικονομική Επιθεώρηση, Απρίλιος 2022, τ.1017

της Αλεξάνδρας Κ. Βοβολίνη

Αγαπητοί μου αναγνώστες,

Τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές, ένας αληθινός πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας μαίνεται ανελέητος στην ανατολική μεριά της γηραιάς μας ηπείρου. Οι εφιαλτικές μνήμες των πολέμων του περασμένου αιώνα ζωντανεύουν και μας γεμίζουν οργή και θλίψη. Αλήθεια, πόσοι ακόμη άνθρωποι πρέπει να σκοτωθούν και πόσοι ακόμη να ξεσπιτωθούν ώσπου να τελειώσει αυτό το θέατρο του παραλόγου που βρίσκεται σε εξέλιξη δίπλα μας; Δεν θυμόμαστε πώς άρχισαν οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι; Η διπλωματία απέτυχε και τη σκυτάλη πήραν –τότε– τα όπλα. Αυτό συνέβη και τώρα.

Σε λίγες ώρες, οι 27 ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα συνεδριάσουν στις Βρυξέλλες, προσπαθώντας να εκτιμήσουν τις επιπτώσεις των πρώτων κυρώσεων οικονομικής φύσης που επέβαλαν ακολουθώντας τις ΗΠΑ, ενώ την ίδια στιγμή καραβάνια Ουκρανών προσφύγων συνεχίζουν να μετακινούνται προς τις γειτονικές φιλικές χώρες. Ποιος θα περίμενε ποτέ ότι η Ευρώπη θα δεχόταν Ευρωπαίους πρόσφυγες; Πώς θα απορροφηθούν τα εκατομμύρια των πολιτών που ζητούν άσυλο; Μεγάλα προβλήματα που ζητούν άμεσες λύσεις. Με αυτές τις συνθήκες, πόσο εύκολο είναι να διαμορφωθεί τον Ιούνιο η συζητούμενη Στρατηγική Πυξίδα των χωρών της ΕΕ – και, σε ορίζοντα του φετινού καλοκαιριού, ένα νέο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης στο οικονομικό πεδίο;

Ξαφνικά, η ξεχασμένη σχεδόν νατοϊκή συμμαχία βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα, ενώ ο ανεκδιήγητος πρωθυπουργός της Βρετανίας αποκάλυψε την ανάγκη να συγκαλέσει συμβούλιο με τα μέλη της Κοινής Εκστρατευτικής Δύναμης (Joint Expeditionary Force) – μιας νέας συμμαχίας των σκανδιναβικών χωρών και των βαλτικών, αλλά και της Ολλανδίας, με σκοπό τη διαφύλαξη των συνόρων τους στον Βόρειο Ατλαντικό και στη Βαλτική– όπου αποφασίστηκε η αμέριστη συμπαράσταση με κάθε τρόπο στην Ουκρανία. Νέες συμμαχίες, νέοι κατακερματισμοί δυνάμεων με διαφοροποιημένες επιδιώξεις. Παράλληλα, οι οικονομικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν ήδη στη Ρωσία από τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν προκαλέσει τεράστιες ανατροπές στην παγκόσμια οικονομία.

Μην ξεχνάμε ότι η κατεστραμμένη σχεδόν Ουκρανία ήταν χώρα με μεγάλη γεωργική, αλλά και βιομηχανική παραγωγή, καθώς και εξαγωγέας στρατηγικών πρώτων υλών. Και η Ρωσία όμως, που προμηθεύει όλο το δυτικό ημισφαίριο με φυσικό αέριο, πετρέλαιο, άνθρακα, ουράνιο και νικέλιο, όπως και σιτηρά και λιπάσματα, αισθάνεται μεν ασφυκτική πίεση στην οικονομία της λόγω των κυρώσεων, αλλά στερεί την παγκόσμια αγορά από τους αντίστοιχους πόρους.

Το ως πρόσφατα ξεχασμένο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης ζει μια δεύτερη άνθηση: πύλη προώθησης της νατοϊκής βοήθειας προς Βορρά και ταυτόχρονα κόμβος ανάπτυξης της ενεργειακής οικονομίας

Άμεσες επιπτώσεις που έχουν εκδηλωθεί και κλιμακώνονται είναι η μεγάλη ακρίβεια σε όλα τα αγαθά, αρχίζοντας από τα καύσιμα κάθε είδους, συν οι ελλείψεις σε όλο και περισσότερα είδη διατροφής: όσο περνάει ο καιρός χωρίς ορατό τέλος στον πόλεμο, τα πληθωριστικά φαινόμενα θα χειροτερεύουν. Η αυξημένη αλληλεξάρτηση που έχει δημιουργήσει η παγκοσμιοποίηση γίνεται όλο και πιο αισθητή. Η Κίνα, πάντως, κρατώντας ευαίσθητες ισορροπίες, δεν έχει λάβει ενεργό ρόλο όσο κι αν πιέζεται από τη Δύση και τη Ρωσία.

Όπως ήταν φυσικό, η πορεία της πανδημίας πέρασε σε δεύτερη μοίρα μπροστά στα όσα τραγικά συμβαίνουν. Οι κίνδυνοι της κλιματικής αλλαγής και η ενασχόληση με την πράσινη ανάπτυξη παραμερίστηκαν και αυτοί, αφού τώρα μιλάμε ακόμη και για νέα πυρηνική απειλή από τα εμπόλεμα κράτη. Μέσα σε αυτό το δύσκολο σκηνικό, η χώρα μας προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ μιας παραδοσιακής φιλίας (ή μήπως λυκοφιλίας;) με τη Ρωσία και το καθήκον της ως μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Στο περιθώριο, επιδεινώνονται τα καίρια οικονομικά ζητήματα όπως η συνεχιζόμενη επικίνδυνη αύξηση του δημοσίου χρέους και η κοινωνική αναταραχή με αφορμή την ακρίβεια.

Οι πιέσεις για μέτρα αντιστάθμισης της πίεσης που νιώθουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις –ιδίως οι μικρομεσαίες– οδηγούν σε σπασμωδικά πακέτα μέτρων. Ταυτόχρονα, βρίσκεται σε εξέλιξη ο αγώνας για την κατάταξή μας σε επενδυτική βαθμίδα από τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης το συντομότερο δυνατό. Δυστυχώς, όμως, οι εσωτερικές πολιτικές έριδες δεν έχουν σταματήσει, παρά την κρισιμότητα των καιρών, ενώ συνεχώς έρχονται στην επιφάνεια φήμες για πρόωρες εκλογές. Όπως δεν έχει σταματήσει και η επιπόλαιη αντίληψη ότι όλα πάνε καλά επειδή υπάρχουν μεμονωμένες περιπτώσεις ξένων επενδύσεων που αποφασίστηκαν κυρίως με πολιτικά κριτήρια. Ταυτόχρονα, σε μεγάλο τμήμα των πολιτών παραμένει βαθιά ριζωμένη η αντίληψη ότι το κράτος μόνο τους χρωστάει: επιδοτήσεις, απαλλαγές, έκτακτες ενισχύσεις σε κάθε στροφή, ενώ παραμένει εξαιρετικά δύσκολο έργο η μεταμόρφωση του ελληνικού κράτους σε κράτος με ανεξάρτητους, σταθερούς θεσμούς. Η έννοια «μεταρρύθμιση» δεν έχει πείσει την πλειοψηφία.

Ας ευχηθούμε λοιπόν να σταματήσει η διπλωματία των όπλων, που καταστρέφει ζωές, περιουσίες, τόπους και πολιτιστικά αγαθά, και να επικρατήσει μια λογική διπλωματίας συναινέσεων και συμβιβασμών – χωρίς άλλο αίμα.