Κλίμα, υγεία, ενέργεια και πληθωρισμός συνθέτουν ένα πλέγμα μεγάλων προκλήσεων για την κυβέρνηση Μητσοτάκη

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2022, τ.1015

ANAΛΥΣΗ

του Αντώνη Κεφαλά

Δεν θα έλεγε κανείς ότι στην πρωθυπουργία του ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν υπήρξε ιδιαίτερα τυχερός. Ανέλαβε με τις καλύτερες προϋποθέσεις, μετά τα πέτρινα χρόνια των μνημονίων, τη διάψευση προσδοκιών από τον Αλέξη Τσίπρα και την κακοδιαχείριση του ΣΥΡΙΖΑ. Πριν καλά-καλά καθίσει στην καρέκλα ήρθε η πανδημία του κορονοϊού. Ακολούθησε η κρίση με την Τουρκία, η εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού και τώρα η ενεργειακή κρίση και ο πληθωρισμός. Η επιτυχής –γιατί προβλήματα πάντα θα υπάρχουν– διαχείριση αυτού του μείγματος πρέπει να τον τοποθετεί στην κατηγορία των ξεχωριστών πρωθυπουργών.

Ενέργεια

Πρόκειται για ένα εκρηκτικό μείγμα προβλημάτων, σε σημαντικό βαθμό αλληλεξαρτώμενα, με τρόπο που το ένα ενισχύει το άλλο. Μερικές πτυχές είναι φανερές ακόμη και στο μη έμπειρο μάτι: η διαμάχη με την Τουρκία οδηγεί σε εξοπλισμούς, γεγονός που χειροτερεύει τη δημοσιονομική κατάσταση. Προς την ίδια κατεύθυνση κινούνται τα μέτρα στήριξης απέναντι στην πανδημία – κι αυτά αυξάνουν το χρέος. Η κρίση στην ενέργεια αυξάνει κόστη και τιμές. Ο πληθωρισμός οδηγεί στην αύξηση των επιτοκίων, οπότε αυξάνεται το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Η άνοδος των τιμών επιφέρει αιτήματα για αύξηση των αμοιβών. Η επιμονή της πανδημίας μειώνει την παραγωγή και τα εισοδήματα και επιβάλλει την ανάγκη να αλλάξει το σύστημα υγείας – πάντως και με νέες επενδύσεις. Νέα δαπάνη λοιπόν, νέα δημοσιονομική πίεση και νέο πρόβλημα με την πράσινη μετάβαση, όπου οι φιλόδοξοι στόχοι από τη μία μεριά και οι εθνικές καθυστερήσεις στον εκσυγχρονισμό από την άλλη κάνουν το κόστος της επώδυνο.

Είναι ένας φαύλος κύκλος που ουσιαστικά περιγράφει ένα αδιέξοδο – και δεν έχει καν αναφερθεί η αρνητική επίπτωση της νέας γεωπολιτικής σύγκρουσης. Το πρόβλημα, βέβαια, είναι παγκόσμιο. Επομένως, η ισχύς της διαπίστωσης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα των ηγετών να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα και να βρουν ευφάνταστες και αποτελεσματικές λύσεις, αντί να παραμείνουν αιχμάλωτοι ξεπερασμένων δοξασιών. Η προσπάθεια επιστροφής στην κανονικότητα της προ COVID εποχής είναι το αδιέξοδο. Εξάλλου, αυτή η κανονικότητα είναι που μας οδήγησε στη σημερινή κατάσταση.

Πληθωρισμός

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο πληθωρισμός. Είναι πλέον σαφές ότι δεν προέρχεται από τη νομισματική χαλαρότητα αλλά από τα σοκ στην πραγματική οικονομία: τις ελλείψεις σε ορισμένες πρώτες ύλες και ενδιάμεσα αγαθά. Τις ανατροπές που έφερε η πανδημία στην αγορά εργασίας. Την άνοδο του οικονομικού εθνικισμού λόγω της ανάγκης να εξασφαλίσει η κάθε χώρα εγχώρια παραγωγή κρίσιμων αγαθών.

Δέσμια της παράδοσης, στην πλειοψηφία της η οικονομική ηγεσία τείνει να αντιδράσει αυξάνοντας τα επιτόκια. Θεωρητικά αυτή η κίνηση θα μειώσει τον νέο δανεισμό και ταυτόχρονα θα αυξήσει το κόστος εξυπηρέτησης του παλαιού, οπότε θα μειωθεί η ζήτηση. Με τη μείωση της ζήτησης μειώνονται όμως και οι επενδύσεις. Έτσι, σε μια περίοδο όπου το πρόβλημα είναι στην πλευρά της παραγωγής, η πολιτική αυτή θα τη μειώσει κι άλλο – αυξάνοντας τις ελλείψεις και τα ελλείμματα.

Υγεία

Εξάλλου, δεν είναι διόλου σίγουρο πως έχει ξεπεραστεί το πρόβλημα του κορονοϊού. Η επιστημονική κοινότητα είναι διχασμένη ανάμεσα σ’ αυτούς που βλέπουν την κοινωνία να αποκτά την ανοσία της αγέλης και τον κορονοϊό να εξασθενεί σε επίπεδο γρίπης και αυτούς που προβλέπουν την έλευση νέων, πιο επικίνδυνων μεταλλάξεων. Παρά την επαναστατική τεχνολογική πρόοδο, στον τομέα της COVID η επιστήμη και η τεχνολογία τρέχουν πίσω από τις εξελίξεις της Φύσης. Είναι εξελίξεις που θίγουν άμεσα πρωταρχικά την παραγωγή και δευτερευόντως τη ζήτηση.

Αυτό το έλλειμμα, μεταξύ άλλων, είναι ένας λόγος για τον οποίο –όπως και με την κλιματική αλλαγή– τα κράτη είναι υποχρεωμένα να επενδύσουν σε νέες, ανθεκτικές, απόλυτα σύγχρονες υποδομές. Να δαπανήσουν δηλαδή σημαντικά ποσά για να προφυλάξουν την κοινωνία από τις νέες αρρώστιες. Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει σε περιβάλλον όπου το κόστος χρήματος είναι υψηλό και οι δημοσιονομικοί κανόνες ισχυροί. Κάτι οφείλει να αλλάξει. Η επιβίωση μάλλον υποχρεώνει την εγκατάλειψη ξεπερασμένων δοξασιών και άσχετων ιδεολογιών.

Κλίμα

Πέρα από τις υποδομές, η κλιματική κρίση απαιτεί αλλαγή σε συμπεριφορές – για παράδειγμα, ακόμη και η τάση για υψηλή κατανάλωση κρέατος δημιουργεί πρόβλημα λόγω των εκπομπών μεθανίου από την κτηνοτροφία. Σε συνδυασμό με τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, που επίσης ανάγεται σε πρωταρχικό στόχο, συνεπάγεται τη μετρίαση των προσδοκιών μας – ως ατόμων και ως κοινωνίας. Το μοντέλο της διαρκούς βελτίωσης του επιπέδου ζωής με βάση τον ποσοτικό δείκτη του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) ήδη τείνει να αποδειχθεί ξεπερασμένο και ανεπαρκές. Νέοι δείκτες για τη μέτρηση του επιπέδου ζωής, που θα αντανακλούν νέες αξίες, κάνουν την εμφάνισή τους. Ήδη στους πλέον προηγμένους κύκλους των ΗΠΑ αναπτύσσεται η θέση ότι καμία παραγωγή δεν πρέπει να αναλαμβάνεται αν δεν υπάρχει η τεχνολογία που θα της επιτρέπει να επιστρέφει στον πλανήτη τους πόρους που χρησιμοποίησε. Σήμερα μπορεί αυτή να είναι μια ακραία θέση. Αύριο μπορεί να αποτελεί τον κανόνα.

Η μεγάλη αλλαγή επέρχεται στον ρόλο του κράτους και του επιχειρηματικού κόσμου. Το μοντέλο ανάπτυξης της τελευταίας τριακονταετίας έχει καταλήξει σε οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό αδιέξοδο.

Το εκρηκτικό μείγμα των κρίσεων του 21ου αιώνα, με το βασικό οικονομικό σύστημα να είναι αυτό του καζίνο-καπιταλισμού, έχει οδηγήσει στην καταστροφή πλούτου και αξίας, στην τεράστια αύξηση των ανισοτήτων, στη ραγδαία άνοδο ακραίων πολιτικών σχημάτων και σε επικίνδυνη υποχώρηση της κοινωνικής συνοχής. Όταν οι πιο πλούσιοι άνθρωποι του πλανήτη παρακαλούν την κυβέρνησή τους να τους φορολογήσει προκειμένου να μειωθούν οι ανισότητες, είναι πλέον εμφανές ότι βρισκόμαστε στο τέλος μιας εποχής.

Ο νέος ρόλος του κράτους

Με αφορμή τον κορονοϊό, το κράτος ήδη αναλαμβάνει διευρυμένο σε σύγκριση με την περίοδο 1990-2020 ρόλο. Η αποστολή του εξάλλου είναι πρώτα απ’ όλα η παροχή δημόσιων αγαθών. Αυτό το κάνει ήδη και θα συνεχίσει να το κάνει – οι περιστάσεις δεν επιτρέπουν άλλο δρόμο.

Περιθώριο να μην αλλάξει δεν έχει ο επιχειρηματικός κόσμος. Το κυνηγητό του άμεσου κέρδους, η πρωτοκαθεδρία του χρηματοπιστωτικού τομέα, η εικονική αύξηση αξιών για ιδιωτικό όφελος σε βάρος του κοινωνικού συνόλου αντιμετωπίζουν ήδη ισχυρές επιθέσεις. Μπορεί στην ηγεσία τους να βρίσκονται προς το παρόν ακαδημαϊκοί και τεχνοκράτες, αλλά οι πολίτες έχουν επίσης ξεσηκωθεί, ενώ μια μικρή είναι η αλήθεια ομάδα επιχειρηματιών μάχεται για την υιοθέτηση νέων κανόνων ηθικής και συμπεριφοράς. Αιχμή της αλλαγής αποτελεί η κίνηση για επιστροφή στο Προτεσταντικό Ήθος, για την καταδίκη των πρακτικών του greenwashing και την αναγνώριση ότι η εταιρική κοινωνική ευθύνη αποδεικνύεται με πολιτικές που φέρουν έμπρακτα αποτελέσματα απέναντι στις κρίσεις και όχι με κινήσεις δημοσίων σχέσεων.

Στην Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού κόσμου αναφέρεται στις κρίσεις για να δείξει ότι είναι γνώστης και μες στα πράγματα. Στην πραγματικότητα είναι κινήσεις για το θεαθήναι. Οι περισσότεροι –και ιδιαίτερα οι της αξιωματικής αντιπολίτευσης– παραμένουν εγκλωβισμένοι στο παρελθόν. Ούτε ο Μητσοτάκης μπορεί να εγγυηθεί για την ειλικρίνεια των προθέσεων αρκετών μελών του κόμματός του. Είναι μια μειοψηφία που μιλά π.χ. για την κλιματική αλλαγή, χωρίς να έχει ουσιαστικά συνειδητοποιήσει τι είναι αυτή και, το κυριότερο, τι πραγματικά πρέπει να γίνει για την αντιμετώπισή της.

Το αύριο

Στην τρίτη χρονιά της πρωθυπουργίας του ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται έτσι αντιμέτωπος με τέσσερις μεγάλες προκλήσεις. Η πρώτη εστιάζεται στην ανάγκη να προχωρήσει η ανανέωση του κόμματος με πρόσωπα που κατανοούν την κρισιμότητα των σύγχρονων καιρών. Η δεύτερη είναι να εκπαιδεύσει αντίστοιχα την κοινωνία – που ενστικτωδώς καταλαβαίνει ότι υπάρχει πρόβλημα αλλά περιμένει τη λύση από το κράτος-πατερούλη. Και η εκπαίδευση αυτή απαιτεί την ύπαρξη ρεαλισμού σε μεγάλο βαθμό. Η τρίτη –και αναλογικά λιγότερο θεμελιώδης– είναι να διαχειριστεί με επάρκεια το μείγμα των κρίσεων, παραδεχόμενος τα λάθη αλλά αναδεικνύοντας ταυτόχρονα με ταπεινότητα τις επιτυχίες. Η τέταρτη αφορά τη σύναψη συμμαχιών που θα ωθήσουν την Ευρώπη στον δρόμο της ομοσπονδίας – τον μόνο δρόμο που θα της επιτρέψει να έχει λόγο στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, τον μόνο δρόμο που θα της επιτρέψει να επιβιώσει.