Μέσα στον ορυμαγδό της σκληρής καθημερινότητας ζητούμενο είναι να μην χαθεί το όραμα για μια σύγχρονη ευρωπαϊκή Ελλάδα, που σέβεται τις αξίες του Διαφωτισμού, της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του συμπονετικού καπιταλισμού

Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2022, τ.1022

ANAΛΥΣΗ

του Αντώνη Κεφαλά

Τούτες τις ημέρες δεν θα ήθελα με κανένα τρόπο να ήμουν στη θέση του Κυριάκου Μητσοτάκη, του Χρήστου Σταϊκούρα και του Θόδωρου Σκυλακάκη. Δέσμιοι της μυθολογίας της ΔΕΘ, που θέλει τον πολιτικό κόσμο να καταθέτει κάθε χρόνο τα οικονομικά του διαπιστευτήρια με την ευκαιρία μιας αμιγούς εμπορικής δραστηριότητας, καλούνται να ανταποκριθούν στις παράλογες αντιδράσεις και αίολες υποσχέσεις της αντιπολίτευσης, να ικανοποιήσουν δίκαια αιτήματα νοικοκυραίων για βοήθεια, χωρίς να συμπεριλάβουν τα λαμόγια, και ταυτόχρονα να ικανοποιήσουν την άλογη εμμονή της ΕΕ με την τήρηση αριθμητικών δεικτών που έχουν τόση επιστημονική βάση όσο ένας λαγός που βγαίνει από το ημίψηλο καπέλο του ταχυδακτυλουργού.

Όλα αυτά μάλιστα ενώ η παγκόσμια κοινότητα αντιμετωπίζει μια σχεδόν τέλεια καταιγίδα: γεωπολιτική σύγκρουση διαστάσεων που έχει να δει από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πρωτοφανή ενεργειακή κρίση, ανεξέλεγκτη τεχνολογική πρόοδο που δυνητικά υπονομεύει τη φιλελεύθερη δημοκρατία και ενέχει προοπτική για «ψηφιακό κοινωνικό διχασμό», κλιματική αλλαγή που ανατρέπει όλα απολύτως τα δεδομένα της ζωής μας, τεράστιες αυξήσεις στις ανισότητες κάθε μορφής, που με τη σειρά τους δημιουργούν κοινωνικές εντάσεις, οδηγούν σε άνοδο του λαϊκισμού και αναβιώνουν τα φαντάσματα του φασισμού και του αριστερού απολυταρχισμού.

Το κρίσιμο πρόβλημα είναι ότι έχει χαθεί το όραμα. Μετά το 1945, σταδιακά ιδρύθηκε ένα σύστημα εθνικής και παγκόσμιας διακυβέρνησης που είχε ως ηθική βάση τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το κράτος δικαίου. Το ευρωπαϊκό εγχείρημα, για παράδειγμα, στηρίχτηκε στην τριπλή υπόσχεση της ειρήνης, της ανάπτυξης και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Συγκρούσεις υπήρχαν. Το ΝΑΤΟ δεν ήταν αμυντική αλλά δυνητικά επιθετική συμμαχία που στηριζόταν στην αποτρεπτική της ισχύ – όπως και τα ατομικά και πυρηνικά όπλα. Η διαμάχη της Δύσης με τη Σοβιετική Ένωση και τους δορυφόρους της δεν ήταν… πάρτι τσαγιού. Ο Τρίτος Κόσμος στέναζε από τις ελλείψεις αλλά και από τη δική του πολιτική ανωριμότητα, καθώς η απότομη κατάρρευση του ιμπεριαλισμού οδήγησε σε ριζικές κοινωνικές και οικονομικές ανατροπές – κατά κανόνα όχι σε όφελος της μάζας αλλά μάλλον της νέας ελίτ που διαδέχθηκε τους αποικιοκράτες.

Τα χρόνια αυτά, όμως, τα «30 λαμπρά χρόνια» όπως τα αποκαλούν οι Γάλλοι, διακρίνονται για την ειρήνη, την ανάπτυξη και τη μείωση των ανισοτήτων. Το όραμα των ταγών που έζησαν τον Πόλεμο παρέμεινε ισχυρά ρεαλιστικό και πρακτικά αποτελεσματικό. Ως όραμα, αναπόφευκτα εμπεριείχε μακρόπνοη πνοή. Όταν, όμως, η διαμάχη του Ψυχρού Πολέμου κατέληξε με τη νίκη της Δύσης, μέσα σε ελάχιστα χρόνια το άμεσο υπερίσχυσε το μακρινού, το ταχύ του σταδιακού, η οικονομική ανηθικότητα της κοινωνικής ηθικής.

Σήμερα, ο ζυγός δεν είναι άλλος από τη σχεδόν παντελή αδυναμία μας, ως ανθρώπινη κοινωνία, να συνειδητοποιήσουμε ότι η επιβίωσή μας εξαρτάται μόνο από την ικανότητά μας να ατενίσουμε το μέλλον με μακρόχρονη προοπτική.

Στη ΔΕΘ, ο πρωθυπουργός και το οικονομικό επιτελείο του έχουν να αντιμετωπίσουν αυτό ακριβώς το πρόβλημα: πώς να συνδυάσουν τις άμεσες, πιεστικές, δίκαιες απαιτήσεις για οικονομική βοήθεια νοικοκυριών που πνίγονται από την ενεργειακή κρίση με τις ανάγκες της χώρας να μην απολέσει τη μεσοπρόθεσμη προοπτική της και να στηρίξει η κοινωνία τις θυσίες που απαιτούνται για την υλοποίηση αυτής της στρατηγικής. Και ας μην παραβλέπεται το γεγονός ότι τα νοικοκυριά αυτά δεν είναι αλώβητα όπως αυτά της Δυτικής Ευρώπης, αλλά φέρουν το βάρος μιας βαθιάς, επώδυνης, εξουθενωτικής δεκαετούς οικονομικής κρίσης και κοινωνικής αναστάτωσης.

Στην ουσία, η σημερινή κυβέρνηση είναι η μόνη από το 2002 και μετά που έχει καταφέρει να κρατήσει σταθερό το βλέμμα και προς τις δύο κατευθύνσεις: τη βραχυχρόνια και τη μεσοπρόθεσμη. Από την πρώτη στιγμή, ο σημερινός πρωθυπουργός κλήθηκε να διαχειριστεί άμεσες και σοβαρές κρίσεις (πανδημία, εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού, τουρκική φραστική και πολεμική προκλητικότητα, ενεργειακή κρίση) και παράλληλα να υλοποιήσει μεταρρυθμίσεις τα οφέλη των οποίων είναι μεσοπρόθεσμα και τα κόστη (πολιτικά και κοινωνικά) άμεσα.

Η μάχη, λοιπόν, είναι ακριβώς αυτή. Να μην χαθεί μέσα στον ορυμαγδό της σκληρής καθημερινότητας το όραμα για μια σύγχρονη ευρωπαϊκή Ελλάδα. Μια Ελλάδα δηλαδή που σέβεται τις αξίες του Διαφωτισμού, της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του συμπονετικού καπιταλισμού.

Επειδή διανύουμε έτσι κι αλλιώς μια εν δυνάμει προεκλογική περίοδο, επειδή η ελληνική κοινωνία έχει λίγα έως ελάχιστα περιθώρια αντοχής, επειδή η αντιπολίτευση ενδιαφέρεται μόνο για την εξουσία και όχι για την πρόοδο των πολιτών, ο πειρασμός της εξαγοράς του εκλογικού σώματος με παροχές είναι μεγάλος. Ταυτόχρονα, απτή, ρεαλιστική, άμεση είναι η ανάγκη να στηριχτούν οι ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Η θεωρητικά στυγνή και πρακτικά απόλυτα ανθρώπινη εξίσωση που καλείται να λύσει ο πρωθυπουργός είναι ακριβώς αυτή: πώς να πετύχει το άμεσο χωρίς να τινάξει στον αέρα το μεσοπρόθεσμο.

Η απόφαση καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη, επειδή τα μέχρι σήμερα οικονομικά αποτελέσματα είναι υπεράνω των προσδοκιών και οι άμεσες οικονομικές προοπτικές είναι ευοίωνες. Με ανάπτυξη που θα κυμανθεί στο 5%-6%, τουρισμό που μάλλον θα σπάσει όλα τα ρεκόρ και με υπεραπόδοση φόρων, η πίεση για πληθυσμιακά εκτεταμένες και σε ύψος πλούσιες παροχές είναι μεγάλη.

Οι κρίσεις, όμως, ελλοχεύουν. Ο δημοσιονομικός χώρος του 2022 δεν θα υπάρχει το 2023. Η εποπτεία μπορεί να αποτελεί παρελθόν, αλλά ούτε το ύψος του δημόσιου χρέους μειώθηκε, ούτε οι απαιτήσεις της ΕΕ και των αγορών άλλαξαν, ούτε το τραπεζικό μας σύστημα εξυγιάνθηκε. Από τη μετέπειτα πορεία μας θα εξαρτηθεί, εξάλλου, η απόκτηση ξανά της επενδυτικής βαθμίδας. Μπορεί το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα να έχει εξελιχθεί σε ένα αδηφάγο αυτοεξυπηρετούμενο τέρας, που κατασπαράζει τα πάντα στο όνομα του κέρδους, αλλά αυτό υπάρχει, αυτό κυριαρχεί, με αυτό πρέπει να συμβιβαστούμε.

Σε άλλες εποχές, η πορεία θα ήταν ξεκάθαρη: το βεμπεριανό ήθος θα την καθόριζε και οι ταγοί θα φρόντισαν να προετοιμαστεί η κοινωνία για τις κακές μέρες που έρχονται. Ο σύγχρονος καπιταλισμός του άμεσου κέρδους έχει όμως διαποτίσει το σύνολο του πολιτικού κόσμου, τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας. Αυτή, εξάλλου, ήταν η μοίρα της χώρας μας από το 2002 και μετά: το αύριο δεν υπήρχε. Ζούσαμε με ό,τι μπορούσαμε να φάμε, να πιούμε και να αρπάξουμε.

Στην τριετία που πέρασε η ελληνική κοινωνία έδειξε μια εκπληκτική αντοχή απέναντι στις εύκολες λύσεις και τις κομματικές υποσχέσεις. Η εμμονή στις αρχές, όμως, είναι δύσκολη όταν πεινάς. Και σχεδόν μηδαμινή όταν βλέπεις τα παιδιά σου να δυστυχούν.

Η λύση στο δίλημμα της εποχής μας δεν μπορεί να προέλθει πλέον μόνο από ένα κράτος ή μόνο σ’ ένα κράτος που στέκεται μόνο του. Για τον πρωθυπουργό ένας είναι ο δρόμος: άπλετη μεν αλλά σκληρά στοχευμένη στους πιο ευάλωτους στήριξη και εξάντληση όλου του πολιτικού κεφαλαίου που κατέχει σε διεθνές επίπεδο προκειμένου να υιοθετηθεί ευρωπαϊκή λύση –στο ίδιο πλαίσιο όπως αυτό για την πανδημία– για την ενεργειακή κρίση. Κι αυτό με την αυστηρή προϋπόθεση ότι αυτοί που έφεραν την Ευρώπη στα σημερινά χάλια της με την εμμονή τους και την εξάρτησή τους από τη ρωσική ενέργεια θα σηκώσουν τώρα αναλογικά με τον βαθμό εξάρτησής τους και το βάρος της στήριξης.

Όλα τα υπόλοιπα είναι λόγια αέρα. Είναι σαν να φτύνεις για να γεμίσεις ένα ρυάκι.