Άληστος μνήμη

Κατερίνα Δασκαλάκη

Εκδόσεις Κέρκυρα-economia Publishing, Αθήνα 2020,

σελίδες 158, τιμή εκδότη: 15,00 ευρώ

Διόλου τυχαία, το βιβλίο αυτό της Κατερίνας Δασκαλάκη –μια ξενάγηση, μια απόπειρα γνωριμίας με πλευρές της δημόσιας ζωής μιας Ελλάδας που σταθερά ξεμακραίνει, φεύγει και ωστόσο επικαθορίζει το παρόν και προδιαγράφει το μέλλον, ένα ιστορικό και συνάμα ψυχολογικό/κοινωνιολογικό tour guidé– ξεκινάει με μια κηδεία. Με τετραφωνική βυζαντινή χορωδία, στους Αγίους Θεοδώρους του Πρώτου, με προσέλευση ενός κοινού ανθρώπων που θέλησαν να τιμήσουν το πέρασμα μιας γυναίκας η οποία είχε σταθεί επί δεκαετίες στο πλευρό του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Η ίδια δημοσιογράφος, με μακρά πορεία αλλά και άμεση γνωριμία με εκείνο που (κατά τα δημοσιογραφικά στερεότυπα) θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει «αφρόκρεμα της οικονομικής, ακαδημαϊκής, διπλωματικής και πολιτικής ζωής της μεταπολεμικής Ελλάδας», στις σελίδες που ακολουθούν την πρώτη αυτή σκηνή προσεγγίζει φιγούρες και καταστάσεις. Από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο να γράφει στο γραφείο/ερημητήριό του μέχρι τους μεγάλους της βιομηχανίας ή της ναυτιλίας της δεκαετίας του ‘50 και του ‘60, από τις φάσεις ελπίδας και προσδοκιών μέχρις εκείνες της κάμψης και της φθοράς· πρόκειται για φιγούρες και καταστάσεις που βοηθούν να ξαναδεί κανείς όσα θεωρεί ότι γνωρίζει, ή όσα έχει ακουστά μέσα σε μια αχλύ μνήμης. Η ματιά της είναι συνειδητά αποστασιοποιημένη, αλλά και πρόδηλη η εγγύτητά της, στιγμές-στιγμές με εσωτερική γνώση των πραγμάτων.

Θα συναντήσει κανείς παρατηρήσεις-διαμάντια, όπως για παράδειγμα της διαφοροποίησης μεταξύ «χωρικών» και «χωριατών» στον μαγικό κήπο της ζωής των Αθηνών. Ή πάλι τη διαπίστωση ότι δίπλα στη θυμοσοφία του «τον πλούτον πολλοί εμίσησαν, την δόξαν ουδείς» λειτουργεί η πραγματικότητα του ότι «στη δόξα κρυφοφωλιάζει η εξουσία, και η εξουσία είναι πολύ γλυκιά, μα πολύ γλυκιά ερωμένη». Σε παλιότερες εποχές, όπου η εικόνα δεν έπαιζε τον καθοριστικό ρόλο που της έχει δοθεί σήμερα, αυτού του είδους οι προσεγγίσεις λειτουργούν ιδιαίτερα αφυπνιστικά.

Με τόνο σε ορισμένες στιγμές ψυχογραφήματος μιας εποχής η οποία δεν μπόρεσε –τελικά– να ανταποκριθεί σ’ εκείνο που ήδη θεωρούσε καθήκον της, με στοιχεία αν όχι ευθέως αυτοβιογραφικά, πάντως κατάθεσης διαδρομής δημοσιογραφικού παρατηρητή που συνειδητοποιεί ότι η ματιά του διαμορφώνει καταστάσεις, το βιβλίο της Κατερίνας Δασκαλάκη καταλήγει να λειτουργεί και σαν δοκίμιο για τη μνήμη. Αλλά και για την κοινωνική αυτοσυνειδησία. Κι αν με την πρώτη –τη μνήμη– δεν έχει και πολύ μεγάλες φιλίες η ελληνική μας πραγματικότητα, με τη δεύτερη –την κοινωνική αυτοσυνειδησία– η εποχή ακριβώς που νωπογραφία της επιχειρεί να δώσει στον αναγνώστη η Κ. Δασκαλάκη αποδείχθηκε ότι συστηματικά τήρησε αποστάσεις. Κι αν η άρνηση της λήθης αποτελεί αξία, η επαναφορά της αυτοσυνειδησίας έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Εκείνο που εισπράττουμε και ζούμε ως «σήμερα», αυτό εν πολλοίς αποτυπώνει.

Κλείνοντας αυτές τις σελίδες, ο αναγνώστης μπορεί να επιχειρήσει και μιαν άλλη προσέγγιση: να διερωτηθεί πώς προσλαμβάνει την πραγματικότητα η ματιά του δημοσιογράφου· πώς, σε τελευταία ανάλυση, λειτουργεί και «υπέρ ποίου»· πού οδηγεί τη σκέψη του αναγνώστη/ακροατή/θεατή. Θα μπορούσε κανείς να καταλήξει ότι, ολοκληρώνοντας αυτό το βιβλίο, η Κ. Δασκαλάκη ξεκίνησε να γράφει υποσυνείδητα και το επόμενο…

ΑΔΠ