Οικονομική Επιθεώρηση, Mάρτιος 2021, τ. 1004

του Γιώργου Αλογοσκούφη

Το χρέος και η αντιμετώπισή του μετά την πανδημία

Η Ελλάδα βιώνει εκ νέου μια πολύ μεγάλη ύφεση μετά το ξέσπασμα της πανδημίας Covid-19 στις αρχές του 2020. Η ύφεση και το κόστος αντιμετώπισής της έχουν οδηγήσει σε νέα αύξηση των δημοσίων ελλειμμάτων και του δημοσίου χρέους. Η πολιτική αυτή είναι βραχυχρόνια απαραίτητη για τη στήριξη της οικονομίας όσο διαρκούν οι υγιεινομικοί περιορισμοί.

Το ερώτημα όμως που ανακύπτει είναι: ποιες θα είναι οι μεσοχρόνιες συνέπειες αυτής της αύξησης του δημόσιου δανεισμού και πώς θα αντιμετωπισθούν αυτά τα χρέη; Τηρουμένων των αναλογιών, το ερώτημα είναι αντίστοιχο με το ερώτημα στο περίφημο δοκίμιο του Keynes το 1939 για το «πώς θα πληρώσουμε για τον πόλεμο;»

Υπάρχουν κατά βάση τρεις εναλλακτικές λύσεις:

Πρώτον, η σημαντική μελλοντική αύξηση της φορολογίας και μείωση των δημοσίων δαπανών – δηλαδή η μελλοντική λιτότητα. Αυτή συνεπάγεται επιβάρυνση των εργαζομένων και συνταξιούχων και νέα ύφεση, ή παράταση της σημερινής, καθώς και αύξηση της ανεργίας.

Δεύτερον, η χρονική μετατόπιση των πολιτικών μείωσης του χρέους, με σταδιακή μείωση των ελλειμμάτων, με την προοπτική ότι το χρέος θα συρρικνωθεί σταδιακά σε σχέση με το ΑΕΠ μέσω της οικονομικής ανάπτυξης και του πληθωρισμού – αυτό που ονομάζεται «ήπια προσαρμογή». Αυτό συνεπάγεται μικρότερη επιβάρυνση των εργαζομένων, συνταξιούχων και ανέργων στο εγγύς μέλλον, καθώς διευκολύνει την ανάκαμψη της συνολικής ζήτησης στην οικονομία. Ωστόσο, μεταθέτει μεγάλο μέρος του κόστους προσαρμογής στις μελλοντικές γενεές. Ίσως αυτό να μην είναι και τόσο άδικο, διότι οι μελλοντικές γενεές θα έχουν επωφεληθεί από την υψηλότερη οικονομική ανάπτυξη που θα έχει μεσολαβήσει.

Τρίτον, η αναδιάρθρωση ή και μερική διαγραφή του χρέους – αυτό που κάποιοι αποκαλούν «κούρεμα χρέους». Στη περίπτωση αυτή πληρώνουν αυτοί που διακρατούν το χρέος, κατά τεκμήριο πλουσιότεροι από τους χαμηλόμισθους και τους χαμηλοσυνταξιούχους. Το πρόβλημα για την Ελλάδα είναι ότι μεγάλο μέρος του χρέους το διακρατούν έμμεσα οι φορολογούμενοι των υπολοίπων κρατών-μελών της ΕΕ, οι οποίοι είναι αμφίβολο αν θα συναινέσουν και πάλι σε διαγραφή του ελληνικού χρέους, όπως το 2012.

Όπως φαίνεται στο πρώτο γράφημα, το χρέος της Ελλάδας συνήθως ανεβαίνει σε περιόδους ύφεσης και στασιμότητας ή σε περιόδους εφαρμογής πολιτικών λιτότητας, και σταθεροποιείται σε περιόδους ανάκαμψης, ανάπτυξης και ήπιας προσαρμογής. Η πρόσφατη εμπειρία (2010-18) είναι χαρακτηριστική του φαύλου κύκλου που μπορεί να προκληθεί από τη λιτότητα: το χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά αυξήθηκε ακόμη παραπάνω. Από το 103% του ΑΕΠ το 2007, πριν από την αρχή της διεθνούς ύφεσης, και το 127% του ΑΕΠ το 2009, μετά τη διεθνή ύφεση, το 2018, με το πέρας των προγραμμάτων προσαρμογής και λιτότητας, το χρέος είχε εκτοξευθεί στο 186% του ΑΕΠ.

Η λύση της ήπιας προσαρμογής έχει αποδειχθεί πολύ πιο αποτελεσματική και διεθνώς, για την αντιμετώπιση μεγάλων αυξήσεων του δημοσίου χρέους, συνήθως μετά από πολέμους ή μεγάλες υφέσεις. Η εμπειρία της Βρετανίας μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως παρουσιάζεται στο δεύτερο γράφημα, είναι χαρακτηριστική. Αντίθετα, η προσπάθεια αντιμετώπισης της αύξησης του χρέους μέσω μιας πολιτικής λιτότητας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή μετά τη μεγάλη ύφεση του 2008-09 οδήγησε σε περαιτέρω αύξηση του λόγου του χρέους ως προς το ΑΕΠ.

Το βασικό ερώτημα για την Ελλάδα μετά την πανδημία είναι το κατά πόσο η προσαρμογή του χρέους που δημιουργείται θα είναι λιγότερο ή περισσότερο ήπια. Αυτό σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί και από την πολιτική που θα ακολουθήσει και η ευρωζώνη στο σύνολό της, η οποία αντιμετωπίζει αύξηση του χρέους όλων των χωρών-μελών της.

Θα ήθελα να πιστεύω ότι η εμπειρία της περιόδου 2010-12, με τη εφαρμογή της πολιτικής της λιτότητας έχει γίνει μάθημα για όλους. Από την άλλη, πιστεύω ότι η πολιτική της αναδιάρθρωσης ή μερικής διαγραφής του χρέους, πέραν αυτού που διακρατά η ΕΚΤ, έχει ελάχιστες πιθανότητες εφαρμογής. Απομένει λοιπόν η ήπια προσαρμογή. Το ερώτημα που θα τεθεί όταν φθάσει η ώρα είναι ο βαθμός στον οποίο θα είναι «ήπια» και ο βαθμός στον οποίο θα είναι «προσαρμογή».