Alpha Bank: H υπερθέρμανση δίνει τη θέση της στην ύφεση στην Τουρκία;

 

Νέες πιέσεις στην τουρκική λίρα πυροδότησε η ήττα Ερντογάν στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές. Στο εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank φιλοξενείται μια ενδιαφέρουσα επισκόπηση της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η τουρκική οικονομία και των κινδύνων που αντιμετωπίζει.

Η οικονομική άνθηση
Η Τουρκία σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο συγκαταλέγεται στην ομάδα των αναδυομένων οικονομιών, δηλαδή των χωρών εκείνων που παρουσιάζουν οικονομική και παραγωγική δυναμική αλλά υπολείπονται ορισμένων χαρακτηριστικών των ανεπτυγμένων οικονομιών. Η οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας τα τελευταία 19 έτη ήταν εντυπωσιακή, συγκριτικά με εκείνη των υπολοίπων αναδυομένων οικονομιών. Ειδικότερα, η Τουρκία κατόρθωσε να επιτύχει στην περίοδο 2000-2018. μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 5,1% ενώ το ΑΕΠ της μεγεθύνθηκε κατά $578 δισ. Η τουρκική οικονομία δεν έμεινε αλώβητη από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 από την οποία ωστόσο επέτυχε να εξέλθει ταχέως. Συγκεκριμένα, μετά τη συρρίκνωση της οικονομίας κατά 4,7% το 2009, η οικονομική δραστηριότητα ανέκαμψε με αποτέλεσμα ο ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ να καταγράψει την αμέσως επόμενη χρονιά, αύξηση 8,5%. Μεταξύ των ετών 2010-2018, η τουρκική οικονομία παρουσίασε μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 6,3%, με την υψηλότερη μέτρηση να σημειώνεται το 2011 στο 11,1% και τη χαμηλότερη το 2018 με 2,6%.
Ο κατασκευαστικός τομέας και η ιδιωτική κατανάλωση αποτέλεσαν τις ατμομηχανές της ανάπτυξης της περιόδου 2000-2018. Χαρακτηριστικά αναφέρεται, ότι αν και η άμεση συνεισφορά του κατασκευαστικού τομέα, διαμορφώνονταν μόλις στο 4% του ΑΕΠ το 2017, λαμβάνοντας υπόψη τις κλαδικές διασυνδέσεις του, η συνολική συνεισφορά του προσδιορίζονταν περί το 30% του ΑΕΠ. Στις αιτίες της ραγδαίας ανάπτυξης του κατασκευαστικού τομέα στην Τουρκία συγκαταλέγονται οι υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανόδου, οι μεγάλες άμεσες ξένες επενδύσεις στον συγκεκριμένο τομέα, η στεγαστική πολιτική του κρατικού κατασκευαστικού οργανισμού ΤΟΚΙ, τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού και η αύξηση του πληθυσμού. Η ιδιωτική κατανάλωση αποτέλεσε, ένα επιπλέον βασικό συστατικό της αναπτυξιακής διαδικασίας, η αύξηση της οποίας συνέβαλε στην χαλάρωση των όρων δανεισμού από τα τραπεζικά ιδρύματα. Οι τράπεζες στοχεύοντας στην ικανοποίηση της δανειακής ζήτησης και οι εταιρίες του κατασκευαστικού κλάδου στη χρηματοδότηση της οικονομικής τους δραστηριότητας, στράφηκαν στον εξωτερικό δανεισμό, με αποτέλεσμα να συμβάλουν κατά μεγάλο ποσοστό στη διόγκωση του εξωτερικού χρέους του ιδιωτικού τομέα, το οποίο διαμορφωνόταν το Δεκέμβριο του 2018, σε $210,6 δισ. Με άλλα λόγια, η τουρκική οικονομία αναπτύχθηκε στηριζόμενη σε μεγάλο βαθμό στο δανεισμό και δη τον εξωτερικό.

 

Η επιδείνωση του οικονομικού κλίματος
Η τουρκική οικονομία έχοντας επιτύχει έναν ισχυρό ρυθμό μεγέθυνσης (+7,4%) το 2017 συνέχισε την αναπτυξιακή της δυναμική και στη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 2018, με την εγχώρια ζήτηση, τον πληθωρισμό και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών να διογκώνονται υποβοηθούμενα από μια σειρά μέτρων στήριξης της οικονομίας. Τα επιτόκια με παρότρυνση της πολιτικής ηγεσίας προς την κεντρική τράπεζα διατηρήθηκαν σκοπίμως χαμηλά, σε μια προσπάθεια τόνωσης του δανεισμού και της δημιουργίας μιας τεχνητής οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, στις αρχές του δεύτερου τριμήνου του 2018, η τουρκική λίρα άρχισε να δέχεται πιέσεις, εν μέσω ενός γενικότερου προβληματισμού των επενδυτών για την κλιμάκωση των εμπορικών διενέξεων μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας, την αύξηση των επιτοκίων στις ΗΠΑ και τις αναπτυξιακές προοπτικές των αναδυόμενων οικονομίων. Το επενδυτικό κοινό ανησύχησε για το κατά πόσο οι υπεύθυνοι χάραξης της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής στην Τουρκία ενεργούσαν με αποτελεσματικό τρόπο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την επερχόμενη άνοδο του πληθωρισμού.
Οι τουρκικές τράπεζες δάνειζαν κεφάλαια με πολύ ευνοϊκούς όρους, εκτιθέμενες σε πιθανούς κινδύνους χρεοκοπίας, καθώς οι δανειολήπτες λόγω της διολίσθησης της αξίας της τουρκικής λίρας, δυσκολεύονταν στην αποπληρωμή των δανείων που είχαν συνάψει σε δολάρια ή ευρώ. Όταν οι πιέσεις των αγορών άρχισαν να εντείνονται εξαιτίας των αυξανόμενων ανισορροπιών, η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας άρχισε να εφαρμόζει μια περιοριστική νομισματική πολιτική, με αποτέλεσμα να αρχίσει να επιβραδύνεται η οικονομική ανάπτυξη. Η συναλλαγματική ισοτιμία υποτιμήθηκε κατά σχεδόν 40% μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων, ενώ τα μακροπρόθεσμα επιτόκια αυξήθηκαν απότομα, αγγίζοντας απαγορευτικά επίπεδα. Ο πληθωρισμός σημείωσε άνοδο έως το 25% τον Οκτώβριο του 2018 (το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 ετών) από 10% που ήταν τον Μάρτιο του ιδίου έτους. Το αποτυχημένο πραξικόπημα τον Ιούλιο του 2016 και οι πολιτικές του συνέπειες είχαν αρχίσει να επιδεινώνουν την οικονομική κατάσταση της Τουρκίας, γεγονός που οδήγησε στη μείωση των εισροών ξένων κεφαλαίων στη χώρα. Η εμπιστοσύνη τόσο των επιχειρήσεων, όσο και των νοικοκυριών άρχισε να κλονίζεται, με αποτέλεσμα στο δεύτερο εξάμηνο του 2018 να περιορισθούν, η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις. Οι εξαγωγές αντιθέτως, επιταχύνθηκαν, λόγω βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας των τουρκικών προϊόντων ενώ οι εισαγωγές επιβραδύνθηκαν και η καθαρή αύξηση των εξαγωγών έγινε θετική, συμβάλλοντας στη μείωση του υψηλού ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Συνεπώς, η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος συνεισέφερε στον περιορισμό του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, καθώς βελτίωσε το εμπορικό ισοζύγιο ενώ παράλληλα συγκρατήθηκαν οι απαιτήσεις για εξωτερική χρηματοδότηση (ιδιωτικού και δημόσιου τομέα).
Στην αγορά εργασίας, το ποσοστό της ανεργίας ανήλθε στο 13,5% το Δεκέμβριο του 2018 από 10,8% που ήταν στην αρχή του ιδίου έτους, με το ποσοστό ανεργίας στους νέους να αυξάνεται στο 24,5%.
Σύμφωνα, με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της στατιστικής αρχής της Τουρκίας, το ΑΕΠ συρρικνώθηκε για δεύτερο συνεχές τρίμηνο στο τέταρτο τρίμηνο του 2018, σηματοδοτώντας την είσοδο της οικονομίας σε τεχνική ύφεση -δύο διαδοχικές τριμηνιαίες μειώσεις του ΑΕΠ- για πρώτη φορά από το 2009, ήτοι μετά την κρίση των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ. Συγκεκριμένα, η ανάπτυξη υποχώρησε κατά 2,4% το τέταρτο τρίμηνο του 2018 έχοντας προηγηθεί μείωση του ΑΕΠ στο τρίτο τρίμηνο, της τάξης του 1,6%. Ως αποτέλεσμα, ο ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ συνολικά για το 2018 να σημειώσει άνοδο κατά μόλις 2,6%, έναντι αύξησης 7,4% που είχε επιτύχει το 2017.

 

Τι υποδηλώνουν τα πρώτα διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα του 2019;
Η τουρκική οικονομία από τον περασμένο Αύγουστο διέρχεται μια συναλλαγματική κρίση, η οποία έχει σημαδευτεί από τη σημαντική υποτίμηση της τουρκικής λίρας. Η τελευταία απώλεσε το 28% της αξίας της έναντι του δολαρίου ΗΠΑ το 2018, συνεχίζοντας ωστόσο τη διολίσθηση της και στο πρώτο τρίμηνο του 2019, αλλά με ηπιότερο ρυθμό. Η εξασθένιση της λίρας, αποδίδεται εν μέρει στην αυξημένη ένταση στις διπλωματικές σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία αναφορικά με το σχέδιο της τελευταίας να αγοράσει ένα σύστημα αεροπορικής άμυνας από τη Ρωσία, καθώς και στην επιφυλακτικότητα που επιδεικνύουν οι διεθνείς αγορές στις οικονομικές πολιτικές της τουρκικής κυβέρνησης. Ήδη, ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Μoody’s θεωρώντας ότι η κεντρική τράπεζα έχει διαθέσει σημαντικό τμήμα των συναλλαγματικών της διαθεσίμων για τη στήριξη του εθνικού νομίσματος, σχολίασε τη σημειωθείσα μείωση των συναλλαγματικών διαθεσίμων ως αρνητική εξέλιξη για την πιστοληπτική διαβάθμιση της χώρας, καθώς εγείρονται εκ νέου ερωτήματα για τη διαφάνεια και την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας. Χαρακτηριστικά αναφέρεται, ότι τα συναλλαγματικά διαθέσιμα στις 29 Μαρτίου διαμορφώνονταν σε $29,7 δισ. έναντι $34,8 δισ. που ήταν την 1η Μαρτίου.
Ωστόσο, τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών της 31ης Μαρτίου στην Τουρκία που οδήγησαν στην απώλεια από τον κυβερνητικό έλεγχο τριών σημαντικών πόλεων της χώρας, έχουν αρχίσει να προκαλούν πολιτικούς τριγμούς και να ενισχύουν τα σενάρια περαιτέρω απωλειών για τη λίρα. Η ισοτιμία της λίρας με το δολάριο ΗΠΑ διαμορφώνεται σε 1$=5,61 λίρες (3 Απριλίου 2019) καταγράφοντας από την αρχή του έτους απώλειες της τάξης του 6,3%.
Η συγκράτηση του ρυθμού διολίσθησης της λίρας τους πρώτους μήνες του 2019, συνέβαλε εν μέρει, ώστε ο πληθωρισμός να διατηρηθεί τον Μάρτιο (19,7%) για δεύτερο κατά σειρά μήνα οριακά χαμηλότερα από το ψυχολογικό όριο του 20%. Οι ξένοι επενδυτές εμφανίζονται θετικοί με τη στάση της τουρκικής κεντρικής τράπεζας να διατηρήσει από τον περασμένο Σεπτέμβριο το βασικό της επιτόκιο στο 24% από 8% που ήταν στους πρώτους μήνες του 2018. Ωστόσο, κάθε προσπάθεια πρόωρης μείωσης των επιτοκίων ή υιοθέτησης νέων μέτρων ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας μπορεί να επιδράσει αρνητικά στη λίρα και να υπονομεύσει το στόχο βελτίωσης του οικονομικού κλίματος.
Η ανάσχεση της πτωτικής πορείας του δείκτη υπευθύνων προμηθειών ΡΜΙ για τη μεταποίηση και η άνοδος του για δυο κατά σειρά μήνες (Φεβ.-Μαρ.2018) υποδηλώνει μια ήπια οικονομική ανάκαμψη, ωστόσο, οι εκτιμήσεις των διεθνών οργανισμών θέλουν το ΑΕΠ να συρρικνώνεται το 2019. Ειδικότερα, σύμφωνα με την πρόσφατη πρόβλεψη του ΟΟΣΑ το ΑΕΠ θα καταγράψει το 2019 αρνητικό ρυθμό μεταβολής -1,8% (OECD Economic Outlook, Interim Report, March 2019).
Η εξάρτηση της χώρας από τον εξωτερικό δανεισμό, καθιστά την οικονομία της Τουρκίας αρκετά εύθραυστη σε πιθανές διεθνείς αναταράξεις. Οι τουρκικές επιχειρήσεις έχοντας ένα σημαντικά υψηλό χρέος σε ξένο νόμισμα, το οποίο σε μεγάλο ποσοστό θα κληθούν να αποπληρώσουν εντός των τελευταίων τεσσάρων μηνών του 2019, προβληματίζει τις αγορές. Παράλληλα, οι ανάγκες αναχρηματοδοτήσεως τμήματος του υφιστάμενου δανεισμού του οποίου το κόστος έχει επιβαρυνθεί εξαιτίας της υποτίμησης της λίρας, ενδέχεται να προκαλέσει χρηματοπιστωτική ασφυξία στον ιδιωτικό τομέα και να λειτουργήσει ως τροχοπέδη στην οικονομική ανάπτυξη. Λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα οικονομική συγκυρία, ενδεχομένως η Τουρκία να αναγκασθεί να τροποποιήσει το οικονομικό της μοντέλο και να στραφεί από το υφιστάμενο που επικεντρώνεται στο δανεισμό, σε ένα άλλο που θα δίνει έμφαση στην ενίσχυση της παραγωγικότητας.