Οικονομική Επιθεώρηση, Απρίλιος 2021, τ. 1.005

AΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ των Άγγελου Τσακανίκα* και Ευάγγελου Σιώκα**

Αναπτυξιακά κίνητρα και χρηματοδοτικές ευκαιρίες για τις ΜΜΕ

Σε έναν εθνικό παραγωγικό ιστό, όπου η συντριπτική πλειοψηφία (99,9%) των ελληνικών επιχειρήσεων είναι μικρομεσαίες (ΜμΕ), με την πλειονότητα εξ αυτών μάλιστα να είναι πολύ μικρές (<10 εργαζομένους), κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικός ο σχεδιασμός αλλά κυρίως η αξιόπιστη εφαρμογή δημόσιων πολιτικών για τη στήριξη και την ενίσχυσή τους. Άλλωστε, όπως δείχνουν τα σχετικά στατιστικά στοιχεία (Πίνακας 1), παρόλο που κατά μέσο όρο και στην ΕΕ-28 το συντριπτικό 99,8% είναι επίσης ΜμΕ, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα συμβάλλουν περισσότερο στην απασχόληση και συνεισφέρουν μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία απ’ ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Πιο συγκεκριμένα, στην Ελλάδα απασχολούν το 87,9% έναντι 66,6% στην ΕΕ-28, ενώ σε προστιθέμενη αξία προσεγγίζουν τα 2/3 του συνόλου έναντι 56,4% στην ΕΕ-28. Μάλιστα, ειδικά οι πολύ μικρές επιχειρήσεις απασχολούν το 62% των εργαζομένων στην Ελλάδα, έναντι μόλις 29,7% στην ΕΕ-28. Βεβαίως, αυτό υποδηλώνει την αναπτυξιακή αδυναμία και έχει επισημανθεί ως χαρακτηριστικό μειονέκτημα του παραγωγικού ιστού της χώρας. Έχουν προταθεί άλλωστε πολιτικές που θα οδηγήσουν σταδιακά σε αύξηση του μέσου μεγέθους τους, ωστόσο σε κάθε περίπτωση η στήριξή τους στο σημερινό περιβάλλον είναι αναγκαία.

Περιλαμβάνονται ΜμΕ από όλους τους κλάδους, εκτός από τον χρηματοπιστωτικό, τον πρωτογενή τομέα και τους κλάδους υπηρεσιών εκπαίδευσης και υγείας.

Άλλωστε, η στήριξη και η παροχή βοήθειας στις ΜμΕ προκειμένου να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους είναι ένα από τα βασικά στοιχεία μιας επιτυχημένης Περιφερειακής Πολιτικής Ανάπτυξης και παραμένει σε απόλυτη προτεραιότητα τις τελευταίες δύο δεκαετίες τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η περιφερειακή ανταγωνιστικότητα και η επιτυχία των στρατηγικών έξυπνης ειδίκευσης εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις επιδόσεις των ΜμΕ, καθώς και από την ικανότητά τους να δημιουργούν προστιθέμενη αξία και θέσεις εργασίας υψηλής ποιότητας.

Διαχρονικά, έχουν διαμορφωθεί διάφορα νομοθετικά και χρηματοδοτικά εργαλεία για την υποστήριξη της βιωσιμότητας, της ανταγωνιστικότητας και την αντιμετώπιση των προβλημάτων ρευστότητας των ελληνικών ΜμΕ. Προσφάτως (2019), ιδρύθηκε η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, η οποία πρακτικά ενοποίησε και μετασχημάτισε δύο υφιστάμενες οντότητες που είχαν ως στόχο τη στήριξη των ΜμΕ [το Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας & Ανάπτυξης (ΕΤΕΑΝ) και το Ταμείο Ανάπτυξης Νέας Οικονομίας (TANEO)]. Στο πλαίσιο αυτού του σημαντικού μετασχηματισμού, θεμελιώδεις στόχους στον 5ετή προγραμματισμό αυτής της πρωτοβουλίας αποτελούν: η βελτίωση της πρόσβασης των ΜμΕ σε χρηματοδότηση, η προώθηση της καινοτομίας από ΜμΕ, η ανάπτυξη νέων υποδομών ΜμΕ, η επιχειρηματική υποστήριξη στις ΜμΕ, καθώς και ο σχεδιασμός προγραμμάτων διευκολύνσεων εγγύησης για τις ΜμΕ.

Παράλληλα, ένα από τα βασικά εργαλεία για την προώθηση επενδύσεων και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας στις επιχειρήσεις, που έχει ευρύτατη επιρροή στον επιχειρηματικό κόσμο, είναι ο αναπτυξιακός νόμος. Ωστόσο, η επίπτωση από την εφαρμογή αναπτυξιακών νόμων στις ΜμΕ, ακόμη και σήμερα, κρίνεται περιορισμένη, καθώς τα παρεχόμενα κίνητρα δεν καταφέρνουν να συγκρατήσουν σε ικανοποιητικό βαθμό τις απώλειες που προκάλεσε η οικονομική κρίση.

Αξιολογώντας τις ευκαιρίες που προσφέρονται για τις ΜμΕ, στον αναπτυξιακό νόμο εντάσσονται ενισχύσεις για: συμβουλευτικές υπηρεσίες σε ΜμΕ, δαπάνες εκκίνησης για τις υπό ίδρυση μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, δαπάνες καινοτομίας για ΜμΕ, δαπάνες για καινοτομία διαδικασιών και οργάνωσης για ΜμΕ, καθώς και δαπάνες για συμμετοχή σε cluster καινοτομίας και ολοκληρωμένες αλυσίδες αξίας. Ένα σημαντικό στοιχείο για την αποτελεσματικότητα των προαναφερόμενων ωφελειών, που κρίνεται σκόπιμο να αναδειχθεί, είναι ότι τα καθεστώτα ενίσχυσης του Αναπτυξιακού νόμου διέπονται από οριζόντιους άξονες εφαρμογής, γεγονός που σε αρκετές περιπτώσεις αποτελεί τροχοπέδη για την πρακτική αξιοποίηση από τις ΜμΕ.

Ωστόσο, υπάρχουν μια σειρά από υπουργικές αποφάσεις που προκηρύσσουν και εξειδικεύουν αυτοτελώς τα καθεστώτα αυτά για ΜμΕ. Ανάμεσα σε αυτές περιλαμβάνονται τρία πολύ σημαντικά εργαλεία για ΜμΕ. Το πρώτο, υπό τον τίτλο «Νέες Ανεξάρτητες ΜΜΕ», έχει ως στόχο την παροχή ενός πλήρους πλαισίου κινήτρων σε νεοσύστατες ή υπό ίδρυση ανεξάρτητες ΜμΕ που προτίθενται να πραγματοποιήσουν αρχική επένδυση σε ένα ευρύ φάσμα επιλέξιμων κλάδων µε επιχορήγηση που μπορεί να φθάσει έως και 70%. Το δεύτερο, με τίτλο «Επενδύσεις Καινοτομικού Χαρακτήρα για ΜμΕ», δρα συμπληρωματικά και ενισχύει ένα σημαντικό εύρος λοιπών ειδικών δαπανών. Τα προγράμματα αυτά απευθύνονται σε ΜμΕ για την πραγματοποίηση επενδυτικών σχεδίων που αποσκοπούν στην παραγωγή καινοτόμων προϊόντων ή την εισαγωγή καινοτομιών διαδικασιών και οργάνωσης. Το τρίτο, με τίτλο «Συνέργειες και Δικτυώσεις», έχει ως κεντρικό στόχο τη διασπορά της συνεργατικής κουλτούρας στην ελληνική επιχειρηματικότητα, μέσω της ενίσχυσης κοινών δράσεων, της προώθησης της ανταγωνιστικότητας των ΜμΕ επιχειρήσεων που συμμετέχουν στα συνεργατικά σχήματα (clusters), καθώς και της αύξησης των σημαντικών οικονομιών κλίμακας που δύνανται να παραχθούν για το σύνολο της οικονομίας από τη δημιουργία δικτυώσεων, αλλά και από τη συνεργασία των ΜμΕ με οργανισμούς έρευνας και παραγωγής γνώσεων.

Όπως γίνεται αντιληπτό, ευκαιρίες χρηματοδότησης υφίστανται. Παρ’ όλα αυτά, οι δείκτες ζήτησης και απορρόφησης πόρων από τα προαναφερόμενα εργαλεία παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα για τις ΜμΕ. Η εξήγηση για το φαινόμενο αυτό έγκειται σε δύο σημαντικούς παράγοντες. Πρώτον, την αναποτελεσματική προετοιμασία των ΜμΕ για τη σύνταξη μιας καλά τεκμηριωμένης και υψηλής ποιότητας πρότασης για τη ζητούμενη επένδυση. Προφανώς στην αγορά ανθούν διάφορες συμβουλευτικές εταιρείες, οι οποίες και βοηθούν θεωρητικά σε αυτή τη διαδικασία. Ωστόσο, εκ του αποτελέσματος είναι φανερό ότι ο τομέας αυτός δεν λειτουργεί αποδοτικά, με συνέπεια χαμηλής ποιότητας προτάσεις, που δεν κατορθώνουν να ικανοποιήσουν τα κριτήρια που συνήθως τίθενται στις σχετικές αξιολογήσεις.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η αδυναμία κάλυψης των αναγκών υψηλής προτεραιότητας των ΜμΕ, όπως: α) ενισχύσεις μέσω δανείων με χαμηλότερα επιτόκια, β) κάλυψη μισθοδοτικών δαπανών και ελάφρυνση σε εισφορές εργαζομένων, γ) κόστος υλικών και πόρων που σχετίζονται άμεσα με δραστηριότητες Ε&Α και δ) κόστος εμπειρογνωμοσυνών, συμβουλών και άλλων ισοδύναμων υπηρεσιών, καθώς και δαπανών που συνδέονται με αξιοποίηση αποτελεσμάτων Ε&Α, που παρέχονται ή εκτελούνται από επιστημονικούς φορείς, συμπεριλαμβανομένου του κόστους απόκτησης διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Όσον αφορά τη στρατηγική, τις προτεραιότητες και τις επιπτώσεις της πολιτικής, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η περαιτέρω στήριξη των ΜμΕ θα μπορούσε υπό όρους να έχει υψηλό αντίκτυπο στη βελτίωση της παραγωγικότητάς τους και τελικά στην ανταγωνιστικότητά τους. Ωστόσο, η στήριξη θα πρέπει να επικεντρώνεται περισσότερο στην παροχή βοήθειας προς τις δυναμικές ΜμΕ για να αναπτυχθούν, στις στρατηγικές έξυπνης εξειδίκευσης και στη συμβολή στην προσπάθεια των Περιφερειών να βελτιώσουν τη θέση τους στην οικονομική αλυσίδα αξίας, και όχι στην προσπάθεια διατήρησης επιχειρηματικών μοντέλων του παρελθόντος. Με λίγα λόγια, τα χρηματοδοτικά εργαλεία υπάρχουν και διατίθενται σε αυτούς που προσπαθούν. Αυτό που λείπει και πρέπει να βελτιώσουμε είναι η ένδεια ιδεών και η παραγωγή αξίας στα προϊόντα/υπηρεσίες που παράγουν οι ΜμΕ. Σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να κινηθούμε πλέον.

 

*Ο Άγγελος Τσακανίκας είναι αναπληρωτής καθηγητής, διευθυντής Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ), ΕΜΠ.

**Ο Δρ Ευάγγελος Σιώκας είναι διδάκτωρ μηχανικός ΕΜΠ, επιστημονικός συνεργάτης ΕΒΕΟ