Οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας ως μέτρο αντιστάθμισης στη μεταβλητότητα του κλάδου της ναυτιλίας

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2022, τ.1015

NAYTIΛΙΑ

του Κωνσταντίνου Μελά*

 

Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας –και ειδικότερα η άνοδος της Κίνας ως παγκόσμιου κατασκευαστή από τις αρχές του 21ου– αιώνα έχει ωθήσει τη διεθνή οικονομία σε μια εν γένει αναθεώρηση του τρόπου λειτουργίας της. Ενώ μέχρι τον προηγούμενο αιώνα οι χώρες λειτουργούσαν προστατευτικά ως προς την τοπική τους οικονομία, μια μείξη πολλών παραγόντων (όπως το μειωμένο εργατικό κόστος, το μειωμένο κόστος παραγωγής και η άρση των περιορισμών του εμπορίου) οδήγησε τις αγορές στη στενότερη συνεργασία τους και στην εν γένει ομογενοποίησή τους.

Η εν λόγω ομογενοποίηση προώθησε σημαντικά το διεθνές εμπόριο και έτσι αποτέλεσε μεγάλη ευκαιρία για την ελληνική ναυτιλία. Με βάση τα τελευταία δεδομένα της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD), η Ελλάδα είναι η δεύτερη παγκόσμια δύναμη της ναυτιλίας, με τους Έλληνες εφοπλιστές να κατέχουν σε απόλυτους αριθμούς τη μεγαλύτερη χωρητικότητα σε πλοία (UNCTAD, 2021).

Η δεδομένη κατάσταση όμως, εάν και αρκετά τιμητική για την πατρίδα μας, κρύβει και μια αρκετά μεγάλη παγίδα. Δεδομένου του γεγονότος πως η ναυτιλία αποτελεί μια δευτερογενή υπηρεσία (δηλαδή η ανάγκη για ναυτιλιακές μεταφορές έγκειται στον ρυθμό και όγκο παραγωγής, αλλά και της συνολικής ζήτησης της παγκόσμιας οικονομίας), η μεταβλητότητα που αντιμετωπίζει ο συγκεκριμένος κλάδος είναι πολύ έντονη. Όπως βλέπουμε χαρακτηριστικά στο γράφημα, το πρώτο κύμα της πανδημίας (μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου του 2020) του κορονοϊού επέφερε μια τεράστια κάμψη στα ναύλα τόσο του χύδην ξηρού φορτίου όσο και της μεταφοράς αργού πετρελαίου και των παραγώγων του.

Αυτή η μεταβλητότητα στην παραγωγική και εφοδιαστική αλυσίδα άλλωστε αποτελεί και ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ναυτιλιακού κλάδου, καθώς η σωστή εκτίμηση των τάσεων τη σωστή χρονική στιγμή μπορεί να αποφέρει σημαντικά κέρδη για τις επιχειρήσεις και φυσικά για τους ίδιους τους εφοπλιστές. Μολαταύτα, το προηγούμενο σενάριο προφανώς αποτελεί και την καλύτερη των περιπτώσεων. Στον αντίποδα, στις κακές χρονιές, οι ναυτιλιακές εταιρείες θα πρέπει να αντέξουν τα διαρκώς μειούμενα ναύλα που επικρατούν στην αγορά, τα οποία μπορεί να μην υπερκαλύπτουν καν τα έξοδα τους, που παραμένουν σε γενικές γραμμές σταθερά (εργατικό δυναμικό, δόσεις δανείων, καύσιμα, λιπαντικά κ.ά.).

 

Η αβεβαιότητα στη ναυτιλία

Για να δώσουμε μια γενική εικόνα, την περίοδο 1975-2001 κατά μέσο όρο οι επενδύσεις στα χύδην φορτία στη ναυτιλία έχουν μια μέση διαχρονική απόδοση περίπου 7,2% ετησίως, ενώ οι επενδύσεις στα βρετανικά ομόλογα 8,5% ετησίως. Η ουσιώδης διαφορά βέβαια βρίσκεται στην τυπική απόκλιση αυτών των μέσων τιμών. Πιο απλά, στο πόσο πολύ μπορεί να απέχει η απόδοση μια τυπική χρονιά από τον μέσο όρο που έχουμε υπολογίσει προηγουμένως. Σε αυτό κρύβεται και ο βασικός παράγοντας της αβεβαιότητας που ενυπάρχει στον κλάδο της ναυτιλίας. Ενώ στα βρετανικά ομόλογα η τυπική απόκλιση κινείται μεταξύ του -3,9% και του +3,9%, στον ναυτιλιακό κλάδο κινείται μεταξύ του -40% και του +40%. Με άλλα λόγια, εάν μιλήσουμε με διαστήματα τιμών, μια ετήσια επένδυση σε ομόλογα θα έχει μια απόδοση με εύρος τιμών από το 4,6% μέχρι το 12,4%, ενώ αντίστοιχα μια επένδυση στη χύδην ναυτιλία θα έχει απόδοση από -32,8% έως 47,2%. (Stopford, 2013). Αυτό το γεγονός ξεκαθαρίζει στα μάτια του αναγνώστη τη μεταβλητότητα που υπάρχει στον ναυτιλιακό τομέα και ποιες είναι οι πιεστικές συνθήκες υπό τις οποίες καλούνται να εργαστούν σε καθημερινή βάση οι Έλληνες που απασχολούνται στον κλάδο.

Εδώ λοιπόν πρέπει να αναφέρουμε και τον αρνητικό αντίκτυπο που έχει η εν λόγω μεταβλητότητα στα έσοδα που δύναται να εισπράξει κάθε χρόνο το ελληνικό Δημόσιο από τη ναυτιλιακή κοινότητα. Έρευνες έχουν δείξει πως η μείωση των ναύλων καθώς και η μη εμπρόθεσμη πληρωμή των ναυτιλιακών δανείων επηρεάζουν αρνητικά τα έσοδα του ελληνικού κράτους (Bragoudakis & Panagiotou, 2010).

Ήδη από τη συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή το 2015 είδαμε τις πρώτες προσπάθειες μετατροπής της παγκόσμιας οικονομίας με βάση μια περισσότερο πράσινη και βιώσιμη ανάπτυξη. Φυσικά αυτές οι πρωταρχικές προσπάθειες δεν είχαν ιδιαίτερη επιτυχία δεδομένου ότι ακόμα και ισχυρές χώρες αρνήθηκαν να εφαρμόσουν τα συμφωνημένα πρωτόκολλα. Αυτή τους η άρνηση είχε ως αποτέλεσμα μια ραγδαία επιδείνωση της κλιματικής αλλαγής τα τελευταία χρόνια, με την αύξηση κυρίως της θερμοκρασίας, το λιώσιμο των πάγων στους πόλους και την άνοδο της στάθμης της θάλασσας παγκοσμίως να αποτελούν γεγονότα γεωλογικής και κλιματικής αστάθειας, τα οποία μπορούμε πλέον να αντιληφθούμε και οι μη ειδικοί επιστήμονες.

 

Απολιγνιτοποίηση

Η απολιγνιτοποίηση της ενέργειας είναι ένα φλέγον θέμα για την ελληνική κοινωνία την τρέχουσα περίοδο. Αρχικά η χώρα μας στηριζόταν στον λιγνίτη ως κύρια πρώτη ύλη για την παραγωγή ενέργειας. Περιοχές όπως η Πτολεμαΐδα στηρίζονταν σε πολύ μεγάλο βαθμό στον λιγνίτη όσον αφορά την εργασιακή απασχόληση. Δοθέντος του τρόπου εξαγωγής του λιγνίτη, η εν λόγω ασχολία χαρακτηριζόταν ως εντάσεως εργασίας, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο τμήμα του εργατικού δυναμικού να απασχολείται στις εν λόγω δραστηριότητες. Παρ’ όλα αυτά, η χώρα μας συμφώνησε στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το κλείσιμο των λιγνιτοπαραγωγικών μονάδων έως το 2028. Ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος προκύπτουν, αφενός ενεργειακό κενό, αφετέρου χαμένες θέσεις εργασίας στις κατά τόπους περιοχές. Προσπαθώντας να μην χρησιμοποιήσουμε το κοινότοπο «Η κρίση δημιουργεί ευκαιρίες», μπορούμε να πούμε πως αυτή η καινούργια πραγματικότητα μπορεί να οδηγήσει σε μια πιο σταθερή και βιώσιμη ανάπτυξη και για τη χώρα αλλά και για τις περιοχές που θα πληγούν από αυτή τη νέα εξέλιξη. Στηριζόμενοι λοιπόν τόσο σε βέλτιστες παγκόσμιες πρακτικές όσο και στην επιστημονική γνώση, η στρατηγική που θα μπορούσε να ακολουθήσει το ελληνικό κράτος είναι διττή. Αφενός, οι επιστημονικές μελέτες έχουν ήδη δείξει πως η ναυτιλία συνολικά αντιδρά με αντίθετο τρόπο συγκριτικά με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Πιο συγκεκριμένα, δοθέντος ότι η ναυτιλία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις τιμές των εμπορευμάτων που διαπραγματεύονται στα διεθνή χρηματιστήρια (Melas & Michail, 2021), η βέλτιστη αντιστάθμιση με βάση τη βιβλιογραφία είναι η επένδυση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (Dutta et al., 2020). Το συγκεκριμένο γεγονός μπορεί να σταθεί αρωγός στη σταθεροποίηση της παραγωγής ενέργειας. Έχοντας σοβαρές επενδύσεις σε δύο τομείς οι οποίοι δεν έχουν θετική συσχέτιση, το κράτος θέτει γερές βάσεις για μια εξομάλυνση της ενεργειακής παραγωγής της χώρας και εν τέλει για περαιτέρω αυξημένα δημόσια έσοδα.

Επιπροσθέτως, το θέμα της κατά τόπους ανεργίας σε περιοχές που θα υποστούν την απολιγνιτοποίηση θα μπορούσε να λυθεί με τη μορφή επενδύσεων τόσο στον κλάδο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας όσο και στον κλάδο των εφοδιαστικών αλυσίδων. Η παραπάνω διττότητα χαρακτηρίζεται αφενός από το θετικό στοιχείο πως το ήδη υπάρχον ανθρώπινο δυναμικό στον τομέα της ενέργειας μπορεί να συνεχίσει να απασχολείται στον τομέα όπου έχει βαθιά γνώση. Αφετέρου, οι δυνατότητες που παρέχουν τα ελληνικά λιμάνια (τόσο του Πειραιά όσο και της Θεσσαλονίκης) δεν αξιοποιούνται πλήρως, καθώς η ενδοχώρα της πατρίδας μας χρησιμοποιείται ελάχιστα ως dryport (με τον όρο dryport εννοούμε έναν τερματικό σταθμό στην κυρίως ενδοχώρα που συνδέει απευθείας ένα λιμάνι είτε σιδηροδρομικώς είτε οδικώς και λειτουργεί ως κέντρο μεταφορτώσεων του θαλάσσιου φορτίου) για περαιτέρω συνέχιση της διαδρομής των φορτίων. Η εν λόγω κίνηση θα επέλυνε περαιτέρω θέματα ανεργίας που θα εμφανίζονταν μεταξύ της μετατροπής της ενέργειας από τη χρήση του λιγνίτη στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Κλείνοντας, θα πρέπει να επισημανθεί πως πρωτίστως το θέμα της διατήρησης του περιβάλλοντος για τις επόμενες γενεές είναι καθήκον όλων μας. Μολαταύτα, εξίσου σημαντική είναι και η στρατηγική ανάπτυξη της χώρας μας στο νέο ενεργειακό περιβάλλον που χαράσσεται σήμερα.

 

* Ο Δρ. Κωνσταντίνος Μελάς είναι υπεύθυνος ακαδημαϊκών προγραμμάτων στη διοίκηση επιχειρήσεων στο Μητροπολιτικό Κολλέγιο στο campus της Θεσσαλονίκης και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Επιμελείται τον ιστότοπο  www.kdmelas.eu