Από την 10η Έκθεση Ενισχυμένης Εποπτείας ΕΕ στην επισκόπηση του Άρθρου 4 ΔΝΤ

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Η χαλάρωση του δημοσιονομικού ζουρλομανδύα της ΕΕ (λόγω της κρίσης του κορωνοϊού), με την συνεχιζόμενη άρση των περιορισμών του Συμφώνου Σταθερότητας/συνέχιση της γενικής ρήτρας διαφυγής και για το 2022, έχει καταστήσει πολύ λιγότερο σημαντική την κάθε τόσο επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση των προοπτικών της Ελληνικής οικονομίας από τα θεσμικά όργανα, που την ετυμηγορία τους είχαμε μάθει να αναμένουμε με άγχος τα χρόνια των Μνημονίων. Τώρα… περισσότερο σασπένς σαν να έχουν οι τοποθετήσεις των οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης, σημάδι και αυτό επιστροφής σε κάτι σαν κανονικότητα. (Βέβαια, όπως έδειξαν οι πρόσφατες τοποθετήσεις Σόιμπλε περί «πανδημίας χρέους», η άνοιξη δεν παρατείνεται πέραν ενός σημείου).

Όμως, μιας και ασχολούνται μαζί μας οι άνθρωποι, θάταν αγένεια να μην ρίχνουμε μια ματιά στις διαπιστώσεις τους! Από την 10η Έκθεση της Μεταμνημονιακής Ενισχυμένης Εποπτείας (ή: Παρακολούθησης, ο καθείς διαλέγει την διατύπωση, πάντως όσο περνάει ο χρόνος η αρχικά σφιχτή εποπτεία χαλαρώνει ούτως ή άλλως και η μεταΜνημονιακή διάσταση κυριαρχεί), εκείνο που μάλλον αξίζει να κρατήσει κανείς, πέραν των γενικώς επαινετικών σχολίων, είναι η καινούργια εκτίμηση περί βιωσιμότητας του χρέους – για το οποίο συμφωνεί και ο δανειστής μας ESM ότι θα καμφθεί από το 2021 και μετά, για να πέσει κάτω του 200% του ΑΕΠ από το 2023 με 168,8% το 2030. Από το 2023 θα επανέλθει  – επισήμανση Ντομπρόβσκις – και η υποχρέωση για πρωτογενή πλεονάσματα, να δούμε αν θάναι στο συμφωνημένο 2,2% πλέον ή όχι.

Από κει και πέρα, ο ΥΠΟΙΚ Χρ. Σταϊκούρας καλά κάνει που σημειώνει τα καλά λόγια περί συνεχιζόμενων μεταρρυθμίσεων (και την εισήγηση για ξεμπλοκάρισμα/επιστροφή άλλων 750 εκατ. ευρώ από τα κέρδη των Κεντρικών Τραπεζών από Ελληνικά ομόλογα, όσο κι αν η θάλασσα κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης+ΕΣΠΑ περιορίζει την αίγλη τους) πλην όμως εμείς – ως πολίτες/φορολογούμενοι – καλό είναι να μαθαίνουμε, έτσι από σπόντα!, ότι προχωρεί ο υπολογισμός του ΕΝΦΙΑ με νέες/αυξημένες τιμές υπολογισμού (από το 2022, όχι από τώρα), ή ότι οι μειώσεις φόρων και εισφορών θα συνεχισθούν (αν και, αντισταθμιστικά, θα αυξηθούν οι επιβαρύνσεις από φόρους ενέργειας/πρασινίσματος). Κατά την 10η Έκθεση, έχουμε ανάπτυξη 4,1% και 6% για φέτος και του χρόνου – όμως ύστερα αποεπιτάχυνση, κάτω από 2,5% το 2023 και με φθίνουσα πορεία εν συνεχεία μέχρι ένα 0,7% του 2030. Αυτό ακριβώς δείχνει πόσο απολύτως πολύτιμες θα είναι οι κάποιες μονάδες πρόσθετης ανάπτυξης από το Ταμείο Ανάκαμψης (και, μην το λησμονούμε, Ανθεκτικότητας). Καταλήγει η 10η Έκθεση με επισημάνσεις περί παραγόντων αβεβαιότητας που παραμένουν: λογικό

Κάτι πιο τσιγγούνικο ως προς τους ρυθμούς ανάπτυξης – 3,3% φέτος και 5,4% για το 2022 – αποδεικνύεται το ΔΝΤ, στα πλαίσια της καθιερωμένης επισκόπησης του Άρθρου  4 (αυτή δεν έχει ιδιαιτερότητα για την Ελλάδα). Κυρίως όμως παίρνει την πρωτοβουλία να μιλήσει για μόνιμη απώλεια προϊόντος post-Covid, της τάξεως του 3% του ΑΕΠ. Και το Ταμείο δεν παραλείπει να αναφερθεί στις αβεβαιότητες της εποχής – και αυτό έχει πάντως την ευπρέπεια να περιλάβει/factor-in στους θετικούς παράγοντες που μπορεί να βελτιώσουν την παραπάνω εικόνα την (σωστή) χρήση των σχεδίων του Ταμείου Ανάκαμψης – με ευθεία αναφορά στις μεταρρυθμίσεις, κι εδώ, οι οποίες θα βοηθούσαν για να ριζώσει η αναπτυξιακή προοπτική.

Το ΔΝΤ βάζει και την δική του σφραγίδα – κι αυτή μετράει περισσότερο, μακροπρόθεσμα – στην μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους. πλην όμως δίνεται και προειδοποιητικό σήμα για βελτίωση (κατά το Ταμείο) στην δημοσιονομική διαχείριση. Αναφορές σε θέματα όπως η «περιορισμένη συμμόρφωση» στον ΦΠΑ, η επιβάρυνση λόγω συνταξιοδοτικού, η αύξηση του αριθμού δημοσίων υπαλλήλων ή η επιβάρυνση λόγω των ΔΕΚΟ. Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς ότι η υπορρέουσα καχυποψία του ΔΝΤ έναντι των αυτοματισμών χαλαρότητας του πολιτικού συστήματος της Ελλάδας στην δημοσιονομική διαχείριση δεν έχει φύγει από το προσκήνιο.