Μιχάλης Αργυρού, Πρόεδρος Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων

Οικονομική Επιθεώρηση, Απρίλιος 2022, τ.1017

ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ

συνέντευξη στους Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη και Χάρη Γ. Σαββίδη

 

Πρόεδρος σήμερα του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων ο Μιχάλης Αργυρού συνδυάζει την ακαδημαϊκή διαδρομή (από το Brunel και το Πανεπιστήμιο του Cardiff στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς) και το ερευνητικό έργο στις διεθνείς νομισματικές σχέσεις καθώς και σε θέματα ευρωπαϊκής οικονομίας . Εχει μετάσχει με έρευνες στην μελέτη της ευρωπαϊκής κρίσης δημοσίου χρέους από την σκοπιά της ΕΚΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η θητεία του στο EuroWorking Group, ως Προέδρου του ΣΟΕ, του έχει δώσει μια τρίτη, ακόμη πιο πρακτική γωνία προσέγγισης των πραγμάτων – την οποία βλέπει κανείς στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει και την σημερινή κρίση.

 

Ο πόλεμος στην Ουκρανία άλλαξε άρδην τις ισορροπίες σε γεωπολιτικό επίπεδο. Στην οικονομία, ποιες θα θεωρούσατε ότι είναι οι πρώτες επιπτώσεις;

Το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα είναι η αβεβαιότητα, η οποία, από μια οπτική γωνία, είναι μεγαλύτερη ακόμα κι από εκείνη στην αρχή της πανδημίας. Τότε υπήρχε ένα πρωτοφανές υγειονομικό σοκ αλλά ήταν δεδομένο ότι κάποια στιγμή αυτό θα τελειώσει, χωρίς να αφήσει σοβαρά μακροχρόνια κατάλοιπα. Ακόμα και η σημαντική αύξηση του ευρωπαϊκού δημοσίου χρέους που αφήνει πίσω της η πανδημία θεωρείται διαχειρίσιμη. Αντίθετα, αυτό που ζούμε τώρα δημιουργεί αβεβαιότητα σε σχέση με το μεσοπρόθεσμο μέλλον, αφού τελειώσει το στρατιωτικό σκέλος. Ποια θα είναι η σχέση της Δύσης με τη Ρωσία; Τι σημαίνει η απεξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια; Θα έχουμε πλήρη διάρρηξη των οικονομικών μας σχέσεων και για πόσο καιρό; Αυτή η μεγάλη αβεβαιότητα, σε αντίθεση με την πανδημία, δεν θα φύγει άμεσα.

 

Και αυτό καθιστά δύσκολη τη χάραξη πολιτικής. Το είδαμε ήδη στη στάση «βλέποντας και κάνοντας» που υιοθέτησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα…

Ναι, και είναι απολύτως λογικό. Άλλωστε, ειδικά για τη νομισματική πολιτική, η κατάσταση είναι ακόμα πιο περίπλοκη: Στην πανδημία ήταν σαφές ότι χρειάζεται νομισματική χαλάρωση, ώστε και να αντιμετωπιστεί ο αποπληθωρισμός και να στηριχθούν παραγωγή κι απασχόληση. Τώρα το σοκ αυξάνει τις τιμές αλλά επιβαρύνει την ανάκαμψη, οπότε στο βραχυχρόνιο ορίζοντα η νομισματική πολιτική αντιμετωπίζοντας το ένα πιθανώς επιδεινώνει το άλλο πρόβλημα. Κατά συνέπεια, είναι εύλογο να περιμένει λίγο κανείς μέχρι να διαμορφωθεί μια πιο καθαρή εικόνα για το μακροοικονομικό περιβάλλον στο οποίο κινούμαστε.

 

Η Fed, όμως, δεν δίστασε να ανοίξει τον χορό…

Υπάρχουν όμως διαφορές σε σχέση με την Ευρώπη. Στις ΗΠΑ η πηγή προέλευσης του πληθωρισμού είναι κυρίως η πλευρά της ζήτησης. Συγκεκριμένα, στις ΗΠΑ η δημοσιονομική παρέμβαση επί πανδημίας ήταν πιο ισχυρή. Με την αμερικανική οικονομία να έχει περάσει πλέον σε φάση ανάκαμψης, είναι λογικό να κινηθούν ταχύτερα, σε ό,τι αφορά τη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής. Από την άλλη πλευρά, στην Ευρώπη ο πληθωρισμός είναι κυρίως το αποτέλεσμα ενός σοκ στην πλευρά της προσφοράς, βασικά στο ενεργειακό κόστος. Οπότε, είναι λογικό να μην έχουμε συγχρονισμό της νομισματικής πολιτικής με τις ΗΠΑ, γιατί αντιμετωπίζουμε διαφορετικές προκλήσεις. Βεβαίως, αυτό εισάγει μια επιπλέον πρόκληση για εμάς στην Ευρώπη: Η προοπτική μεγαλύτερης και πιο γρήγορης αύξησης των αμερικανικών επιτοκίων σε σχέση με τα ευρωπαϊκά, σε συνδυασμό με την παραδοσιακή στροφή των επενδυτών σε περιόδους κρίσης στο καταφύγιο του δολαρίου, έχουν ως αποτέλεσμα να ανατιμάται το δολάριο, στο οποίο τιμολογείται διεθνώς το πετρέλαιο, οπότε επιβαρύνεται περαιτέρω το ενεργειακό κόστος.

 

Βλέποντας λοιπόν στον ορίζοντα αυτό το πληθωριστικό τσουνάμι, οι Ευρωπαίοι είναι έτοιμοι και ικανοί να αντιδράσουν;

Η κατάσταση είναι εξαιρετικά ρευστή. Διαφορετικές ήταν οι συνθήκες πριν από έναν μήνα, όταν ο πόλεμος αποτελούσε πιθανότητα και όχι γεγονός, διαφορετικές τις πρώτες μέρες του πολέμου, όταν ακόμα δεν είχε εκδηλωθεί η Δυτική αντίδραση, διαφορετικές σήμερα, κι ενδεχομένως διαφορετικές σε μερικές εβδομάδες. Εκείνο που μπορούμε να έχουμε ως δεδομένο είναι ότι, σε σχέση με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που βγήκαν τον Φεβρουάριο, προ πολέμου, θα έχουμε υψηλότερο πληθωρισμό και μικρότερη ανάπτυξη. Το ερώτημα είναι πόσο μεγάλο θα είναι το σοκ. Σίγουρα δεν θα είναι κάτι μικρό. Θα είναι, όμως, κάτι μεσαίο, μεγάλο ή πολύ μεγάλο; Ακόμα η σκόνη των γεγονότων δεν έχει καθίσει. Σε κάθε περίπτωση, το κυρίαρχο σενάριο είναι ότι τα υπό εξέλιξη γεγονότα θα επιβραδύνουν αλλά δεν θα εκτροχιάσουν την οικονομική μας ανάκαμψη.

 

Δηλαδή σε αυτό το σοκ υπάρχουν αναχώματα;

Ναι, υπάρχουν. Σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή και βεβαίως την ελληνική οικονομία, υπάρχει το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), το οποίο θα τονώσει σημαντικά τη ζήτηση, βελτιώνοντας ταυτόχρονα τις μακροχρόνιες ικανότητες παραγωγής. Για την Ελλάδα, σε ποσοστό ως προς το ΑΕΠ, οι πόροι που θα εισρεύσουν στην οικονομία είναι το μεγαλύτερο ποσοστό ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης. Υπάρχει επίσης η σαφώς ισχυρότερη κεφαλαιοποίηση των τραπεζών και ο περιορισμός των κόκκινων δανείων τα προηγούμενα χρόνια, που μας επιτρέπουν να μην ανησυχούμε για μια χρηματοπιστωτική κρίση ως απότοκο του πολέμου. Επιπλέον, σε σχέση με την προηγούμενη κρίση, η Ευρώπη έχει αποκτήσει θεσμικούς μηχανισμούς και κυρίως έχει κατανοήσει περισσότερο τη σημασία του συντονισμού πολιτικών.

 

Συντονισμού σε ποια επίπεδα;

Των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών και της δημοσιονομικής με τη νομισματική πολιτική. Επίσης, όλοι συμφωνούν ότι χρειάζεται κοινή προσέγγιση στο θέμα της ενεργειακής μετάβασης, όπου εκτιμάται ότι για το σύνολο της ΕΕ την επόμενη δεκαετία θα απαιτηθούν επενδύσεις περί των 500 δισ. ευρώ ετησίως – πόροι που δεν μπορεί να καλύψει πλήρως το RRF. Επιπλέον, τίθεται το ερώτημα τι θα γίνει στη μεταβατική περίοδο. Η Ελλάδα έχει καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν και τη δημιουργία ενός κοινού μηχανισμού προμήθειας και αποθήκευσης ενέργειας.

 

Όπως και η δημιουργία κοινού Ταμείου για την άμυνα;

Ναι, εμείς από τον Νοέμβριο προτείναμε οι αμυντικές δαπάνες να έχουν ιδιαίτερη μεταχείριση στους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας, κάτι το οποίο συμμεριζόταν και η Πολωνία. Τώρα σε αυτή τη γραμμή έχουν προστεθεί κι άλλες χώρες. Γενικότερα αναγνωρίζεται ότι η άμυνα είναι κάτι στο οποίο πρέπει να επενδύσει η Ευρώπη. Όταν υπάρχει γεωπολιτική αστάθεια, όπως αυτή που παρατηρούμε σήμερα, η αποτρεπτική ισχύς αποτελεί παράγοντα σταθερότητας. Και η σταθερότητα με τη σειρά της δημιουργεί προβλεψιμότητα, η οποία αποτελεί βασική προϋπόθεση μακροχρόνιας ανάκαμψης.

 

Μήπως όλα αυτά περιληφθούν σε ένα νέο Ταμείο ή σε ένα ενισχυμένο RRF;

Αυτή είναι μια πολύ εύλογη ερώτηση, καθώς υπάρχουν πολλά δυνητικά πλεονεκτήματα. Η πρόταση όμως για ένα RRF+ δεν έχει ωριμάσει. Στις ευρωπαϊκές συζητήσεις εκφράζονται κάποιες επιφυλάξεις έναντι αυτής της προοπτικής. Οι επιφυλάξεις αυτές στηρίζονται σε δύο στοιχεία. Πρώτον, το ΑΕΠ των περισσότερων ευρωπαϊκών οικονομιών επέστρεψε το 2021 στα προ πανδημίας επίπεδα. Δεύτερον, όπως είπαμε και πριν, για το 2022 κυρίαρχο σενάριο παραμένει το ότι η ευρωπαϊκή οικονομία θα καταγράψει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης – χαμηλότερους από αυτούς που προβλέπαμε στην αρχή της χρονιάς αλλά θετικούς. Με αυτά ως δεδομένα, υπάρχει η άποψη ότι δεν υπάρχει λόγος νέων παρεμβάσεων, τη στιγμή μάλιστα που οι πόροι από το RRF μόλις αρχίζουν να εισρέουν στις οικονομίες. Από την άλλη πλευρά, όπως είπαμε και προηγουμένως, η αβεβαιότητα είναι πολύ μεγάλη. Για τον λόγο αυτό άλλωστε, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην πρόσφατη ανακοίνωσή της, η οποία θέτει κατευθυντήριες γραμμές για τη δημοσιονομική πολιτική του 2023, αναφέρει ότι θα επανεκτιμήσει την κατάσταση τον Μάιο του 2022, λαμβάνοντας υπόψη και την πρόοδο των συζητήσεων σε ό,τι αφορά το πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης. Θα δούμε λοιπόν ποια θα είναι η κατάσταση τότε. Στην τόσο ρευστή περίοδο την οποία διανύουμε, δεν μπορεί κανείς να προδιαγράψει με απόλυτη βεβαιότητα μελλοντικές αποφάσεις.

 

Μήπως τουλάχιστον παραταθεί το καθεστώς αναστολής των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας;

Και σε αυτή την περίπτωση ισχύουν όσα μόλις ανέφερα. Εδώ όμως πρέπει να πω ότι ανεξάρτητα από τις αποφάσεις που θα ληφθούν για τον χρόνο λήξης της ρήτρας γενικής διαφυγής, για όλες τις χώρες της ευρωζώνης, και βεβαίως και για την Ελλάδα, υπάρχει το πρόσθετο ζήτημα των αγορών, που αποτελούν έναν βασικό περιορισμό. Ας μην ξεχνάμε ότι η ευρωπαϊκή κρίση δημοσίου χρέους δεν ξεκίνησε λόγω της εφαρμογής ή μη των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων αλλά επειδή οι αγορές ανέβασαν γρήγορα και μαζικά το κόστος δανεισμού των κρατών-μελών της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται άνοδος της απόδοσης των κρατικών ομολόγων για όλες τις χώρες της ευρωζώνης, κάτι που είναι λογικό καθώς αυξάνεται ο πληθωρισμός. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε, ειδικά στην Ελλάδα, όπου παρά τις επανειλημμένες αναβαθμίσεις των ομολόγων μας από την αρχή της πανδημίας παραμένουμε εκτός επενδυτικής βαθμίδας.

 

Δεν αρκεί ως προστασία το μαξιλάρι των 40 δισ. ευρώ;

Σίγουρα είναι πολύ χρήσιμα τα υψηλά ρευστά διαθέσιμα, αλλά σε ό,τι αφορά τις δημόσιες δαπάνες το ζήτημα δεν είναι ταμειακό αλλά δημοσιονομικό: Αυξάνοντας τις δαπάνες καταγράφεις υψηλότερο έλλειμμα και άρα φουσκώνει το χρέος. Το ύψος του χρέους είναι από τους παράγοντες που οι αγορές λαμβάνουν υπόψη για την αποτίμηση των ομολόγων, επηρεάζοντας έτσι το κόστος δανεισμού. Γι’ αυτό τον λόγο η κυβέρνηση επιμένει στη μεγάλη σημασία διατήρησης της δημοσιονομικής σταθερότητας. Το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι βιώσιμο, αλλά έχοντας την εμπειρία της προηγούμενης κρίσης απαιτείται μεγάλη προσοχή στις παρούσες συνθήκες αβεβαιότητας.

 

Άρα λοιπόν οι όποιες παρεμβάσεις στήριξης της αγοραστικής δύναμης θα παραμείνουν περιορισμένες;

Οι παρεμβάσεις είναι σημαντικές σε μέγεθος· και, όπως είδατε, είναι στοχευμένες κυρίως στα πιο ευάλωτα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας ώστε να είναι πιο αποτελεσματικές. Αναμφίβολα, τα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα είναι πιο εκτεθειμένα στις αυξήσεις τιμών σε είδη πρώτης ανάγκης. Καθώς οι δαπάνες για ενέργεια ή τρόφιμα είναι ανελαστικές, οι ανατιμήσεις αναγκάζουν τα φτωχότερα νοικοκυριά να διαθέτουν σε αυτές τις δαπάνες μεγαλύτερο μερίδιο του εισοδήματός τους. Αντίστοιχα, σε επίπεδο επιχειρήσεων, υπάρχουν επιχειρήσεις που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στο κόστος της ενέργειας. Βέβαια, στο τέλος, οι αυξήσεις τιμών ενέργειας και πρώτων υλών διοχετεύονται με κάποια καθυστέρηση στο καλάθι της νοικοκυράς, αλλά ο βαθμός διάχυσης των ανατιμήσεων από την αρχή της εφοδιαστικής αλυσίδας προς τα κάτω ούτε πλήρης είναι, ούτε ομοιόμορφος.

 

Όπως ενδεχομένως συνέβη τη δεκαετία του ’70, με την τότε ενεργειακή κρίση;

Η εμπειρία από την περίοδο εκείνη διδάσκει ότι σε περιπτώσεις όπου έχεις ένα σοκ προσφοράς, όπως η σημερινή, εάν υιοθετηθεί μια μη στοχευμένη πολιτική ισχυρής ανταπόκρισης της ζήτησης δεν υπάρχει ουσιαστικό αποτέλεσμα. Καταλήγεις με ακόμα υψηλότερες τιμές και πολύ μικρά οφέλη στο προϊόν και την απασχόληση. Γι’ αυτό δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση στη στόχευση των μέτρων προς τους ασθενέστερους και τις επιχειρήσεις, και στον προσωρινό χαρακτήρα τους. Σημαντικό είναι, επίσης, να υπάρξει συντονισμός της νομισματικής με τη δημοσιονομική πολιτική. Ζητούμενο είναι να δώσεις μια βοήθεια που αφενός θα βοηθά τους πιο ευάλωτους και θα προστατεύει τον παραγωγικό ιστό, και αφετέρου δεν θα αφήσει κληρονομιά υψηλού πληθωρισμού, υψηλών πληθωριστικών προσδοκιών, υψηλών ελλειμμάτων και υψηλού χρέους.

 

Μήπως, τελικά, δεν υπάρχει η ανάγκη στήριξης, όπως πρόσφατα άφηνε να διαφανεί ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος;

Ο κ. Στουρνάρας ορθώς υπενθύμισε ότι από το ξέσπασμα της πανδημίας οι καταθέσεις έχουν αυξηθεί σχεδόν κατά 35 δισ. ευρώ – κι αυτό αποτελεί ένα μαξιλάρι προστασίας για τον ιδιωτικό τομέα. Γνωρίζουμε ότι περίπου το 55% αφορά καταθέσεις νοικοκυριών και το υπόλοιπο καταθέσεις επιχειρήσεων. Βεβαίως, πολύ σημαντικός παράγοντας είναι και η κατανομή των νέων καταθέσεων. Αυτό έχει μεγάλη σημασία για τις αντοχές των ασθενέστερων, δεδομένου και του ανελαστικού χαρακτήρα των δαπανών για τα είδη που ανατιμώνται.

 

Εφόσον κοινωνία και οικονομία αντέξουν τις ανατιμήσεις, μήπως ο πληθωρισμός αποδειχθεί ευεργετικός για το χρέος;

Η συνθήκη σταθεροποίησης του δημοσίου χρέους συνδέει το πρωτογενές πλεόνασμα με το ύψος του χρέους ως προς το ΑΕΠ και τη διαφορά μεταξύ πραγματικού επιτοκίου και πραγματικού ρυθμού ανάπτυξης. Αν υποθέσουμε ότι όλα τα άλλα παραμένουν σταθερά, μεγαλύτερος πληθωρισμός μειώνει το πραγματικό επιτόκιο και βελτιώνει τη βιωσιμότητα του χρέους. Αυτό όμως ισχύει μόνο όσο ο πληθωρισμός δεν περνάει στα ονομαστικά επιτόκια, κάτι το οποίο αναπόφευκτα θα συμβεί εφόσον ο πληθωρισμός επιμείνει και εδραιωθεί στις πληθωριστικές προσδοκίες. Σε αυτή την περίπτωση, η επίδραση του πληθωρισμού στη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη, και στη βιωσιμότητα του χρέους, θα είναι αρνητική. Η πρόβλεψή μου είναι ότι στο μεσοπρόθεσμο διάστημα η ΕΚΤ δεν θα επιτρέψει να συμβεί κάτι τέτοιο.

 

Ανεξάρτητα από το σοκ που θα δεχθεί άμεσα η ανάπτυξη, υπάρχουν θετικές μεσοπρόθεσμες προοπτικές;

Όπως είπαμε και πριν, το 2022 η οικονομική ανάπτυξη στην Ευρώπη θα είναι μικρότερη από εκείνη που προβλέπαμε στην αρχή του έτους. Παρ’ όλα αυτά, και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα αναμένουμε ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα παραμείνει σε ένα αρκετά ικανοποιητικό, θετικό επίπεδο. Ιδιαίτερα για την Ελλάδα, αυτό στηρίζεται σε μια σειρά στοιχείων που μας κάνουν να πιστεύουμε ότι η οικονομία έχει χτίσει αναχώματα έναντι της κρίσης. Πρώτον, το επονομαζόμενο carry-over effect: Στα τέλη του 2021 ήμασταν σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με τις προβλέψεις στις αρχές της πανδημίας, καθώς και η ύφεση το 2020 ήταν μικρότερη των εκτιμήσεων και η ανάκαμψη το 2021 ισχυρότερη· δεύτερον, η εικόνα της αγοράς εργασίας βελτιώνεται, όχι απλώς επειδή υποχωρεί το ποσοστό ανεργίας αλλά κυρίως λόγω της βελτίωσης σημαντικών επιμέρους δεικτών, όπως η αύξηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας και η μείωση της ανεργίας σε νέους και γυναίκες· τρίτον, παρά το ότι ο τουρισμός ανέκαμψε σημαντικά το 2021, έχει ακόμα σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανόδου μέχρι να φτάσει στα επίπεδα του 2019· τέταρτον, οι δείκτες κυβερνησιμότητας βελτιώνονται σχεδόν σε όλους τους τομείς, κάτι το οποίο αυξάνει την ελκυστικότητα της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού· πέμπτον, βλέπουμε μια μεταβολή της σύνθεσης του ΑΕΠ, με διψήφια αύξηση στις επενδύσεις, αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής, καθώς και των βιομηχανικών εξαγωγών.

 

Σημασία όμως έχει και τι εξάγουμε…

Και σε αυτό υπάρχει πρόοδος, η οποία μάλιστα φαίνεται να προκύπτει ως αποτέλεσμα των ακολουθούμενων πολιτικών. Να σας δώσω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το 2012 οι επενδύσεις σε R&D (έρευνα και τεχνολογία) αντιστοιχούσαν στο 0,7% του ΑΕΠ. Δώσαμε φορολογικά κίνητρα και το 2020 πήγαν στο 1,5%. Στη συνέχεια αυτό πέρασε στη σύνθεση των ελληνικών βιομηχανικών εξαγωγών, με το μερίδιο των hi-tech προϊόντων (άρα και εκείνων με υψηλή προστιθέμενη αξία) από 8% το 2012 να φτάνει πλέον το 13,5% – χαρακτηριστικά αναφέρω ότι στη Γερμανία είναι 15%. Επίσης, το 2021 οι εξαγωγές αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των μεταποιητικών, κατέγραψαν ιστορικό ρεκόρ, με την Ελλάδα να κερδίζει μερίδια αγοράς σε σημαντικές αγορές του εξωτερικού. Υπάρχουν λοιπόν ορισμένα πολύ ενθαρρυντικά σημάδια από την πλευρά της μικροοικονομίας που δείχνουν ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαθρωτική μετεξέλιξη της ελληνικής οικονομίας, προς την κατεύθυνση της ποιότητας και εξωστρέφειας. Αυτή συμβάλλει στην προσέλκυση επενδύσεων από πολύ μεγάλες διεθνείς εταιρείες, οι οποίες λειτουργούν ως θετικό σήμα για την κινητοποίηση επιπρόσθετων επενδυτικών πόρων, εσωτερικών και εξωτερικών.

 

Θα επιβιώσουν, όμως, όλα αυτά από την κρίση που μόλις ξέσπασε;

Σίγουρα όσα γίνονται τώρα αποτελούν ένα πλήγμα στην οικονομική μας ανάκαμψη, και στην Ελλάδα όσο και στο σύνολο της Ευρώπης. Όμως, όπως είπα και πριν, υπάρχουν αναχώματα ώστε να παραμείνουμε σε τροχιά ανάκαμψης. Αυτά είναι η θετική δυναμική που συζητήσαμε και οι πόροι του RRF και του νέου Ταμείου Συνοχής. Σε όρους ΑΕΠ, αυτοί είναι διπλάσιοι από τους πόρους που εισέρευσαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του σχεδίου Μάρσαλ. Σε κάθε περίπτωση, κάθε κρίση έχει την επόμενη μέρα – και η επόμενη μέρα για την Ελλάδα έχει ευκαιρίες. Φαίνεται ότι, σε ανταπόκριση των τεκτονικών γεωπολιτικών εξελίξεων, η Ευρώπη θα στραφεί προς τη στρατηγική αυτονομία. Αυτό σημαίνει επαναπατρισμό μέρους της παραγωγής της, η οποία είναι πιθανότερο να επιλέξει μια οικονομία αξιόπιστη, με σχετικά χαμηλές αξίες και ελκυστικό εργατικό δυναμικό. Άρα έχουμε την ευκαιρία να έρθουν στην Ελλάδα άμεσες επενδύσεις από ευρωπαϊκούς πόρους που θα επαναπατριστούν στην ήπειρό μας. Επιπλέον, ενόψει της μερικής αναστροφής της παγκοσμιοποίησης με ενίσχυση του περιφερειακού χαρακτήρα των οικονομικών συναλλαγών (ένα φαινόμενο που διεθνώς αναφέρεται ως regionalization), θα είναι ευκολότερο για τους Έλληνες εξαγωγείς να αυξήσουν μερίδια σε δυτικές αγορές, όπου είναι και υψηλότερα τα εισοδήματα. Εφόσον παραμένουμε σταθεροί στο εξωστρεφές αναπτυξιακό μονοπάτι στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα, η Ελλάδα θα είναι μία από τις ευρωπαϊκές χώρες που θα καταγράψουν υψηλούς, αλλά και διατηρήσιμους, ρυθμούς ανάπτυξης αυτή τη δεκαετία, προς όφελος όλων των πολιτών της.