Οι προοπτικές ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2023, τ.1026

Μιχάλης Αργυρού, Πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων,
Καθηγητής Οικονομικών Πανεπιστημίου Πειραιώς

Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας αποτελεί στόχο ύψιστης σημασίας για την ελληνική οικονομία. Πέρα από την προφανή επωφελή επίδρασή της στο επιτόκιο νέου δανεισμού του δημοσίου, θα συνεισφέρει σημαντικά στη μείωση του επιτοκίου δανεισμού του ελληνικού ιδιωτικού τομέα (επιχειρήσεις και νοικοκυριά) και θα εμπεδώσει ακόμα περισσότερο την μεγάλη πρόοδο που έχει σημειώσει η χώρα μας στο πεδίο της αξιοπιστίας της οικονομικής της πολιτικής και της διακυβέρνησης γενικότερα, κορωνίδα της οποίας υπήρξε η έξοδος από το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας τον περασμένο Αύγουστο. Οι θετικές επιπτώσεις της ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας θα έχουν ευεργετικές επιπτώσεις στις επενδύσεις, την απασχόληση, τον ρυθμό ανάπτυξης και την κοινωνική συνοχή.

Από το 2021, ο στόχος που έχει τεθεί δημόσια από την ελληνική κυβέρνηση είναι η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας εντός του 2023. Κατά την διάρκεια των τελευταίων τριών ετών η πρόοδος που έχει επιτευχθεί προς την κατεύθυνση αυτή είναι πολύ σημαντική.  Κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες, και μέσα σε περιβάλλον πρωτόγνωρης γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας, η Ελλάδα κατάφερε έντεκα συνολικά αναβαθμίσεις από διεθνείς οίκους αξιολόγησης, τέσσερις εκ των οποίων, έγιναν μετά από την έναρξη του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας, δηλαδή εν μέσω της ενεργειακής κρίσης, της συνακόλουθης αύξησης του παγκόσμιου πληθωρισμού και της σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής. Η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται ένα σκαλοπάτι πριν από την επενδυτική βαθμίδα.

Οι μεθοδολογίες που χρησιμοποιούν οι οίκοι αξιολόγησης για την πιστωτική αξιολόγηση των χωρών διαφέρουν ανά οίκο. ‘Όμως, από ευρήματα εκτεταμένης ακαδημαϊκής έρευνας προκύπτει ότι οι βασικές μεταβλητές που καθορίζουν την αξιολόγηση αυτή είναι ο ρυθμός ανάπτυξης, το ύψος και η δυναμική του δημοσίου χρέους (ανοδική ή καθοδική), η επίτευξη δημοσιονομικών στόχων, το ύψος των κόκκινων δανείων και η γενικότερη κατάσταση του τραπεζικού συστήματος, καθώς επίσης και η διεθνής ανταγωνιστικότητα. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι και ο ρόλος των προσδοκιών αναφορικά με τις προοπτικές της οικονομίας στους παραπάνω τομείς.

Σε όλα τα παραπάνω, η Ελλάδα σημειώνει, και αναμένεται να συνεχίσει να σημειώνει, ισχυρή και σταθερή πρόοδο. Αυτό αποτυπώνεται σε βασικούς δείκτες αγοράς, όπως το ελληνικο σπρεντ, που σήμερα βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από το 2018, και στα ασφάλιστρα κινδύνου CDS, που στην περίπτωση της Ελλάδας μειώνονται τους τελευταίους μήνες, παρά την διεθνή οικονομική και γεωπολιτική κρίση.

Με βάση τα παραπάνω, θα έλεγε εύλογα κανείς ότι η Ελλάδα θα είχε ήδη ανακτήσει την επενδυτική της βαθμίδα, νωρίτερα του αναμενομένου, αν το διεθνές οικονομικό περιβάλλον δεν χαρακτηριζόταν από τον σημερινό υψηλό βαθμό αβεβαιότητας. Εντούτοις, ακόμα και υπό αυτές τις δυσμενείς εξωτερικές συνθήκες, εφόσον η Ελλάδα συνεχίσει την ίδια πετυχημένη οικονομική πολιτική που εφαρμόζει τα τελευταία τρία χρόνια, ο αρχικός στόχος που τέθηκε το 2021, δηλαδή η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας εντός του 2023, παραμένει εφικτός.