Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2021, τ.1013

ΦAΚΕΛΟΣ: ΚΛAΔΟΣ ΤΡΟΦIΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΤΩΝ

Αυξημένη ζήτηση στα αρτοσκευάσματα-μείωση στα επαγγελματικά προϊόντα

της Βίκης Καλιάκου

Η αρτοποιία και τα αλευρώδη αναπτύσσονται και κρατούν εν μέσω καταιγίδων τα σκήπτρα σε σειρά τομέων της βιομηχανίας τροφίμων και ποτών, σε αριθμό επιχειρήσεων με ποσοστό 59%, αριθμό εργαζομένων 42%, ακαθάριστη προστιθέμενη αξία 20% και κύκλο εργασιών 16% (ΙΟΒΕ). Ενδεικτικά, ο όμιλος Λούλη κατέγραψε το α΄εξάμηνο του 2021 πωλήσεις 60,97 εκατομμυρίων ευρώ από 54,52 εκατομμύρια το α΄εξάμηνο του 2020, σημειώνοντας αύξηση 11,83%, ενώ στην εταιρεία οι πωλήσεις ανήλθαν στα 54,25 εκατομμύρια από 48,01 εκατομμύρια ευρώ την αντίστοιχη προηγούμενη περίοδο, παρουσιάζοντας αύξηση 13%.

«Το 2020 ήταν μια ιδιαίτερη χρονιά για όλους, καθώς έπρεπε να αντιμετωπίσουμε μια καινούργια πραγματικότητα, σύμφωνα με την οποία προσαρμόσαμε τη συνολική επαγγελματική μας δραστηριότητα με τελικό στόχο να ελαχιστοποιήσουμε τις επιπτώσεις της πανδημίας στα οικονομικά αποτελέσματά μας για να συνεχίσουμε απρόσκοπτα την υλοποίηση του στρατηγικού μας πλάνου και να διασφαλίσουμε την ομαλή λειτουργία μας», δηλώνει για τις επιχειρήσεις του κλάδου στην Οικονομική η Όλγα Μάνου, διευθύντρια Επικοινωνίας & Εταιρικής Υπευθυνότητας της Μύλοι Λούλη ΑΕ.

Κάνει λόγο για μια σειρά πρωτόγνωρων προβλημάτων λόγω των μέτρων κατά της Covid-19. «Το πρώτο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε ήταν οι δυσκολίες στην πώληση, στην παραγωγή και στη διακίνηση, καθώς έπρεπε να προσαρμόσουμε τόσο στην παραγωγική όσο και στις υπόλοιπες διαδικασίες όλα τα επιπλέον μέτρα υγιεινής, έτσι ώστε να διασφαλιστεί κατά τον αποτελεσματικότερο τρόπο η υγεία των εργαζομένων και των πελατών μας, καθώς και η εξυπηρέτησή τους. Είχαμε επίσης να αντιμετωπίσουμε μια μεγάλη μεταβλητότητα στη ζήτηση. Από τη μια μεριά είχαμε μια μεγάλη αύξηση της ζήτησης των καταναλωτικών προϊόντων, γιατί ο κόσμος μένοντας στο σπίτι έφτιαχνε μόνος του ψωμί και άλλα αρτοσκευάσματα, από την άλλη όμως είχαμε μεγάλη πτώση στα επαγγελματικά προϊόντα (άλευρα, μείγματα και πρώτες ύλες αρτοποιίας & ζαχαροπλαστικής) λόγω του κλεισίματος όλων των δραστηριοτήτων της κοινωνίας. Το αποτέλεσμα ήταν να καταγράψουμε στο τέλος της χρονιάς μια πτώση -6% στο σύνολο», σημειώνει η Ό. Μάνου. Δύσκολες συνθήκες επικράτησαν ακόμη, όπως λέει, στη διακίνηση των πρώτων υλών, των υλικών συσκευασίας, καθώς και των τελικών προϊόντων, λόγω των περιορισμών που έφερε το lockdown σε όλα τα δίκτυα μεταφορών και logistics παγκοσμίως.

Έλλειψη σιτηρών λόγω κλιματικής αλλαγής-o ρόλος της Ρωσίας

«Πέρυσι ήταν μια δύσκολη χρονιά και δυστυχώς ιδιαίτερα για εμάς στον κλάδο των αλεύρων τη διαδέχθηκε μία ακόμα δυσκολότερη. Από τις αρχές του δεύτερου εξαμήνου του 2021 ο κλάδος μας ήρθε αντιμέτωπος με μια μεγάλη έλλειψη σιτηρών. Αυτή κυρίως οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην καταστροφή ή και στην ποιοτική υποβάθμιση μεγάλου μέρους της παγκόσμιας εσοδείας, λόγω συνθηκών που προκύπτουν από την κλιματική αλλαγή. Αυτό δυστυχώς είναι ένα φαινόμενο που έχουμε ήδη διαπιστώσει εδώ και χρόνια, όμως κάθε χρόνο εκδηλώνεται με διαφορετική μορφή και σε διαφορετικές περιοχές του πλανήτη, επιδεινώνοντας την κατάσταση στο σύνολό της. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα που εναλλάσσονται κάθε χρόνο, παγωνιές, ξηρασίες, πλημμύρες, χαλάζι, καταστρέφουν τη σοδειά και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μειώνονται παγκοσμίως τα διαθέσιμα σιτηρά, με αναμενόμενη επίπτωση τη ραγδαία αύξηση της τιμής τους. Πέρα από αυτό υπάρχουν παρεμβάσεις στο ελεύθερο εμπόριο σε κάποιες σιτοπαραγωγικές χώρες (π.χ. Ρωσία) που απαγορεύουν ή επιβαρύνουν τις εξαγωγές με δασμούς, συντελώντας στην ακόμα μεγαλύτερη αύξηση των τιμών. Επιπλέον, πέραν αυτού αντιμετωπίζουμε, όπως και όλοι οι άλλοι κλάδοι, το πρόβλημα της μεγάλης αύξησης του κόστους μεταφοράς με πλοία και κοντέινερ, που είναι αποτέλεσμα της διατάραξης της αλυσίδας εφοδιασμού του παγκόσμιου εμπορίου. Επίσης, έχουμε τεράστια αύξηση στο ενεργειακό κόστος (ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο και πετρέλαιο), που είναι αδύνατο να καλυφθεί από τη λειτουργία των επιχειρήσεων και θα οδηγήσει δυστυχώς κάποιους κλάδους σε μεγάλες ζημιές», εξηγεί η διευθύντρια Επικοινωνίας & Εταιρικής Υπευθυνότητας της εταιρείας.

Δεν κρύβει μάλιστα την ανησυχία της και για μια σειρά ακόμη δυσμενών συνθηκών. «Άλλος κίνδυνος υπαρκτός για τις εταιρείες τροφίμων είναι η εξέλιξη της καταναλωτικής δυνατότητας. Συνοψίζοντας όλα αυτά, αντιλαμβανόμαστε ότι οι προοπτικές είναι θολές. Είναι σαν να βαδίζεις σε παγωμένη λίμνη. Οι επιχειρήσεις πρέπει να επιδεικνύουν μεγάλη προσαρμοστικότητα και ανθεκτικότητα και να σχεδιάζουν προσεκτικά τα επόμενα βήματά τους. Παράλληλα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οφείλουμε όλοι να γίνουμε συμμέτοχοι στη λύση όλων αυτών των προβλημάτων και κυρίως αυτών που προέρχονται από την κλιματική αλλαγή», καταλήγει η Ό. Μάνου.