Ένα πρώτο και ουσιαστικό βήμα στην κατεύθυνση αντικατάστασης της εξαναγκαστικής χρήσης των κρατικών νομισμάτων με έναν υγιή ανταγωνισμό μεταξύ εναλλακτικών νομισμάτων

Οικονομική Επιθεώρηση, Μάρτιος 2022, τ.1016

ΨΗΦΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: ΚΡΥΠΤΟΝΟΜΙΣΜΑΤΑ

Του Γιώργου Αρχόντα*

Όταν το 1892 ο γενάρχης της αυστριακής οικονομικής σχολής Καρλ Μένγκερ (1840- 1921) δημοσίευε το σύντομο δοκίμιό του με θέμα την Προέλευση του Χρήματος, δεν φανταζόταν βεβαίως την επίδραση που θα είχε η προσέγγισή του στις σύγχρονες προσπάθειες για τη δημιουργία και την καθιέρωση ψηφιακού, ιδιωτικού και αποκεντρωμένου χρήματος.

Η καινοτομία του Μένγκερ ήταν ότι αναγνώριζε το χρήμα ως «κοινωνικό και όχι κρατικό θεσμό», εντοπίζοντας την προέλευσή του σε μια αυθόρμητη, εξελικτική διαδικασία μέσω της οποίας τα πολύτιμα μέταλλα, αγαθά με υψηλή «πωλησιμότητα» λόγω των συγκεκριμένων βολικών τους ιδιοτήτων (ελκυστικότητα, σχετικά σταθερή ανταλλακτική αξία, ανθεκτικότητα, εύκολα ελέγξιμη καθαρότητα και ομοιομορφία, εύκολη κατάτμηση σε μικρότερα κομμάτια και μεταφορά), αναδείχθηκαν σε καθολικά μέσα συναλλαγής.

Η παρέμβαση του κράτους στη διαδικασία δημιουργίας χρήματος ήταν για τον Μένγκερ και για τους συνεχιστές του στην αυστριακή παράδοση τουλάχιστον μη αναγκαία, και σε πολλές περιπτώσεις και επιβλαβής.

Κύριος εκφραστής αυτής της προσέγγισης κατά τον 20ό αιώνα υπήρξε ο Φρίντριχ Χάγιεκ. Έχοντας βιώσει τις συνέπειες του υπερπληθωρισμού στη γενέτειρά του Αυστρία, θεωρούσε ότι ο πληθωρισμός, τον οποίο απέδιδε ως επί το πλείστον στις κρατικές προσπάθειες ελέγχου της παροχής του χρήματος, αποτελούσε τον κατεξοχήν κίνδυνο για τη σταθερότητα και τις προοπτικές της οικονομίας. Άλλωστε, η αυστριακή εξήγηση για την εμφάνιση και την εξέλιξη των οικονομικών κύκλων την οποία εν πολλοίς ο Χάγιεκ επεξεργάστηκε έχει στο επίκεντρό της τις προσπάθειες τεχνητής μείωσης των επιτοκίων από τις κυβερνήσεις προκειμένου να ενισχυθεί πρόσκαιρα η ανάπτυξη και η απασχόληση.

Στην πορεία του στοχασμού του, ο Χάγιεκ διατύπωσε τρεις διακριτές νομισματικές προτάσεις για την αντιμετώπιση του πληθωριστικού κινδύνου. Αρχικά, υποστήριζε τον κανόνα του χρυσού, ο οποίος περιορίζει δραστικά την παρεμβατική ευχέρεια της εκάστοτε κυβέρνησης. Από τη στιγμή όμως που ο κανόνας αυτός εγκαταλείφθηκε στην πράξη, ο Χάγιεκ θεώρησε την επιστροφή του ανέφικτη. Στράφηκε συνεπώς, από το 1943 και έπειτα, στη λύση ενός κανόνα «καλαθιού προϊόντων», που έχει το πλεονέκτημα ότι δεν βασίζεται σε ένα και μόνο αντίκρισμα.

Η τρίτη διαδοχική πρότασή του –κι αυτή που συνδέεται περισσότερο με τη σημερινή πραγματικότητα των κρυπτονομισμάτων– είναι ο ελεύθερος νομισματικός ανταγωνισμός. Σύμφωνα με την πρόταση αυτή, η κατάργηση της εξαναγκαστικής χρήσης του εκάστοτε επίσημου κρατικού νομίσματος θα δημιουργούσε έναν υγιή ανταγωνισμό μεταξύ των εναλλακτικών νομισμάτων καθώς οι άνθρωποι θα προτιμούσαν πιθανότατα εκείνο το νόμισμα που εγγυάται τη μεγαλύτερη σταθερότητα της αξίας του.

Υπό την οπτική αυτή, τα κρυπτονομίσματα μπορεί να θεωρηθούν ένα πρώτο και ουσιαστικό, αλλά σίγουρα όχι το τελικό βήμα στην κατεύθυνση αυτή. Η κύρια θετική τους επίδραση είναι ότι εισάγουν έναν ανταγωνισμό προς τα επίσημα νομίσματα, ο οποίος αποκτά ιδιαίτερη σημασία ιδίως σε περιόδους υψηλού πληθωρισμού. Τα περισσότερα κρυπτονομίσματα είναι εγγενώς αντιπληθωριστικά, δεν επιτρέπουν τη συστημική χειραγώγηση από την εκδίδουσα αρχή τους, ενώ η τεχνολογία του Blockchain επιτρέπει αξιόπιστες, ανώνυμες συναλλαγές που αξιοποιούν πλήρως τις δυνατότητες της ψηφιακής τεχνολογίας.

Βεβαίως, υπάρχουν πολλά ακόμη βήματα μέχρι την τελική υλοποίηση της πρότασης του Χάγιεκ. Πρώτον, τα κράτη ευλόγως δεν φαίνονται πρόθυμα να εγκαταλείψουν την εξουσία του νομισματικού μονοπωλίου – και όπως έχει αποδειχθεί, σχετικές κρατικές ρυθμίσεις και επιθέσεις επηρεάζουν σημαντικά την αξία των κρυπτονομισμάτων. Άλλωστε, λόγω των μεγάλων διακυμάνσεων της αξίας τους, τα τελευταία συνεχίζουν σε μεγάλο βαθμό να χρησιμοποιούνται κυρίως ως αποθετήρια αξίας και κερδοσκοπικό ενεργητικό και όχι ως συναλλακτικό μέσο. Στις προκλήσεις αυτές πρέπει εξάλλου να προστεθούν τα προβλήματα φήμης των κρυπτονομισμάτων, αλλά και οι προκλήσεις που θέτει η αναδυόμενη κβαντική πληροφορική έναντι των σύγχρονων τεχνολογιών κρυπτογράφησης.

Σε κάθε περίπτωση, η εισαγωγή ανταγωνισμού έναντι της επικρατούσας νομισματικής πρακτικής είναι από φιλελεύθερης σκοπιάς ευπρόσδεκτη. Μπορεί το μέλλον των κρυπτονομισμάτων να αποδειχθεί στην πράξη εντελώς διαφορετικό από οποιαδήποτε πρόβλεψη έχει μέχρι τώρα διατυπωθεί, όμως βασικό αξίωμα της φιλελεύθερης κοσμοθεωρίας, τουλάχιστον εκείνης της παράδοσης στην οποία ανήκει ο Μένγκερ και ο Χάγιεκ, είναι ότι το μέλλον είναι άδηλο – και ακριβώς γι’ αυτό συμφέρει να μοιράζουμε τα αυγά μας σε περισσότερα του ενός καλάθια.

* Ο Γιώργος Αρχόντας είναι διδάκτορας Πολιτικής Φιλοσοφίας και Οικονομικής Θεωρίας και υπεύθυνος των εκπαιδευτικών προγραμμάτων του ΚΕΦίΜ – Μάρκος Δραγούμης.