ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΜΒΟΛΙΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΝΟΣΟΥ COVID-19,

κυρίως σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών ή σε ασθενείς με κακοήθειες ή ανοσοκατεσταλμένα

του Κωνσταντίνου Τριανταφυλλίδη*

 

 

 

 

Τα εμβόλια προκάλεσαν επανάσταση στη δημόσια υγεία, αποτρέποντας εκατομμύρια θανάτους κάθε χρόνο. Σε παγκόσμιο επίπεδο, υπάρχουν υπό αξιολόγηση περίπου 300 διαφορετικά πειραματικά εμβόλια, ενώ μερικά ολοκλήρωσαν την ΙΙΙ φάση των κλινικών δοκιμών και υπέβαλαν αίτηση έγκρισης τους στις αρμόδιες αρχές.

Το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν η πρώτη χώρα στον κόσμο που ενέκρινε ένα εμβόλιο (Pfizer/BioNTech) για τη νόσο COVID-19, ακολούθησε ο Αμερικάνικος Οργανισμός τρόφιμων και Φαρμάκων που ήδη έχει εγκρίνει δύο διαφορετικά εμβόλια (Pfizer/BioNTech και Moderna), ενώ οι αρχές της Ε.Ε. έδωσαν την πρώτη έγκρισή τους στο εμβόλιο Pfizer/BioNTech. Σήμερα (30/12/2020) το Η.Β. ενέκρινε και το εμβόλιο του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης με τη Φαρμακευτική εταιρεία AstraZeneca. Τα εμβόλια Moderna και Pfizer χρησιμοποιούν την τεχνολογία αγγελιαφόρου RNA (mRNA). Το εμβόλιο του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης αποτελείται από δύο μέρη: α) Από έναν αδενοϊό που προκαλεί κοινό κρυολόγημα στους χιμπατζήδες και τροποποιήθηκε έτσι ώστε να μην αναπαράγεται πλέον στα κύτταρα του ανθρώπου. β) Ο ιός αυτός χρησιμοποιείται ως φορέας για να μεταφέρει το mRNA της πρωτεΐνης της ακίδας του κορωνοϊού SARS-CoV-2 στα κύτταρά μας.

Παρά την έγκριση των εμβολίων από τις ρυθμιστικές αρχές, πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να έχουν ερωτήσεις σχετικά με τα εμβόλια και ιδιαίτερα όσοι ανάρρωσαν από τη νόσο COVID-19, άτομα άνω των 65 ετών ή ασθενείς που πάσχουν από κακοήθη νοσήματα ή άλλα νοσήματα του ανοσοποιητικού, και ειδικά όσοι λαμβάνουν χημειοθεραπεία ή ανοσοθεραπεία ή έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση.

1) ΠΩΣ ΔΡΟΥΝ ΤΑ ΕΜΒΟΛΙΑ; Ο στόχος ενός εμβολίου είναι να εκθέσει το ανοσοποιητικό σύστημα ενός ατόμου σε μια πρωτεΐνη ή σε ένα μέρος του παθογόνου (π.χ. ιού ή βακτηρίου) έτσι ώστε να προκαλέσει το ανοσοποιητικό σύστημα να δημιουργήσει ειδικά ανοσοποιητικά κύτταρα που θα αναγνωρίζουν αυτό το συγκεκριμένο παθογόνο. Εάν το εμβολιασμένο άτομο εκτεθεί στο παθογόνο αυτό στο μέλλον, τότε το «προετοιμασμένο» ανοσοποιητικό σύστημα θα είναι σε θέση να αναγνωρίσει για να παράγει ισχυρά εξουδετερωτικά αντισώματα που μπορούν να σκοτώσουν ή να μπλοκάρουν το παθογόνο, αποτρέποντας έτσι τη νόσο ή έστω τη σοβαρή νόσο.

2) ΓΙΑΤΙ ΕΜΒΟΛΙΑΖΟΜΑΣΤΕ; Τα προγράμματα εμβολιασμών αναπτύσσονται κυρίως για λοιμώξεις, π.χ. ιός της γρίπης ή μικρόβιο της μηνιγγίτιδας, που μπορούν να εξαπλωθούν εύκολα μεταξύ των ανθρώπων και μπορούν να προκαλέσουν σημαντική νοσηρότητα και θνησιμότητα.

Ο εμβολιασμός μπορεί να προσφέρει ατομική προστασία στο άτομο που έχει εμβολιαστεί, αποτρέποντας την ανάπτυξη της νόσου για την οποία εμβολιάστηκε. Μέχρι τώρα γνωρίζουμε ότι τα εμβόλια κατά του κορωνοϊού SARS-CoV-2 προσφέρουν βραχυπρόθεσμη προστασία, (περίπου 4 μηνών), ενώ για μακροπρόθεσμη προστασία θα το γνωρίζουμε σε 10 μήνες περίπου. Ο μαζικός εμβολιασμός είναι απαραίτητος για την ανάπτυξη της «ανοσίας της αγέλης», ένας όρος που περιγράφει μια κατάσταση στην οποία αρκετά άτομα (>60%) σε έναν πληθυσμό είναι απρόσβλητα από μια λοίμωξη, είτε επειδή έχουν νοσήσει και αναρρώσει από τη νόσο και έχουν αναπτύξει φυσική ανοσία (περίπου 8 μηνών με τα σημερινά δεδομένα) ή επειδή έχουν ανοσία μέσω εμβολιασμού.

Ο αρχικός στόχος κάθε προγράμματος εμβολιασμού είναι να παρέχει ατομική προστασία σε όσους είναι πιο ευάλωτοι στις επιπλοκές της νόσου COVID-19. Επομένως, καθώς το πρόγραμμα εμβολιασμών ξεκίνησε, η σειρά προτεραιότητας για τη χορήγηση του εμβολίου θα βασιστεί σε αυτή την ανάγκη και οι υγειονομικές αρχές θα εκδώσουν οδηγίες σχετικά με τη διαδικασία και τη σειρά προτεραιότητας των ατόμων που θα εμβολιαστούν. Μετά το Υγειονομικό προσωπικό, άτομα άνω των 65 ετών και ασθενείς με ενεργείς κακοήθειες που λαμβάνουν χημειοθεραπεία ή ανοσοθεραπεία ανήκουν στις σχετικά ευάλωτες ομάδες. Σημείωση. Τα παιδιά ηλικίας κάτω των 16 ετών, καθώς και οι έγκυες γυναίκες δεν θα εμβολιαστούν σε αυτήν τη φάση εμβολιασμού, γιατί δεν έχουν γίνει κλινικές δοκιμές σε αυτά τα άτομα. Τέλος, οι ρυθμιστικές αρχές των ΗΠΑ συνιστούν να μην εμβολιαστούν και άτομα που είναι αλλεργικά σε ένα συγκεκριμένο συστατικό στο εμβόλιο Pfizer / BioNTech και όχι εάν απλώς έχουν ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων σε φάρμακα, τρόφιμα ή εμβόλια.

3) Οι αναρρώσαντες από COVID-19 πρέπει να εμβολιαστούν; Τίθεται συνεχώς το ερώτημα αν οι αναρρώσαντες θα πρέπει επίσης να εμβολιαστούν, αφού λογικά θα έχουν αναπτύξει κάποιου βαθμού ανοσία έναντι του ιού SARS-CoV-2. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, η απάντηση είναι καταφατική.

4) Θα πρέπει οι ασθενείς με κακοήθειες να κάνουν το εμβόλιο; Η ανάπτυξη εμβολίων κατά του SARS-CoV-2 παρέχει την πρώτη πραγματική ευκαιρία προστασίας από την COVID-19. Δεν υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι για τους οποίους ασθενείς με κακοήθειες θα πρέπει να αποφύγουν τον εμβολιασμό. Οι ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς με καρκίνο θα πρέπει να ενθαρρύνονται να κάνουν το εμβόλιο. Θα έχουν πιθανώς μικρότερο βαθμό ανοσίας.

5) Είναι το εμβόλιο αποτελεσματικό για ασθενείς με κακοήθειες; Κανένας εμβολιασμός δεν είναι 100% αποτελεσματικός. Επίσης δεν διατρέχουν όλοι τον ίδιο κίνδυνο μόλυνσης από τον ιό λόγω της γενετικής (DNA) σύστασής τους. Αυτός ο κίνδυνος εξαρτάται και από την κατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος αλλά και από τις προφυλάξεις που λαμβάνονται ώστε να αποφευχθεί η έκθεση στον ιό.

Υπάρχει μια θεωρητική πιθανότητα αλλά και προηγουμένη εμπειρία με άλλα εμβόλια, ότι μπορεί να μην είναι τόσο αποτελεσματικά σε άτομα με ενεργό κακοήθεια και κυρίως με αιματολογικές νεοπλασίες ή σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας των 65 ετών. Έτσι, ενδέχεται το ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών κυρίως με αιματολογικές κακοήθειες να μην μπορέσει να αναπτύξει καλή ανοσολογική απόκριση όταν χορηγηθεί ο εμβολιασμός. Αυτός όμως δεν είναι λόγος να μην γίνει ο εμβολιασμός, καθώς μπορεί να παρέχει κάποιου βαθμού προστασία. Πρέπει επίσης οι ασθενείς να είναι προσεκτικοί και να προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο έκθεσης στον ιό. Με τον καιρό, καθώς ένα αυξανόμενο ποσοστό του πληθυσμού θα εμβολιάζεται, ο επιπολασμός του ιού θα μειωθεί, μειώνοντας την ανάγκη για κοινωνική απομόνωση.

6) Μπορεί να χορηγηθεί το εμβόλιο της COVID μαζί με το εμβόλιο της γρίπης; Φρόνιμο είναι οι εμβολιασμοί να γίνονται με κάποια απόσταση, και καλύτερα θα ήταν οι εμβολιασμοί να απέχουν 3-4 εβδομάδες μεταξύ τους.

7) Όμως, ακόμα και μετά τη λήψη του εμβολίου, η ζωή δεν θα επιστρέψει αμέσως στους φυσιολογικούς της ρυθμούς, καθώς θα χρειαστούν μήνες για τον εμβολιασμό του πληθυσμού σε τόσο μεγάλη κλίμακα (>60%) και επιπλέον θα χρειαστεί ακόμα περισσότερος χρόνος για να δημιουργηθεί και να επιβεβαιωθεί η ανάπτυξη ικανοποιητικής «ανοσίας της αγέλης» καθώς και η διάρκειά της στον χρόνο. Εν τω μεταξύ, θα πρέπει να συνεχιστεί η λήψη μέτρων προφύλαξης όπως η διατήρηση αποστάσεων (>2μέτρων), η αποφυγή συνωστισμού, η χρήση μάσκας και το πλύσιμο των χεριών μέχρι περίπου το καλοκαίρι.

 

*Ομότιμος Καθηγητής Γενετικής και Γενετικής του ανθρώπου, Τμήμα Βιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης