Κώστας Αξελός. Τι «μας» κινεί;

Οικονομική Επιθεώρηση, Μάϊος 2022, τ.1018

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ

Το κείμενο που ακολουθεί, με καίριες – όσο και εντυπωσιακά επίκαιρες – επισημάνσεις ως προς τον χαρακτήρα και το μέλλον της Ευρώπης, προέρχεται από βιογραφία του Κώστα Αξελού, που βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της συγγραφής της από την Κατερίνα Δασκαλάκη. Το βιβλίο του στοχαστή στο οποίο γίνεται ειδική αναφορά  εδώ τιτλοφορείται Μεταμορφώσεις . Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στο Παρίσι από τις Éditions de Minuit το 1991 και κατόπιν από τις Éditions Les Belles Lettres, collection encre-marine το 2021. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε (σε μετάφραση της Κατερίνας Δασκαλάκη) το 1998 από τις Εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας.

 

Τι «μας» κινεί; Το 1991 ο Αξελός θα επανέλθει «σ’ αυτό το πρωταρχικό καίτοι μη ύστατο ερώτημα: ποια “είναι” η ορμή όλων όσα εμφανίζονται και εξαφανίζονται, επανεμφανίζονται, κατά τον ρυθμό των μεταμορφώσεων;» Το βιβλίο από το οποίο προέρχονται οι παραπάνω φράσεις είναι οι Μεταμορφώσεις. Περιλαμβάνει έξι, «ομόκεντρα» όπως τα θέλει ο συγγραφέας, δοκίμια. Ομόκεντρα, που πάει να πει ότι παραπέμπουν στο ίδιο κέντρο. Παρόλο που ο αναγνώστης θα μπορούσε να μπει και στον πειρασμό μιας χρονολογικής, ας πούμε, κατάταξης των μεταμορφώσεων τις οποίες επικαλείται εδώ ο Αξελός, το βιβλίο δεν έχει κατά κανέναν τρόπο ιστοριογραφικό χαρακτήρα. Μιλάει για το αυτό (μπορεί να αποκληθεί και ενπαν, παν-τίποτα) που ξετυλίγεται «χωρίς να είναι ή να υπάρχει, ως ένα-πολλαπλό, ενέχει τον πλούτο του διαφορετικού». Αν η φράση μοιάζει αινιγματική, η αναφορά στις μεταμορφώσεις του αυτού, όπως τις παρουσιάζει ο Αξελός, σίγουρα τη φωτίζει: η πρώτη μυθολογία γίνεται τεχνολογία· ο άνθρωπος όπως μέχρι τώρα τον γνωρίζαμε βαδίζει προς μια ανάληψη που παραπέμπει στη μοίρα του τυφλού Οιδίποδα όταν πια φθάνει στον Κολωνό, τότε που το αίνιγμα της Σφίγγας έχει από καιρό οριστικά απαντηθεί κι ο άνθρωπος στον οποίο αναφέρεται ζητάει την ανάληψή του· η επιστημονική τεχνική ζει τη δική της περιπέτεια, στο πλαίσιο της οποίας ακόμη και το φαντασιακό εντάσσεται στην τεχνικο-επιστημονική παραγωγή· η Ευρώπη, λίκνο της παγκόσμιας τεχνικιστικής δύναμης που γίνεται πλανητική, σε μεταμόρφωση και αυτή, προβληματίζει ως προς το μέλλον της, ενώ προβάλλει έντονο επίσης το ερώτημα του τέλους της τέχνης, παρόλες τις (μετα)νεωτερικές δήθεν ή όχι επαναστατικές καινοτομίες και τα αντίστοιχα ρεύματα. Τέλος, το ίδιο το αυτό, που είναι ένα άλλο όνομα του κόσμου, τίθεται επίσης υπό ερώτηση, που σημαίνει ότι πρέπει «να αποχαιρετήσουμε το είναι που ουδέποτε ήταν εντελώς και να ανοιχτούμε στο παιχνίδι των αδιάκοπων μεταμορφώσεων του κόσμου (και των αποσπασμάτων του και των συνόλων του)». Με άλλα λόγια, οτιδήποτε υπήρξε επιστρέφει μεταμορφωμένο και, με την έννοια αυτή, ο άνθρωπος δεν ανήκει πια στον άνθρωπο. Γίνεται ένα απόσπασμα του ανοιχτού Όλου, κι αυτή είναι η μεταμόρφωσή του, αυτό σημαδεύει την ανάληψή του από τον κόσμο. Τη συλλογιστική αυτή ανέπτυξε με κάθε σαφήνεια, μιλώντας έναν χρόνο αργότερα στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, κατά την τελετή της αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα: «Δημιουργική υπέρβαση του ανθρώπου σημαίνει να πάψουμε να θεωρούμε τον άνθρωπο κέντρο, θεμέλιο, κάτοχο και εξουσιαστή όσων υπάρχουν». Κι αν ήδη έχει δρομολογηθεί μια διαδικασία υπέρβασης του ανθρώπου, αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι «οι εμπειρικοί άνθρωποι θα πάψουν να ζουν και να αναπαράγονται», αλλά ότι έχει ξεκινήσει ακριβώς η φάση της ανάληψης του ανθρώπου από κάτι πολύ ευρύτερο, όπως είναι το ανοιχτό όλον.

Τι λοιπόν είναι εκείνο που κινεί την εποχή και τι προετοιμάζει το μέλλον; Το ερώτημα επανέρχεται συχνά τόσο στα γραπτά όσο και στις ομιλίες του Αξελού. Δηλαδή, ποια είναι η ορμή όλων όσα εμφανίζονται, εξαφανίζονται και επανεμφανίζονται στον ρυθμό των μεταμορφώσεων, όπως τις είδαμε παραπάνω; Ο ίδιος μάς εφιστά την προσοχή στο ότι «κάποιοι αιτιοκρατικοί ή πιθανολογικοί, φυσικοί και/ή ανθρώπινοι νόμοι επιβάλλονται στους κατοίκους και στους ταξιδιώτες ενός πλανήτη, μέσα στο σύστημα των γαλαξιακών συστημάτων» και ρωτάει επίσης: «Αν όλα τα πράγματα έχουν ξεπηδήσει από το τίποτα, είναι άραγε προορισμένα να γυρίσουν πίσω σ’ αυτό;» Συνήθως, όταν θέτει ερωτήματα δεν περιμένει και πολύ λιγότερο δεν αξιώνει απαντήσεις. Έτσι κι αλλιώς κάποια μεγάλα ερωτήματα της σκέψης μένουν ανοιχτά, επειδή μια σκέψη κινείται πέρα από τον ορίζοντα των θετικών και των θετικιστικών απαντήσεων, ακατάπαυστα ερωτηματική, μια σκέψη που χωρίς να αγνοεί ή να παραβλέπει τα άλματα και τη συνεισφορά της επιστήμης επιμένει να ανιχνεύει τον ορίζοντα πέρα από αυτήν. Έναν ορίζοντα που, με την έννοια αυτή, αποτραβιέται διαρκώς. Διατηρείται ωστόσο πάντοτε επιτακτικό για τον άνθρωπο το αίτημα να παραμείνει στο παιχνίδι, όχι παθητικά, αλλά παραγωγικά:

Όταν το ερώτημα «τι “είναι” αυτό που κινητοποιεί τον κόσμο;» δεν επιδέχεται απάντηση, χωρίς ωστόσο να μας βυθίζει στην παθητική απόγνωση της στέρησης, πώς να συγκατανεύσουμε παραγωγικά στο παιχνίδι; Καθώς ο άνθρωπος μικραίνει θέλοντας να κυριαρχήσει σε όλα, δεν θα ήταν παρ’ όλα αυτά προορισμένος να γνωρίσει μιαν ανάληψη, σκεπτόμενος και δοκιμάζοντας την αναπόφευκτη κενότητα κάθε είδους εξουσίας; Όταν δεχόμαστε να αναγνωρίσουμε ότι το αίνιγμα της ιστορίας δεν επιδέχεται λύση και ότι κανένα καθεστώς δεν αποτελεί λύση, πώς να συμβάλουμε με ποιητικότητα και με όλη τη δύναμη της προσήκουσας ερώτησης σ’ αυτό που ετοιμάζεται; Ένα ύφος ζωής και σκέψης που θα παίζει το παιχνίδι με την ελάχιστη δυνατή θεατρικότητα, δεν θα ήταν μήπως ικανό να ξετυλιχτεί και να αντιμετωπίσει το διακύβευμα του «ανθρώπου» και του «κόσμου», πέρα από την ιδιοποίηση; Θα μας ήταν άραγε δοσμένο να καταστούμε διαθέσιμοι προκειμένου να ακούσουμε ταυτοχρόνως τη μουσική ενός ρέκβιεμ και τη μουσική μιας ουβερτούρας;

Διαθέσιμοι, για τι; Για το άνοιγμα στο παιχνίδι του κόσμου, εξυπακούεται. Ποιοι; Εμείς. Εμείς ποιοι; Ιδού μια εξόχως ποιητική τοποθέτηση στο στοχαστικό της βάθος:

Εμείς οι ίδιοι, ανθρώπινοι, αστρικής καταγωγής και με άγνωστη κατεύθυνση, άνθρωποι νευρωνικοί και από τη στόφα του ονείρου μαζί [που] ακολουθούμε τον δρόμο μας, παρακολουθούμενοι από «αυτό» που μας δρομολογεί.

Στο κέντρο των μεταμορφώσεων του αυτού, έτσι όπως τις συλλαμβάνει και τις διατυπώνει ο Αξελός, τοποθετείται και ο προβληματισμός για το μέλλον της επερχόμενης Ευρώπης:

Η Ευρώπη έχει ένα μεγάλο παρελθόν, ένα μάλλον θαμπό και μέτριο παρόν, παγιωμένο και ρευστό συνάμα, και περπατάει χωλαίνοντας, αν όχι έρποντας. Προς τι; Η ίδια η Ευρώπη είναι σχετικά όψιμο προϊόν. Συνθέτει μία εποχή και έναν τόπο της Δύσης. Μιας και εγκαθιδρύθηκε, όμως, τείνει να γίνει πλανητική. Ολόκληρη η γη εξευρωπαΐζεται και τίποτα δεν μοιάζει να αντιστέκεται σ’ αυτήν την έντονη επέκταση.

Τα λόγια αυτά τα συναντάμε στην αρχή του κεφαλαίου που φέρει τον τίτλο «Πώς μπορεί να επέλθει η μελλοντική Ευρώπη». Εκεί θέτει και μερικά καίρια ερωτήματα ως προς την πορεία και τον χαρακτήρα αυτής της Ευρώπης, τα οποία παραμένουν πάντοτε ισχυρά. Ξεχωρίζοντας εξαρχής τις δύο έννοιες, αυτό δηλαδή που διακρίνει το μέλλον και το μελλοντικό από το επερχόμενο, με το μέλλον να είναι «αυτό που πρόκειται να έλθει» και το επερχόμενο «αυτό που μπορεί να επέλθει ως γεγονός, ως έλευση ενός ανοίγματος», ο στοχαστής ξετυλίγει μια δομημένη διερώτηση για την πορεία της Ευρώπης που καθίσταται «πλανητική». Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ο Δυτικός πολιτισμός, ο οποίος γεννήθηκε στον ευρωπαϊκό χώρο (από τις αρχαίες ελληνικές και ρωμαϊκές, τις ιουδαιο-χριστιανικές του καταβολές και με τις μετέπειτα άλλες επιρροές που δέχτηκε), απλώνεται πια σε όλον τον κόσμο, μέσω της Αμερικής κυρίως, που είναι «βγαλμένη» από την Ευρώπη, που «αναλαμβάνει» και «μεταμορφώνει την ευρωπαϊκή κληρονομιά, με τον εξαμερικανισμό, μια δύναμη σε πλήρη ανάπτυξη που καταφέρνει να χωνεύει τις κρίσεις της». Οι ρίζες της θριαμβεύουσας τεχνο-επιστήμης βυθίζονται σε ευρωπαϊκό έδαφος, κι έτσι το παρελθόν-παρόν-μέλλον της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας «αρχίζει να αποπερατώνεται μέσα στην πλανητική μεταμόρφωση». Η Ευρώπη (η οποία ως πολιτικό οικοδόμημα είναι, όπως γνωρίζουμε, ένα σύγχρονο κατασκεύασμα) «δεν μπορεί να υπαχθεί σ’ ένα αυστηρά γεωγραφικό σύνολο· η ευρωπαϊκού τύπου σκέψη-και-πράξη παγκοσμιοποιούνται, είναι στη βάση του εξευρωπαϊσμού του κόσμου», κι έτσι, για μια ακόμη φορά, «αρχή και τέλος συναντιούνται μ’ έναν ολότελα ηρακλειτιανό τρόπο». Από μια τέτοια ανάλυση δεν θα μπορούσε φυσικά να λείπει το αιχμηρό και αδιάκοπα επανερχόμενο ερώτημα περί δημοκρατίας. Με άλλα λόγια, τι είδους δημοκρατία θα είναι το πολίτευμα του μέλλοντος, μια και δεν μπορεί να γίνει λόγος για κάτι άλλο, έστω κι αν «αυτό που ονομάζεται δημοκρατία ποτέ και πουθενά δεν πραγματοποιήθηκε πλήρως», μολαταύτα «παρέχει το παράδειγμα του λιγότερο κλειστού πολιτεύματος», καθώς όλες οι φρικαλεότητες των δικτατόρων και των ολοκληρωτικών καθεστώτων τις οποίες βίωσε η ανθρωπότητα έχουν συμβάλει σε μιαν ορισμένη πολιτική αφύπνιση και εκπαίδευσή της με συνέπεια την αναζήτηση πιο ανοιχτών σχημάτων. Εντούτοις, με δεδομένο ότι η δημοκρατία διέπεται και από ένα «αδυσώπητο παιχνίδι δυνάμεων», η ίδια δεν αποκλείει «ούτε καταπίεση, ούτε δημαγωγία, ούτε ψεύδη, ούτε αποκρύψεις, ούτε προνόμια, ούτε ολιγαρχίες, ούτε συναλλαγές, ούτε σκάνδαλα, ούτε αυταρχισμό», αφού εμπειρικά λειτουργεί με πολύ διαφορετικό τρόπο από αυτόν που διακηρύσσουν πολλοί δημοκρατικοί μύθοι και όλες περίπου οι ιδεολογίες.

Μια τέταρτη δύναμη παίρνει την εξουσία, αρχίζοντας να αποπερατώνει οικουμενικά την ευρωπαϊκή νεωτερικότητα και εγκαθιδρύοντας την πλανητική εποχή: ο μηχανισμός της πολύμορφης και πανταχού παρούσας τεχνικής εμπλέκεται με όλα και με το όλον, θέλοντας να πληρώσει το τίποτα και το κενό. Εγκαθιδρύεται έτσι η χωρίς σύνορα αυτοκρατορία που φεύγει πάντοτε προς τα εμπρός, προμηθεύοντας το όργανο –που είναι κάτι παραπάνω από εργαλείο– της διηνεκούς παραγωγής-κατανάλωσης, κατασκευής και φθοράς, της διαρκούς ανακύκλησης του παλιού και του νέου. Η πλανητική τεχνική, της οποίας το αίνιγμα –η εστία από την οποία αντλεί την ορμή της– καίτοι δεν έχει ερωτηθεί, παρά μόνον σε σπάνιες προσπάθειες σκέψεις, συνιστά αυτό που επιβάλλεται στη σκέψη της εποχής, σχηματίζοντας τον κυρίαρχο αστερισμό του ορατού κόσμου και εφορμά στον αόρατο. Θέλει να είναι διευθέτηση, που πάντοτε τίθεται ξανά σε κίνηση, οργάνωση και αναδιοργάνωση χωρίς ανάπαυλα, τεχνοκρατική διοίκηση και διαχείριση με σχεδόν απόλυτη εξουσία.

Ο δρόμος της σκέψης, όμως, «είναι οδός και όχι μέθοδος». Εξ αυτού έχει και ένα επιπλέον καθήκον, «απλό» και «πολυσύνθετο»:

ακούραστα και πάντοτε εκ νέου, ξεκινώντας από το αυτό και προς τη δική του κατεύθυνση, και χωρίς να εξαντλείται στην άσκηση της κριτικής, να οδεύει σε έναν δρόμο πλαισιωμένο από γκρεμούς και να φτάνει, στις υψηλές στιγμές της, να ρίχνει μια γέφυρα πάνω από την άβυσσο.