Η δικαίωση του Ρήγα

Οικονομική Επιθεώρηση, Οκτώβριος 2021, τ.1011

ΕΛΛΆΔΑ 1821 – 2021 – ΒΑΛΚΑΝΙΑ • των Χάρη Σαββίδη και Γιώργου Βαϊλάκη

 

Το κοινό οθωμανικό παρελθόν σε συνδυασμό µε το προηγούμενο βυζαντινό διαφοροποίησαν τα Βαλκάνια από τη Δυτική Ευρώπη και τα ενέταξαν σε μια οριακή ζώνη, ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή, με τις όποιες ιδιομορφίες αυτό συνεπάγεται. Απ’ την άλλη, το πολυεθνικό, γλωσσικό και θρησκευτικό μωσαϊκό των Βαλκανίων έκανε σαφές το πόσο δύσκολο θα ήταν το μοίρασμα των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Όταν ο Ρήγας Φεραίος, στα τέλη του 18ου αιώνα, καλούσε σε εξέγερση όλους τους λαούς των Βαλκανίων που υπέφεραν από την οθωμανική κυριαρχία, είχε υπόψιν του αυτές ακριβώς τις ιδιαιτερότητες. Γι’ αυτό και οραματίστηκε μια κρατική οντότητα που θα περιλαμβάνει όλες τις καταπιεσμένες ομάδες και όλους τους πολίτες, ασχέτως θρησκείας, γλώσσας ή φυλής: τη δημιουργία δηλαδή μιας μεγάλης παμβαλκανικής δημοκρατίας χωρίς σύνορα, τα οποία, αν υπήρχαν, διαρκώς θα μεταβάλλονται και θα προκαλούν εκρήξεις στην «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης» – όπως και έμελλε να συμβεί.

Οι διεργασίες που είχαν ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση του σημερινού γεωγραφικού και εθνογραφικού χάρτη της περιοχής διήνυσαν μια ιστορική διαδρομή γεμάτη εντάσεις και συγκρούσεις. Ο μεγαλοϊδεατισμός –σε πολλές παραλλαγές– υπήρξε σε γενικές γραμμές κοινός τόπος για τον ανερχόμενο εθνικισμό στα Βαλκάνια: Μεγάλη Σερβία, Μεγάλη Βουλγαρία, Μεγάλη Ρουμανία, Μεγάλη Αλβανία, Μεγάλη Ελλάδα. Ο ελληνικός μεγαλοϊδεατισμός διεκδικούσε ηγεμονεύουσα θέση και ρόλο. Η Βουλγαρία διεκδικούσε επίσης ηγεμονική θέση στα Βαλκάνια και διαδοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Μακεδονία, Θράκη, Κωνσταντινούπολη). Η Ρουμανία πρόβαλλε αξιώσεις για την περιοχή της Θεσσαλίας, όπου, κατά την αντίληψή της, κατοικούσαν βλάχικοι πληθυσμοί. Η Αλβανία διεκδικούσε την Ήπειρο, μέχρι και την Άρτα.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι που έγιναν το 1912-1913 είχαν ως αποτέλεσμα τέσσερα βαλκανικά κράτη να νικήσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον πρώτο πόλεμο και ένα από αυτά, η Βουλγαρία, να ηττηθεί στον δεύτερο πόλεμο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχασε όλα τα ευρωπαϊκά εδάφη της στα δυτικά του ποταμού Έβρου, ως αποτέλεσμα των δύο Βαλκανικών Πολέμων, που έτσι καθόρισαν τα σημερινά δυτικά σύνορα της Τουρκίας. Από τότε άλλαξαν πολλά. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 η ανατροπή των καθεστώτων στα Βαλκάνια βρήκε την Ελλάδα –ήδη μέλος της ΕΕ– να πορεύεται προς την ένταξη στην Ευρωζώνη. Η Ελλάδα στήριξε την ένταξη και των υπολοίπων Βαλκανίων στην ΕΕ, αλλά και χρηματοδότησε τη μετάβαση των οικονομιών (μέσω επενδύσεων) στη νέα οικονομική πραγματικότητα, δημιουργώντας μια νέα δυναμική στις σχέσεις της με τις άλλες βαλκανικές χώρες.

Στο παρόν αφιέρωμα σκιαγραφούνται οι οικονομικές σχέσεις με τα άλλα βαλκανικά κράτη-μέλη της ΕΕ (Βουλγαρία, Ρουμανία, Κροατία) και παρουσιάζονται αναλυτικότερα οι σχέσεις με τα τρία βαλκανικά κράτη εκτός ΕΕ: τη Βόρεια Μακεδονία, την Αλβανία και τη Σερβία (για την οποία, εξαιτίας του μεγέθους και των ιστορικά στενών σχέσεων με την Ελλάδα, γίνεται περισσότερος λόγος μέσα από τα λόγια των ειδικών Δημήτρη Μοσχόπουλου, Βασίλη Ζωίδη και Αντώνη Μαρκόπουλου). Τέλος, παρουσιάζονται στοιχεία για τις εμπορικές σχέσεις και τις ροές άμεσων ξένων επενδύσεων.

Η αρχή γίνεται, ακολούθως, με μια συνοπτική περιγραφή των σχέσεων της Ελλάδας με αυτά τα 6 βαλκανικά κράτη. Ας σημειωθεί ότι στα Βαλκάνια υπάρχουν επίσης το Μαυροβούνιο (που μάλιστα έχει λάβει καθεστώς χώρας προς ένταξη στην ΕΕ), η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, καθώς και η Δημοκρατία του Κοσόβου, η οποία έχει κηρύξει ανεξαρτησία από τη Σερβία, πλην όμως η Ελλάδα είναι μεταξύ των 5 κρατών-μελών της ΕΕ που δεν την αναγνωρίζει. Τουρκία και Σλοβενία έχουν μικρό μέρος των εδαφών τους στη βαλκανική χερσόνησο, αλλά μάλλον δεν τις περιγράφει ο όρος βαλκανικό κράτος.

Αλβανία

Μετά την αλβανική διακήρυξη της ανεξαρτησίας το 1912 το θέμα της διαίρεσης της γης ανάμεσα στην Αλβανία και την Ελλάδα λύθηκε κάτω από την εποπτεία των Μεγάλων Δυνάμεων (Αυστροουγγαρίας και Ιταλίας) με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας. Ακολούθησε ένα πάγωμα στις σχέσεις, που διήρκεσε περισσότερο από 30 χρόνια, αλλά οι δύο χώρες αποκατέστησαν ξανά τις διπλωματικές τους σχέσεις το 1971.

Έπειτα από την καθεστωτική αλλαγή στην Αλβανία, το 1991, ένας μεγάλος αριθμός οικονομικών προσφύγων έφτασε στην Ελλάδα προς αναζήτηση εργασίας. Οι Αλβανοί στην Ελλάδα αποτελούν το 60-65% του συνολικού αριθμού μεταναστών, ενώ σύμφωνα με την απογραφή του 2001 υπάρχουν επίσημα 443.550 κάτοχοι αλβανικής ιθαγένειας στην Ελλάδα.

Λόγω της ισχυρής παρουσίας αλβανικών κοινοτήτων στην Ελλάδα και ελληνικών κοινοτήτων στην Αλβανία και των συχνών επαφών υψηλού επιπέδου μεταξύ των κυβερνήσεων, οι δύο χώρες έχουν θερμές διπλωματικές σχέσεις – αν και με περιόδους έντασης. Και τα δύο κράτη είναι μέλη πολλών διεθνών οργανισμών, όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης και το ΝΑΤΟ, και μοιράζονται κοινές πολιτικές απόψεις για τα Βαλκάνια και τον κόσμο. Η Ελλάδα είναι ένθερμος υποστηρικτής της υποψηφιότητας της Αλβανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο πλαίσιο της ελληνικής Προεδρίας της ΕΕ, στις 24 Ιουνίου 2014, η Αλβανία τέθηκε επίσημα υπό το καθεστώς υποψήφιας προς ένταξη χώρας.

Η Ελλάδα είναι επίσης ο μεγαλύτερος επενδυτής της Αλβανίας και κύριος εμπορικός εταίρος, και μαζί με την Ιταλία υποστήριξε σθεναρά την είσοδο της Αλβανίας στο ΝΑΤΟ, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2009. Οι κυβερνήσεις των δύο χωρών συνεργάζονται σε πολλούς τομείς, από την αγορά και την ενέργεια μέχρι τον στρατό, τον τουρισμό και τον πολιτισμό, με μεγάλα έργα, όπως ο Διαδριατικός Αγωγός Φυσικού Αερίου.

Παραμένουν, όμως, αρκετά προβλήματα, όπως η μεταχείριση της ελληνικής μειονότητας στη Β. Ήπειρο από τα Τίρανα ή η θέση των δύο κρατών σχετικά με την αναγνώριση του Κοσσυφοπεδίου.

 

Σερβία

Οι ελληνοσερβικές σχέσεις, γνωστές και ως ελληνοσερβική φιλία, είναι παραδοσιακά φιλικές εξαιτίας πολιτισμικών, θρησκευτικών και ιστορικών παραγόντων. Η πλειονότητα των Ελλήνων και των Σέρβων είναι ακόλουθοι της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και οι δύο χώρες συνδέονται μεταξύ τους με συμφωνίες συμμαχίας ήδη από την εποχή του Μεσαίωνα.

Αυτές οι φιλικές σχέσεις έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις διμερείς σχέσεις μεταξύ των δύο εθνών, ιδίως στη σύγχρονη ιστορία κατά τη διάρκεια των επαναστάσεων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, των Βαλκανικών Πολέμων, των Παγκοσμίων Πολέμων και των Γιουγκοσλαβικών πολέμων.

Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ στην πρώην Γιουγκοσλαβία η Ελλάδα ήταν το μόνο μέλος του ΝΑΤΟ που καταδίκασε τις ενέργειες και εξέφρασε ανοικτά την αντίθεσή του. Ενδεικτικές είναι οι δημοσκοπήσεις της εποχής εκείνης, που αποκαλύπτουν ότι το 94% του ελληνικού πληθυσμού ήταν εντελώς αντίθετο με την επίθεση. Μέχρι και σήμερα η Ελλάδα παραμένει μεταξύ των κρατών που αρνούνται να αναγνωρίσουν την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου, υποστηρίζοντας τη σερβική στάση.

Βόρεια Μακεδονία

Από το 1991, όταν η Βόρεια Μακεδονία αποχώρησε από τη Γιουγκοσλαβία, η Ελλάδα αρνήθηκε να αναγνωρίσει το τότε συνταγματικό της όνομα, το Δημοκρατία της Μακεδονίας. Καθώς όμως η γειτνίαση και η αλλαγή καθεστώτος δημιουργούσαν έδαφος για στενότερες οικονομικές σχέσεις, οι δύο χώρες υπέγραψαν τον Σεπτέμβριο του 1995 την Ενδιάμεση Συμφωνία, με την οποία η Ελλάδα αναγνώρισε την «πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» με την προσωρινή της ονομασία.

Από τον Αύγουστο του 2011 είχαν ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με στόχο την επίλυση της διαφοράς, οι οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη. Κατόπιν ελληνικής πίεσης, η ΕΕ και το ΝΑΤΟ συμφώνησαν ότι για να λάβει πρόσκληση η πΓΔΜ για να συμμετάσχει σε αυτούς τους οργανισμούς θα έπρεπε πρώτα να επιλυθεί το ζήτημα της ονομασίας.

Τα εμπόδια ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Β. Μακεδονία ξεπεράστηκαν τον Ιούνιο του 2018, με την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Βουλγαρία

Άριστες είναι σήμερα οι σχέσεις Ελλάδας-Βουλγαρίας, με τις δύο χώρες να συμμετέχουν στα ίδια διεθνή «στρατόπεδα» (πρωτίστως ΕΕ και ΝΑΤΟ) και να μοιράζονται κοινές στρατηγικές σε πλήθος τομέων πολιτικής, τόσο εντός της ΕΕ όσο και στη διεθνή σκακιέρα.

Πάντως, στις αρχές του εικοστού αιώνα, οι σχέσεις επηρεάστηκαν από περιόδους έντονης αμοιβαίας εχθρότητας. Μετά την ανεξαρτησία της Βουλγαρίας το 1908, η Ελλάδα και η Βουλγαρία έλαβαν μέρος σε τρεις μεγάλους πολέμους σε αντίθετες παρατάξεις, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, καθώς και τον Ψυχρό Πόλεμο.

Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν αλλάξει πολλά και η Ελλάδα έγινε θερμός υποστηρικτής της ένταξης της Βουλγαρίας στην ΕΕ. Από τότε που η Βουλγαρία έγινε μέλος του ΝΑΤΟ τον Μάιο του 2004, οι ελληνοβουλγαρικές σχέσεις έχουν αναπτυχθεί σε όλους τους τομείς – όπως η πολιτική, η δικαιοσύνη, η ενέργεια και ο τουρισμός.

Ρουμανία

Η Ελληνική Επανάσταση ξεκίνησε πριν από την 25η Μαρτίου 1821 από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στο Ιάσιο της τότε Μολδοβλαχίας και σημερινής Ρουμανίας – γεγονός ιδιαίτερης σημασίας, ακόμα και σε επίπεδο συμβολισμού, για τις σχέσεις Ελλάδας-Ρουμανίας.

Το 1913 οι δύο χώρες συμμάχησαν στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο εναντίον της Βουλγαρίας, με τις δύο χώρες να κερδίζουν εδάφη (η Ρουμανία κέρδισε τη νότια Δοβρουτσά και η Ελλάδα την ανατολική Μακεδονία).

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα ελληνικά και ρουμανικά στρατεύματα πολέμησαν στο πλευρό της Αντάντ. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Ρουμανία πολέμησε με το πλευρό του Άξονα. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, οι διμερείς σχέσεις έχουν γίνει φιλικές. Η Ελλάδα υποστήριξε την ένταξη της Ρουμανίας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ.

Το 2011 στη Ρουμανία δραστηριοποιούνταν περίπου 200 ελληνικές επιχειρήσεις, με την Ελλάδα να είναι ο τέταρτος μεγαλύτερος επενδυτής στη ρουμανική οικονομία. Το 2009 οι ελληνικές επιχειρήσεις επένδυσαν 720 εκατομμύρια ευρώ στη Ρουμανία και 570 εκατομμύρια ευρώ το 2010.

Κροατία

Οι δύο χώρες σύναψαν διπλωματικές σχέσεις στις 20 Ιουλίου του 1992, ενώ από τον Νοέμβριο του 1994 η Ελλάδα έχει πρεσβεία στο Ζάγκρεμπ. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Κροατία ήταν στο πλευρό του Άξονα, ενώ στον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας το 1992 η Ελλάδα έτεινε με τη σερβική πλευρά, αλλά τελικά αποδέχθηκε την αναγνώριση της Κροατίας και στη συνέχεια την ένταξή της στην ΕΕ. Αν και οι σχέσεις των δύο χωρών θεωρούνται καλές, υπάρχουν διαφωνίες στο προσφυγικό και διαφορετική στάση σε διάφορα βαλκανικά ζητήματα (Κοσσυφοπέδιο, ευρωπαϊκή προοπτική για δυτικά Βαλκάνια).