Με τον πληθωρισμό να απογειώνεται και τις αγορές σε σοκ, αποκαλύπτονται οι αντιφάσεις της νομισματικής πολιτικής

Ο κόσμος των κεντρικών τραπεζών, που κινεί τρισεκατομμύρια δολάρια, ήδη άλλαξε κατεύθυνση. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μόλις ανήγγειλε τερματισμό του προγράμματός της για αγορά ομολόγων. Μία εβδομάδα πριν προχωρήσει σε αύξηση του επιτοκίου της κατά 0,75%, η Fed αναμενόταν να αποφασίσει αύξηση κατά μισή μονάδα. Η Τράπεζα της Ιαπωνίας ξάφνιασε δηλώνοντας ότι διατηρεί τη νομισματική τόνωση της οικονομίας, παρά τις ανησυχίες για τη γρήγορη υποχώρηση της ισοτιμίας του γιεν. Όμως τελικά η Fed αποφάσισε αύξηση επιτοκίων κατά τρία τέταρτα της μονάδας, η ΕΚΤ χρειάστηκε να συγκαλέσει επείγουσα σύσκεψη και ανήγγειλε ότι ετοιμάζει νέο εργαλείο παρέμβασης στις αγορές ομολόγων, ενώ και η Τράπεζα της Ιαπωνίας ευθυγραμμίστηκε με την κυβέρνηση, διατυπώνοντας ανησυχία για την αδυναμία του γιεν.

Όλη αυτή η κινητικότητα στη νομισματική πολιτική συνέπεσε με αναταραχή στις αγορές. Η όλο και πιο σφιχτή νομισματική πολιτική λιώνει τις αμερικανικές μετοχές, οι οποίες βρέθηκαν 20% χαμηλότερα από τα υψηλά του Ιανουαρίου. Τα κρυπτονομίσματα ζουν φαινόμενο κραχ, ισοπεδώνοντας εκείνους τους επενδυτές που προσήλθαν αργότερα στο πάρτι. Τα spreads μεταξύ των αποδόσεων των ασφαλών 10ετών γερμανικών ομολόγων και του ριψοκίνδυνου ιταλικού χρέους είχαν ξεπεράσει τις 2,4 ποσοστιαίες μονάδες την παραμονή των δηλώσεων της ΕΚΤ. Οι αποδόσεις των ομολόγων πήραν γενικώς τον ανήφορο, ενώ πιέσθηκαν οι ισοτιμίες νομισμάτων όπως το γιεν ή η λίρα (που οι κεντρικές τους τράπεζες δεν αναμένεται να ακολουθήσουν τη Fed).

Όλη αυτή η αναταραχή αναδεικνύει τους αντιτιθέμενους στόχους των κεντρικών τραπεζών. Η Fed επιμένει ότι θα δαμάσει τον πληθωρισμό, που είχε φθάσει –σε ετήσιο ρυθμό– το 8,6% τον Μάιο, δεν αντέχει όμως να παραδεχθεί ότι κάτι τέτοιο θα απαιτήσει, κατά πάσα πιθανότητα, πέρασμα σε υφεσιακή φάση. Ακόμη και η στροφή της στην κατεύθυνση των γερακιών της νομισματικής πολιτικής αφήνει πίσω αβεβαιότητα. Οι βασικοί κανόνες για το πώς θα έπρεπε να αντιδρούν οι κεντρικοί τραπεζίτες στο καταγραφόμενο βάθρο του πληθωρισμού λένε ότι τα επιτόκια θα έπρεπε να βρίσκονται πολύ υψηλότερα. Η αμφιθυμία της Fed κατά τη διάρκεια του 2021 έχει χειροτερέψει την αντίθεση που ούτως ή άλλως υπάρχει μεταξύ των στόχων της για σταθερότητα τιμών και για χαμηλή ανεργία.

Ακόμη βαρύτερο είναι το δίλημμα που έχει να αντιμετωπίσει η ΕΚΤ. Παράπλευρος κίνδυνος που προκύπτει από την πιο σφιχτή της νομισματική πολιτική είναι η πίεση που δέχονται πλέον οι υπερχρεωμένες χώρες. Η δημοσιονομική θέση των κυβερνήσεων θα πιέζεται τόσο από την αύξηση των επιτοκίων όσο και από το άνοιγμα των spreads, που φέρνει το σταμάτημα της αγοράς ομολόγων. Χωρίς ανάχωμα, το χρέος της Ιταλίας (άνω του 150% του ΑΕΠ) θα καταστεί μη βιώσιμο – και ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα άφηνε τη χώρα αυτή ευάλωτη σε αυτοεπιβεβαιούμενο πανικό των αγορών. Η ΕΚΤ δήλωνε ότι δεν θα ανεχθεί την απειλή που μια κρίση αυτού του τύπου θα αποτελούσε στην ενότητα της Ευρωζώνης. Όμως, υποτίθεται ότι δεν θα θυσίαζε τον στόχο πληθωρισμού που έχει τάξει, προκειμένου να μην προκύψει ζήτημα μη βιωσιμότητας του χρέους. Ούτε μπορεί να στηρίξει κυβερνήσεις που θα δημιουργούν σοβαρά ελλείμματα στηριζόμενες στην κεντρική τράπεζα.

Η Τράπεζα της Ιαπωνίας, εν τω μεταξύ, κάνει ισορροπία ανάμεσα σε οικονομικά και πολιτική. Στα μέσα Ιουνίου, ο διοικητής της Χαρουχίτο Κουρόντα χρειάστηκε να ζητήσει συγγνώμη όταν είπε κάποια στιγμή ότι τα νοικοκυριά αποδεικνύονταν περισσότερο δεκτικά στις αυξήσεις τιμών. Μπροστά σ’ ένα τέτοιο συνολικό σκηνικό, διαψεύδονται τα σενάρια πολιτικής των κεντρικών τραπεζών που διαμορφώθηκαν τη δεκαετία του 2010. Είχαν χτιστεί με θεμέλιο τον χαμηλό πληθωρισμό παγκοσμίως και είχαν ως πυρήνα τους τη διαβεβαίωση ότι τα επιτόκια δεν θα ανέβαιναν. Οι μεταστροφές πολιτικής είναι σπάνιες, καθώς οι σχεδιαστές της νομισματικής πολιτικής δεν ήθελαν να αιφνιδιάζουν τις αγορές – όσο κι αν η τωρινή απόφαση της Fed είχε διαρρεύσει δύο μέρες νωρίτερα. Ο αυτοπεριορισμός σε σταδιακές μόνον αλλαγές έχει κάνει τις κεντρικές τράπεζες να καθυστερούν τις αντιδράσεις τους. Το αποτέλεσμα όμως είναι μεγαλύτερη –και όχι μικρότερη– νευρικότητα στις αγορές. Όσο πιο αβέβαιες δείχνουν οι προοπτικές τόσο οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να είναι πιο ευκίνητες.