Η γεωπολιτική οικονομία του αθλητισμού

του Χρήστου Αναγνωστόπουλου* και του Simon Chadwick**

Στο πλαίσιο της μετανεωτερικότητας που χαρακτηρίζει την εποχή μας, όσοι εμπλέκονται στη διοίκηση του αθλητισμού ίσως πρέπει να αρχίσουν να τον αντιμετωπίζουν όχι τόσο με μικροοικονομικούς και νεοκλασικούς όρους, αλλά με μια νέα οπτική, αυτήν που στο παρόν άρθρο αποκαλούμε «γεωπολιτική οικονομία του αθλητισμού». Η εμπειρία δείχνει ότι η παλαιότερη θεώρηση δεν είναι σήμερα επαρκής, καθώς οι «παίκτες» στην παγκόσμια σκηνή, ιδίως τα κράτη της Ανατολικής και της Μέσης Ανατολής και οι εταιρείες, τα κεφάλαια και οι ολιγάρχες, είναι αυτοί που όλο και περισσότερο ελέγχουν και ορίζουν τους κανόνες της αθλητικής βιομηχανίας. Φυσικά, η γεωπολιτική δεν είναι ένα νέο φαινόμενο στον αθλητισμό, όμως με τη μαζική εισροή ισχυρών, μη Δυτικών φορέων και δικτύων γίνεται ευκολότερο να εντοπιστεί, ενώ και οι επιπτώσεις της μοιάζουν διαφορετικές από ό,τι την εποχή του Ψυχρού Πολέμου επί παραδείγματι (αν και με τον πόλεμο της Ουκρανίας αυτό ίσως να αλλάξει ξανά). Η αθλητική ηγεσία (κάθε κλίμακας) αντιμετωπίζει ολοένα και περισσότερο γεωγραφικά, πολιτιστικά, πολιτικά και μακροοικονομικά ζητήματα και, επομένως, η έρευνα και η διδασκαλία μας πρέπει να διευρυνθούν για να καταγράψουμε καλύτερα τι συμβαίνει σε μακροοικονομικό επίπεδο και πώς μπορούμε να το κατανοήσουμε και να το διαχειριστούμε.

 Το παράδειγμα του ποδοσφαίρου

Το 1992 καθιερώνεται στο αγγλικό ποδόσφαιρο η Premier League με σκοπό να αναπτύξει τις εμπορικές δραστηριότητες της διοργάνωσης. Αυτό συνέβη στο πλαίσιο του θατσερικού οικονομικού μοντέλου, το οποίο δίνει έμφαση στη σημασία της ελεύθερης αγοράς και των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Την ίδια χρονιά, η UEFA μετονομάζει το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης σε Champions League, μια διοργάνωση η οποία, ομοίως, δομήθηκε στα θεμέλια των οικονομικών αρχών της ελεύθερης αγοράς. Ως αποτέλεσμα, στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα το ποδόσφαιρο έγινε συνώνυμο του επιχειρείν, του εμπορίου και του οικονομικού κέρδους. Ταυτόχρονα, μέχρι το 1992 η πρώην Σοβιετική Ένωση είχε διαλυθεί, η Κίνα είχε ξεκινήσει τη μεταρρύθμιση της οικονομίας της και ο πλανήτης εισερχόταν στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της ταχείας ανάπτυξης του διασυνοριακού εμπορίου, και βεβαίως της αύξησης στην κίνηση των κεφαλαίων.

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εγγράφεται και το γνωστό παράδειγμα του Roman Abramovich‎, ο οποίος κατάφερε να συσσωρεύσει σημαντικό προσωπικό πλούτο από την ιδιωτικοποίηση κρατικών περιουσιακών στοιχείων. Αυτή η κίνηση του έδωσε τη δυνατότητα να αγοράσει το 2003 την αγγλική ποδοσφαιρική ομάδα Chelsea, ενώ η περιουσία του ενισχύθηκε περαιτέρω το 2005, όταν επαναπώλησε στη ρωσική κυβέρνηση την εταιρεία αερίου Sibneft. Την τελευταία εξαγόρασε η Gazprom, η οποία αργότερα έγινε χορηγός της UEFA και ιδιοκτήτης του ρωσικού αθλητικού συλλόγου Zenit Saint Petersburg.

Την ίδια περίπου εποχή, με την ψηφιακή επανάσταση και τις σχετικές εξελίξεις στο παγκόσμιο τηλεοπτικό τοπίο ανέτειλαν νέες ευκαιρίες για τους επενδυτές χάρη στη δυνατότητά τους να επικοινωνούν εμπορικά και πολιτικά μηνύματα· χαρακτηριστικό παράδειγμα, το ειδησεογραφικό κανάλι Al Jazeera του Κατάρ, που το 2012 έθεσε σε λειτουργία το beIN Sports. Η νέα ψηφιακή εποχή προσέφερε πιο πρόσφατα ευκαιρίες επένδυσης, όπως αυτές της Σαουδικής Αραβίας στην Disney και του Άμπου Ντάμπι στη Reliance Jio, μια ινδική επιχείρηση τηλεπικοινωνιών. Και στις δύο περιπτώσεις, η δημιουργία και η κοινή χρήση αθλητικού περιεχομένου διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στα χαρτοφυλάκια των προϊόντων τους.

Στην απονομή του παγκοσμίου κυπέλλου το 2018, ο οικοδεσπότης πρόεδρος Πούτιν επέλεξε να αφήσει τους καλεσμένους του προέδρους της Γαλλίας και της Κροατίας εκτεθειμένους στη βροχή ενώ ο ίδιος καλυπτόταν από ομπρέλα. Προμήνυμα όσων συνέβησαν 4 χρόνια αργότερα;

Οι αναφορές σε Ρωσία, Κατάρ, Σαουδική Αραβία και Άμπου Ντάμπι είναι σκόπιμες και θα μπορούσαν να προστεθούν και άλλα κράτη, όπως το Αζερμπαϊτζάν – όλα παραγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου. Πρόκειται για χώρες οι οποίες, εφόσον εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα έσοδα που προέρχονται από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, βρίσκονται αντιμέτωπες με βραχυπρόθεσμες έως μεσοπρόθεσμες αστάθειες και μακροπρόθεσμες απειλές: πιθανή πτώση στις τιμές του πετρελαίου επηρεάζει άμεσα τις χρηματοοικονομικές ροές και, καθώς ο κόσμος στρέφεται κατά των ορυκτών καυσίμων, υπάρχουν όρια στο πόσο βιώσιμα θα είναι τέτοια έσοδα γι’ αυτές τις χώρες. Η στρατηγική της επένδυσης σε περιουσιακά στοιχεία του εξωτερικού (π.χ. ποδοσφαιρικοί σύλλογοι) ή στη διοργάνωση μεγα-αθλητικών γεγονότων (Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου στο Κατάρ) στοχεύει στη διαφοροποίηση της οικονομικής δραστηριότητας και στον μετριασμό του κινδύνου.

Το σύντομο ιστορικό που παραθέσαμε επισημαίνει τις μεγάλες αλλαγές που έχουν επέλθει στον αθλητισμό. Σε αυτό το άρθρο υποστηρίζουμε ότι σε συνέχεια των ωφελιμιστικών αρχών στις οποίες βασίστηκε αρχικά ο αθλητισμός αλλά και της εμπορευματοποίησης που κυριάρχησε στον αθλητισμό τις προηγούμενες δεκαετίες, σήμερα πλέον βρισκόμαστε ενώπιον μιας μετάβασης σε αυτό που αποκαλούμε «γεωπολιτική οικονομία του αθλητισμού», έννοια που λαμβάνει υπόψη το ολοένα και πιο περίπλοκο αθλητικό οικοσύστημα της σύγχρονης εποχής.

Ο αθλητισμός στον 21ο αιώνα

Η γεωγραφία μιας χώρας μπορεί να αποτελέσει πηγή στρατηγικού και ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, αλλά και πιθανό μειονέκτημα. Αναφερθήκαμε ήδη στον πλούτο των φυσικών πόρων της Ρωσίας, τα έσοδα από τον οποίο επέτρεψαν σε κρατικούς παράγοντες και ολιγάρχες να επενδύσουν στον αθλητισμό. Από την άλλη, η ανθρωπογεωγραφία μιας χώρας είναι εξίσου σημαντική. Στην Ινδία, η ποικιλομορφία του πληθυσμού –με οικονομικούς, θρησκευτικούς και περιφερειακούς όρους, για παράδειγμα– έχει αποδειχθεί εμπόδιο για αυτήν την πολυπληθή χώρα να βρεθεί στην ελίτ του παγκόσμιου αθλητισμού (όπως καταδεικνύουν οι χαμηλές επιδόσεις της στους Ολυμπιακούς Αγώνες).

Μία επιπλέον διάσταση είναι ότι το πρώτο τέταρτο αυτού του αιώνα δείχνει πως τα κράτη ασχολούνται όλο και περισσότερο με τον αθλητισμό (και δη με το ποδόσφαιρο) για σκοπούς πολιτικής και στρατηγικής. Ως εκ τούτου, έχουμε δει εξαγορές ευρωπαϊκών ποδοσφαιρικών συλλόγων από κρατικά επενδυτικά ταμεία, όπως αυτή της αγγλικής Newcastle United από το Ταμείο Δημόσιων Επενδύσεων της Σαουδικής Αραβίας. Τέτοιες εξαγορές, εκτός από οικονομικά, έχουν συνήθως και πολιτικά ελατήρια. Επιπροσθέτως, ο αθλητισμός αναπτύσσεται από τις διάφορες χώρες ως όχημα τουριστικής προβολής και αναβάθμισης της εικόνας τους στους παγκόσμιους συσχετισμούς ισχύος, ενώ στους σκοπούς μπορεί να περιλαμβάνονται επίσης το branding των εθνών, η προβολή ήπιας δύναμης, η διπλωματία κ.λπ. Λόγου χάριν, η βρετανική κυβέρνηση συνεχίζει να αναπτύσσει ενεργά το ποδόσφαιρο που έχει εντάξει στο οπλοστάσιο της ήπιας ισχύος της, ενώ η κινεζική «διπλωματία σταδίων ποδοσφαίρου» στην Αφρική έχει σχεδιαστεί για να εξασφαλίσει πρόσβαση σε φυσικούς πόρους που θα βοηθήσουν τη χώρα να διατηρήσει την οικονομική της απόδοση.

Τέλος, ο αθλητισμός μπορεί να είναι επίσης σημαντική πηγή οικονομικού οφέλους, δημιουργώντας θέσεις εργασίας, αποφέροντας φορολογικά έσοδα και ενισχύοντας την εθνική παραγωγή. Μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως κίνητρο για την ανάπτυξη υποδομών και την ανάπλαση περιοχών και να αποτελέσει τη βάση για έργα πολεοδομικού σχεδιασμού. Η ένταξη ενός έθνους στους πρωταγωνιστές του παγκόσμιου αθλητικού στερεώματος προσδίδει σαφή και απτά οφέλη και συνεπώς ορισμένες κυβερνήσεις θεσπίζουν μέτρα πολιτικής για να προωθήσουν την ανάπτυξη του αθλητισμού. Στη Βρετανία, για δεκαετίες, η κυβέρνηση λάμβανε μέτρα όπως η απαλλαγή από την έκδοση βίζας, που διευκολύνουν την προσέλκυση και τη ροή ταλέντων στη χώρα.

Αυτή η ολόπλευρη σύνδεση μεταξύ οικονομίας, πολιτικής και γεωγραφίας, με φόντο άνευ προηγουμένου giga-αλλαγές, απαιτεί την κατανόηση του αθλητισμού με μια νέα προσέγγιση. Ο αθλητισμός δεν είναι πλέον (απλώς) ένα ωφελιμιστικό φαινόμενο του 19ου αιώνα, η ουσία του οποίου είναι η παροχή ενός δημόσιου αγαθού. Ούτε είναι πλέον ένα «προϊόν» του 20ού αιώνα της νεοκλασικής οικονομίας που αποτελείται από ελεύθερες αγορές όπου διακινούνται ιδιωτικά αγαθά (χορηγίες, τηλεοπτικά και ψηφιακά δικαιώματα). Αντιθέτως, στον 21ο αιώνα πρέπει να αναφερόμαστε στη γεωπολιτική οικονομία του αθλητισμού, η οποία ορίζεται ως:

«Ο τρόπος με τον οποίο τα έθνη, τα κράτη και άλλες οντότητες εμπλέκονται στον αθλητισμό ή μέσω του αθλητισμού για γεωγραφικούς και πολιτικοοικονομικούς λόγους προκειμένου να οικοδομήσουν και να ασκήσουν εξουσία, και να εξασφαλίσουν στρατηγικά πλεονεκτήματα μέσω του ελέγχου των πόρων εντός και μέσω των δικτύων των οποίων ο αθλητισμός είναι ένα συστατικό μέρος»[1]

Η γεωπολιτική οικονομία του αθλητισμού εμφανίζει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

  • Ο αθλητισμός ως αποτέλεσμα της γεωγραφίας: η φυσική και η ανθρώπινη γεωγραφία διαμορφώνουν τη φύση, την ανάπτυξη και τη χρήση του αθλητισμού. Παράδειγμα, η δημοτικότητα της αγγλικής Premier League διεθνώς είναι μια ιστορική συνάρτηση τόσο της θέσης της Βρετανίας ως νησιωτικού εμπορικού έθνους όσο και της θέσης της ως αποικιακής δύναμης.
  • Ο αθλητισμός ως εργαλείο για το branding ενός έθνους, την ήπια δύναμη, τη διπλωματία και το εμπόριο: ο αθλητισμός χρησιμοποιείται για σκοπούς πολιτικής ‒ ως μέσο για τη διαμόρφωση στάσεων και συμπεριφορών απέναντι σε μια χώρα, επιτρέποντας την επίτευξη πολιτικών στόχων. Παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση της Ουαλίας συνεργάζεται με την εθνική της ποδοσφαιρική ομάδα σε διπλωματικές δραστηριότητες μικρών κρατών.
  • Ο αθλητισμός ως γεωπολιτικά δικτυωμένη οικονομική δραστηριότητα: οι επενδύσεις στον αθλητισμό χρησιμεύουν ως βάση για τη συγκρότηση δικτύων σχέσεων, δύναμης και επιρροής που εκτείνονται πέρα από τα αθλήματα αυτά καθαυτά. Παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση του Άμπου Ντάμπι έχει δεσμεύσει το City Football Group για σκοπούς βιομηχανικής ανάπτυξης, καθώς και ως κανάλι εισόδου στην αγορά για επενδύσεις σε άλλους βιομηχανικούς τομείς.
  • Ο αθλητισμός ως βάση για την επίτευξη εθνικού και ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος: οικονομικά και βιομηχανικά, ο αθλητισμός μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας, την αύξηση των κερδών από τις εξαγωγές και την ενίσχυση της εθνικής παραγωγής. Κατά συνέπεια, διαδραματίζει συχνά σημαντικό ρόλο στην οικονομική ευρωστία ενός έθνους, όπως αποδεικνύεται από τις συνεισφορές ποδοσφαιρικών συλλόγων στο Μάντσεστερ, στο Λίβερπουλ και στη Γλασκώβη, αλλά και στον Πειραιά της Ελλάδας.
  • Ο αθλητισμός ως μέσο απόκτησης πόρων: τους πόρους μπορούμε να τους αντιληφθούμε είτε με καθαρά οικονομικούς όρους (γη, εργασία, κεφάλαιο, επιχειρηματικότητα) είτε και ευρύτερα ως πρώτες ύλες, πνευματική ιδιοκτησία και κοινωνικοπολιτιστικό ή πολιτικό κεφάλαιο. Η κινεζική «διπλωματία των σταδίων», όπως σημειώθηκε ήδη, έχει στοχεύσει χώρες με άφθονους, σπάνιους φυσικούς πόρους, στους οποίους η Κίνα επιδίωξε να έχει πρόσβαση μέσω ενός προγράμματος δωρεάς αθλητικών σταδίων.

Η γεωπολιτική οικονομία του αθλητισμού, ωστόσο, δεν είναι ιδεολογική με την ίδια σημασία που εννοείται για τον ωφελιμισμό, ακόμη και για τον οικονομικό νεοκλασικισμό. Στον πόλεμο στην Ουκρανία, λόγου χάριν, το αθλητικό μποϊκοτάζ στη Ρωσία μπορεί να εκληφθεί ως ωφελιμιστικό αλλά και ως γεωπολιτικό. Σίγουρα δεν συνάδει με το νεοκλασικό οικονομικό μοντέλο, καθώς οι αθλητικές διοργανώσεις αναβάλλονται και οι χορηγοί εγκαταλείπουν ομάδες και αθλητές. Εν προκειμένω, το μποϊκοτάζ επιχειρείται για την υπεράσπιση των φιλελεύθερων δημοκρατιών και όσων θεωρούμε ηθικές αρετές. Σε κάθε περίπτωση, ο σύγχρονος αθλητισμός συνεπάγεται κάθε είδους προκλήσεις για τον ηγέτη, τους μάνατζερ και τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων. Πιθανώς αυτό που αποκαλούμε εδώ «γεωπολιτική οικονομία του αθλητισμού» να προκαλέσει προβληματισμό εντός της αθλητικής κοινότητας σχετικά με τον καλύτερο τρόπο δημιουργίας νέων πρακτικών που αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά αυτές τις προκλήσεις.


* Ο Δρ Χρήστος Αναγνωστόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Διοίκησης Αθλητισμού στο Hamad Bin Khalifa University του Κατάρ. Αρθρογραφεί επί θεμάτων που αφορούν τη διακυβέρνηση, τη διαχείριση και την επιχειρηματικότητα στον αθλητισμό.

** Ο Simon Chadwick είναι ακαδημαϊκός, ερευ%