Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2021, τ.1013

Γκίκας Χαρδούβελης, πρόεδρος ΔΣ της Εθνικής Τράπεζας

συνέντευξη στους Αντώνη Παπαγιαννίδη και Χάρη Σαββίδη

Εξαιρετικά αισιόδοξος για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, παρά τα ανησυχητικά σύννεφα που μαζεύονται στον ορίζοντα, εμφανίζεται ο πρόεδρος του ΔΣ της Εθνικής Τράπεζας, Γκίκας Χαρδούβελης. Χάρη πρωτίστως στους πόρους που θα εισρεύσουν από τα κοινοτικά ταμεία, βλέπει να ξεκινά μια δεκαετία ταχύρρυθμης ανάπτυξης και σύγκλισης με τις άλλες οικονομίες της Ευρωζώνης. Προειδοποιεί, όμως, ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν πρέπει να σταματάνε ποτέ, συμφωνεί ότι πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερη συγκέντρωση κεφαλαίου στην οικονομία προκειμένου να αυξηθεί το μέγεθος των επιχειρήσεων, ενώ χαρακτηρίζει εθνική ήττα την αποχώρηση των ελληνικών τραπεζών από τις υπόλοιπες βαλκανικές αγορές.

Με πανεπιστημιακό φόντο, με θητεία σε μελετητικά τραπεζών, με εμπειρία στην πρώτη γραμμή των Μνημονίων το 2014, πρόεδρος της Εθνικής σήμερα, δεν θα αρνηθείτε το εισαγωγικό ερώτημα: Σε τι θέση βρίσκει την ελληνική οικονομία το 2022;

Καθώς ολοκληρώνεται το 2021 το ΑΕΠ έχει επιστρέψει στο επίπεδο του 2019 και θεωρώ ότι βρισκόμαστε στο χάραμα μιας πολυετούς περιόδου ανάπτυξης. Και δεν μιλάω μόνο για τα 6 έτη κατά τα οποία θα εισρεύσουν οι πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης αλλά τουλάχιστον για την προσεχή δεκαετία. Πρώτον, η Ελλάδα έχει την τεράστια ευκαιρία πρόσβασης σε άφθονη χρηματοδότηση. Σε σχέση με τις εποχές των ΚΠΣ και των ΕΣΠΑ, οι πόροι που μπορεί αυτή τη φορά να εισέλθουν ετησίως στην οικονομία είναι σχεδόν τριπλάσιοι. Δεύτερον, αυτή τη φορά, πέρα από τον προφανή στόχο της απορρόφησης των πόρων, υπάρχουν και έτοιμα σχέδια για την αξιοποίησή τους.

Υπάρχουν σε τόσο μεγάλη έκταση ώστε να ανταποκρίνονται στο ύψος της χρηματοδότησης ή θα περάσει μια πρώτη δόση με ώριμα projects και μετά θα κολλήσουμε, κατά τα συνήθως συμβαίνοντα;

Η πρόκληση είναι να μην επαναληφθούν τα «συνήθως συμβαίνοντα» και η διαφορά με το παρελθόν είναι ότι βλέπω ώριμα σχέδια και συγκεκριμένους τομείς όπου θα κατευθυνθούν οι πόροι: ψηφιακή οικονομία, ενέργεια, περιβάλλον. Πρόκειται για κλάδους που επηρεάζουν άμεσα την ικανότητα της οικονομίας να παράγει αγαθά – αυτό που αποκαλούμε supply side(πλευρά της προσφοράς). Έτσι θα υπάρξει πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, δηλαδή η συνολική θετική επίδραση θα υπερβεί το ύψος των επενδυόμενων πόρων.

Τρίτον, η κυβέρνηση έχει δείξει καλή οργάνωση και προσπαθεί να προωθήσει μεταρρυθμίσεις – δείτε τι κάνει ο Πιερρακάκης. Τέταρτον, έχουμε αξιοπιστία διεθνώς, καθώς υπάρχει μια αλλαγή 180 μοιρών στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν την Ελλάδα οι ξένοι. Τέλος, το πολιτικό περιβάλλον δείχνει σταθερό. Όλα αυτά συνηγορούν στο να φτιάξουμε μια χώρα παραγωγής κι όχι μόνο κατανάλωσης.

 Τι μπορεί να συμβεί ανασταλτικά

Την ώρα όμως που λέμε αυτά και έχουμε ευνοϊκές προβλέψεις, στον ορίζονταυπάρχει ένα νέο σύννεφο: το νέο κύμα της πανδημίας. Απειλεί να διαταράξει τη συλλογιστική που παρουσιάζετε ή απλώς θα καθυστερήσει την υλοποίηση κατά μερικούς μήνες;

Ήδη την έχει καθυστερήσει κατά τουλάχιστον 18 μήνες,αλλά ας μην ξεχνάμε ότι ο κορονοϊός ήταν αυτό που έφερε την πρόσθετη χρηματοδότηση. Ένα νέο lockdown νομίζω απλώς θα μας πάει μερικούς μήνες πίσω. Βέβαια, πάντα η πανδημία είναι ένα φόβητρο, καθώς δεν ξέρεις τι μπορεί να βγάλει. Αλλά αν δεν υπάρξει κάποια μετάλλαξη για την οποία δεν βρίσκεται εμβόλιο, η πανδημία θα ξεφουσκώσει σιγά-σιγά.

Έχετε εικόνα για την κατάσταση που επικρατεί στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, πολλές εκ των οποίων παραμένουν «διασωληνωμένες» με την κρατική χρηματοδότηση;

Η εικόνα που έχουμε ως Εθνική είναι ότι ενώ πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις μπορούσαν να πάρουν τη διευκόλυνση του Δημοσίου, τελικά δεν το προτίμησαν. Μόνο ένα 15%-20% το ζήτησε. Κι αυτό γιατί πολλές επιχειρήσεις επιτέλους κατάφεραν να ορθοποδήσουν, άρχισαν να εξυπηρετούν ομαλά τα δάνειά τους και δεν ήθελαν να μπουν εκ νέου στη διαδικασία να προστρέξουν σε χρηματοδότηση. Επιπλέον, εκείνοι που πήραν τις διευκολύνσεις φαίνεται να μην αντιμετωπίζουν προβλήματα – μόνο ένα 3% είναι σε καθυστέρηση άνω των 90ημερών κι ένα επιπλέον 1% σε καθυστέρηση 30 ημερών. Δεν υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας μιας νέας γενιάς NPLs (μη εξυπηρετούμενων δανείων) – σίγουρα δεν το φοβάμαι για την Εθνική.

 

Μήπως σας φοβίζει το άλλο σύννεφο στον ορίζοντα, εκείνο των ανατιμήσεων διεθνώς;

Συμφωνώ με την άποψη που συμμερίζονται πολλοί, μεταξύ των οποίων και οι κεντρικές τράπεζες, ότι το φαινόμενο θα είναι πρόσκαιρο, φτάνει να μην μας φέρουν κάποια έκπληξη είτε η πανδημία είτε η κινεζική οικονομία, όπου κάποιες μεγάλες επιχειρήσεις απειλούνται με χρεοκοπία και τα spreads (περιθώρια) στα επιτόκια έχουν αυξηθεί στα επίπεδα του 2008. Κάτι συμβαίνει εκεί, αλλά δεν έχουμε καλή πληροφόρηση.

 

Σε κάθε περίπτωση οι ανατιμήσεις είναι ένα διεθνές πρόβλημα. Στην Ελλάδα αν μη τι άλλο είχαμε για χρόνια αρνητικό πληθωρισμό. Το επόμενο διάστημα, βέβαια, καθώς θα εισρέουν οι πόροι, ίσως οι τιμές αυξηθούν σε κάποιους κλάδους. Αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό – ας αυξηθούν και οι μισθοί. Η αγορά θα βρει την ισορροπία της και όπου οι επιχειρήσεις δεν βρίσκουν εργατικό δυναμικό θα πληρώσουν. Τα λεφτά υπάρχουν. Άρα, αν είναι να δούμε πληθωρισμό, ας είναι καλός πληθωρισμός! Οι τσέπες του κόσμου να γεμίσουν λεφτά.

 

Το πρόβλημα του πληθωρισμού

Υπάρχει πρόβλημα πληθωρισμού/φούσκα στις τιμές των διαφόρων περιουσιακών στοιχείων (λ.χ. μετοχές ή ακίνητα);

Οι τιμές των ακινήτων σιγά-σιγά ανεβαίνουν. Υπάρχει, βέβαια, ένα απόθεμα σε… ύπνωση που κατέχουν οι τράπεζες, αλλά αυτό δεν φαίνεται να επηρεάζει την αγορά. Οι τιμές των ακινήτων συνήθως δεν μεταβάλλονται απότομα. Επίσης, ας μην ξεχνάμε ότι τη δεκαετία της κρίσης υποχώρησαν κατά περίπου 40%. Το πιθανότερο είναι σταδιακά να ανακάμψουν, επιστρέφοντας μετά από 3-4 χρόνια στο επίπεδο όπου βρίσκονταν το 2008.

Το δε χρηματιστήριο το βλέπω να ανεβαίνει όσο θα παίρνει μπρος η οικονομία. Ένας ανασταλτικός παράγοντας θα μπορούσαν να αποδειχθούν τα διεθνή χρηματιστήρια, που έχουν ήδη ανέβει αρκετά, αν και αξίζει να σημειώσουμε ότι τον τελευταίο χρόνο η άνοδός τους προέρχεται κατά 60%-70% από την κερδοφορία των επιχειρήσεων κι όχι από τη ρευστότητα που προσφέρουν οι κεντρικές τράπεζες.

 

Αν όμως τελικά οι διεθνείς πληθωριστικές πιέσεις επιμείνουν και οι κεντρικές τράπεζες αρχίσουν να αυξάνουν τα επιτόκια;

Νομίζω βάλατε τον δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων! Αυτός είναι και ο φόβος στις αγορές: μην αυξηθούν τα βασικά επιτόκια στο 2%-3%, κι αυτό θα είναι ένα τεράστιο σοκ. Αυτό, όμως, δείχνουν να το αντιλαμβάνονται οι κεντρικές τράπεζες – η μέχρι τώρα συμπεριφορά τους αποδεικνύει ότι δεν έχουν παρωπίδες. Έχουν πάρει το μάθημα της κρίσης του 2008. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, τα επιτόκια κάποτε θα αυξηθούν, αφού σήμερα βρίσκονται στο μηδέν. Το θέμα είναι αυτό να γίνει σταδιακά.

Ειδικά η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να μην υποστεί μεγάλη αύξηση επιτοκίων, εφόσον με την ανάκαμψη της οικονομίας οι οίκοι αξιολόγησης την επαναφέρουν στην επενδυτική βαθμίδα. Σε αυτή την περίπτωση θα μειωθεί περαιτέρω το spread.

Οι προοπτικές επενδυτικής βαθμίδας για την Ελλάδα

Για πότε το βλέπετε αυτό;

Δεν λέω ότι θα γίνει εύκολα, κινούμαστε όμως προς την κατεύθυνση αυτή. Δεν ξέρω πότε θα γίνει, αλλά πιστεύω το ένα «σκαλοπάτι» (από τα δύο που μας χωρίζουν – τρία στην περίπτωση της Moody’s) θα το ανεβούμε σύντομα. Το δεύτερο σκαλοπάτι, όμως, είναι πιο δύσκολο, καθώς οι αναλυτές των οίκων αξιολόγησης είναι πιο προσεκτικοί όταν πρόκειται για μια κίνηση που οδηγεί στην επενδυτική βαθμίδα. Θα πρέπει να αποδείξουμε ότι υπάρχει πολιτική σταθερότητα, σε μια περίοδο όπου ενδεχομένως να επίκεινται εκλογές με απλή αναλογική. Θα περιμένουν λοιπόν να δουν κατά πόσο θα προκύψει εκ νέου κυβέρνηση με 4ετή ορίζοντα. Αν το διαπιστώσουν και παράλληλα ανακάμπτει η οικονομία, πιστεύω ότι θα μας αναβαθμίσουν στην επενδυτική βαθμίδα.

 

 

Μήπως λειτουργήσει ανασταλτικά η επιβάρυνση του δημοσίου χρέους κατά την περίοδο της πανδημίας;

Στις φθινοπωρινές της εκτιμήσεις η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι το 2022 το ποσοστό του χρέους προς το ΑΕΠ θα υποχωρήσει κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες, στο 197%. Κι αυτό καθώς το ονομαστικό χρέος παραμένει περίπου σταθερό, ενώ το ΑΕΠ στον παρονομαστή αυξάνεται. Υπάρχουν ελάχιστα παραδείγματα στη διεθνή εμπειρία μείωσης του ονομαστικού χρέους – σχεδόν πάντα αυξάνεται το ΑΕΠ. Άρα το ζητούμενο είναι πώς θα έχουμε ανάπτυξη, χωρίς βέβαια να έχουμε τα δημοσιονομικά ελλείμματα της περιόδου της πανδημίας, αλλά μηδενικά πρωτογενή ελλείμματα ή και μικρά πλεονάσματα. Αυτό δείχνει και η πρόβλεψη της Επιτροπής για το 2023.

Άρα δεν θα μας «δαγκώσει» το Σύμφωνο Σταθερότητας όταν ενεργοποιηθεί εκ νέου;

Νομίζω θα επιστρέψουμε σε κάποιο βαθμό στο παρελθόν, αλλά θα υπάρξει μια «πεφωτισμένη» ανάγνωση, που κατανοεί ότι το χτύπημα της πανδημίας επέβαλλε τη χρήση των δημοσιονομικών εργαλείων. Πολλοί θα λένε δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να έχουμε ελλείμματα αλλά θα πρέπει να γεμίσουμε και πάλι το «μαξιλάρι» για την επόμενη κρίση. Θα υπάρξει αυτή η λογική, αλλά θα βαραίνει και το «σήμερα» – στο όνομα της δημοσιονομικής αυστηρότητας δεν μπορούμε να ρίχνουμε την οικονομία στον πάτο, όπως έκαναν με την Ελλάδα, ενδεχομένως τιμωρητικά.

 

 

Ζήσατε αυτή την τιμωρητικότητα σε μια πολύ δυσάρεστη στροφή. Έχουν αλλάξει νοοτροπίες ή απλώς υποχώρησαν λόγω του κορονοϊού; Κινδυνεύει η Ελλάδα να ξαναβρεθεί, αν όχι μαύρο πρόβατο, πάντως με ένα ερωτηματικό πάνω από το κεφάλι της;

Καθώς το ελληνικό χρέος είναι υψηλότερο από τα υπόλοιπα, πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου ότι αυτός ο προβληματισμός μπορεί να ξυπνήσει εκ νέου.

Ας πούμε το IIF (InstituteofInternationalFinance) προειδοποιεί ότι πλησιάζουμε στο τέλος της «μεγάλης δημοσιονομικής αυταπάτης»…

Το IIF θεωρεί ότι αυτό που διατηρεί τα επιτόκια στην Ελλάδα χαμηλά είναι ότι η ΕΚΤ αγοράζει ελληνικά ομόλογα – όπως και ιταλικά ή ισπανικά.

Και έτσι «ξεφόρτωσαν» οι ιδιώτες, λέει το IIF

Προφανώς, όσοι είχαν αγοράσει όταν το yield (απόδοση ομολόγου) ήταν στο 4% και κάποια στιγμή πήγε στο 1% κατέγραψαν μεγάλα κέρδη. Λογικό ήταν κάποιοι να θελήσουν να πουλήσουν. Ο φόβος του IIF είναι ότι κάποια στιγμή το 2022 θα πει η ΕΚΤ ότι δεν δέχεται πλέον τα ελληνικά ομόλογα. Εγώ δεν νομίζω ότι θα το κάνει.

 

 

Μήπως θα ήταν καλή ιδέα η Ελλάδα να παραμείνει σε πρόγραμμα όταν τελειώσει η ενισχυμένη εποπτεία, το καλοκαίρι του 2022, για ένα εξάμηνο ή έναν χρόνο;

Δεν νομίζω ότι πλέον η ενισχυμένη εποπτεία θέτει ουσιαστικούς περιορισμούς. Την περίοδο των Μνημονίων δεν μπορούσαμε να βγούμε στις αγορές – τώρα η εποπτεία δεν μπορεί να «δαγκώσει». Άρα δεν βλέπω να έχει ουσία κάτι τέτοιο.

Τι σημαίνουν οι μεταρρυθμίσεις για την Ελλάδα

Γυρνώντας στην πλευρά των μεταρρυθμίσεων, πόσο έχουν προχωρήσει, μετά από 20 χρόνια στην Ευρωζώνη και τρία Μνημόνια;

Προ εικοσαετίας οι μεταρρυθμίσεις σταμάτησαν όταν η κυβέρνηση Σημίτη δεν προχώρησε στο Ασφαλιστικό. Ακολούθησε μια μακρά περίοδος ευφορίας. Όμως λίγο πριν από την κρίση, τον Ιούνιο του 2007, προειδοποιούσα σε ένα άρθρο ότι «όλα πάνε καλά κι έτσι δεν προχωράμε στις διαρθρωτικές αλλαγές που χρειάζονται».

Αυτό 7 χρόνια μετά την είσοδο στην Ευρωζώνη. Πέρασαν άλλα 7 χρόνια και καταλήξαμε στο email Χαρδούβελη – για το οποίο ίσως πολλοί κυρίως σας θυμούνται! Οι μεταρρυθμίσεις που περιλάμβανε εντάσσονταν σε κάποια συγκεκριμένη στρατηγική ή προέκυπταν λόγω των πιέσεων της Τρόικα;

Το email εκείνο συντάχθηκε στο πλαίσιο της προσπάθειάς μας να κλείσουμε την τότε εκκρεμή αξιολόγηση. Και μέσα σε αυτή την προσπάθεια είχαμε συμφωνήσει να γίνουν κάποια πράγματα. Είχαμε ένα πρόγραμμα για το τι πρέπει να γίνει ως προς τις μεταρρυθμίσεις – κυρίως το Ασφαλιστικό και τη δεύτερη εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις συνήθως αφορούν πολλές παρεμβάσεις, σε πολλές αγορές. Γενικά στην οικονομία υπάρχει η τάση οι πολιτικοί να επεμβαίνουν, δημιουργώντας όλο και περισσότερα εμπόδια. Γι’ αυτό το ζήτημα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων δεν τελειώνει ποτέ.

 

Στην τρέχουσα προσπάθεια μεταρρυθμίσεων, στη βάση των προτάσεων της Επιτροπής Πισσαρίδη, υπάρχει ένα συνολικότερο σχέδιο, τουλάχιστον για το supplyside;

Ναι, βλέπω να υπάρχει. Ας πούμε ξεκινάει να δίνει κίνητρα για να μεγαλώσουν οι επιχειρήσεις. Το μικρό μέγεθος είναι ένα βασικό πρόβλημα. Ένας από τους λόγους που το χρηματιστήριο κινείται σε χαμηλά επίπεδα αλλά και οι τράπεζες δεν δίνουν εύκολα δάνεια είναι κι αυτό. Κι έχει να κάνει με τη διαφάνεια, καθώς μια μικρή επιχείρηση μπορεί ευκολότερα να κρυφτεί. Έτσι όμως δεν γίνεται να προχωρήσουμε. Θέλουμε να λειτουργήσει ο καπιταλισμός κι ο ανταγωνισμός: με δίκαιο τρόπο, αλλά να λειτουργήσει. Όταν κάποιοι κρύβονται η λειτουργία γίνεται άδικη. Δεν πληρώνουν εισφορές ή μισθούς, επιβάλλουν υπερεργασία. Οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν μπορούν να κρυφτούν.

Οι τράπεζες επιθυμούν τη συγκέντρωση, καθώς θέλουν να δανείσουν, αλλά στις μικρές επιχειρήσεις η εικόνα είναι συχνά νεφελώδης και δεν είναι σαφές πού σταματά η πραγματικότητα και ξεκινάει το ψέμα. Όσο πιο καλά γνωρίζουν οι τράπεζες μια επιχείρηση τόσο πιο εύκολα θα τη δανείσουν. Πρόκειται για έναν ενάρετο κύκλο, που μπορεί να ενεργοποιηθεί την επόμενη 5ετία καθώς θα εισέρχονται και οι κοινοτικοί πόροι.

 

Μήπως έτσι, όμως, στερεύσει η χρηματοδότηση προς τους μικρότερους; Κι αυτό αναδεικνύει έναν ειδικό ρόλο για την Εθνική Τράπεζα;

Η Εθνική είναι η τράπεζα που δεν θα σε κοροϊδέψει. Θέλει βέβαια να είναι κερδοφόρα, αλλά ξέρει ότι έχει έναν ρόλο συστημικό και συγκεκριμένη ιστορική διαδρομή. Και σήμερα το ελληνικό Δημόσιο διατηρεί τον έλεγχο σε ένα 40% των μετοχών. Αυτό πιθανόν στο μέλλον να περιοριστεί, αλλά το ερώτημα είναι εάν θα διατηρηθεί ο έλεγχος σε ελληνικά χέρια – κάτι που φαντάζομαι θα θέλαμε. Το ζητούμενο, βέβαια, δεν είναι τόσο ποιος την έχει αλλά να λειτουργεί αποτελεσματικά. Μια μεγάλη πρόκληση είναι οι υπάλληλοι της Εθνικής να αποκτήσουν πελατοκεντρική προσέγγιση και να κάνουν δικό τους πρόβλημα το πρόβλημα του πελάτη. Για να το πετύχουμε αυτό βάζουμε κίνητρα – αν πετύχεις τους στόχους παίρνεις μπόνους· αν όχι, δεν παίρνεις.

Η εμπειρία μεταξύ τραπεζών και πολιτικής

Από τον χώρο των τραπεζών βρεθήκατε την εποχή Σημίτη στην πολιτική με συμβουλευτικό ρόλο. Επιστρέψατε στις τράπεζες και μετά βρεθήκατε στη θέση του υπουργού Οικονομικών σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία. Τώρα ξαναβρίσκεστε στις τράπεζες και μάλιστα στο επίκεντρο. Αυτό το rollercoaster τι αφήνει πίσω;

Στη ζωή, εάν έχεις πολλαπλές καριέρες, μπορείς να δεις από διαφορετικές οπτικές γωνίες και να βρεις μια σωστή λύση. Εγώ έμπλεξα και με τις εμπορικές τράπεζες και με τις κεντρικές τράπεζες και με την πολιτική και με τον ακαδημαϊκό χώρο και με την έρευνα και με τις εποπτικές αρχές! Το να έχεις πολλαπλές εμπειρίες σε κάνει πιο πραγματιστή και αντικειμενικό. Μπορείς να μπεις στα παπούτσια του άλλου και να δεις πώς βλέπει τα πράγματα, ώστε να καταλάβεις πού πηγαίνουν. Ας πούμε, όταν ξέσπασε η πανδημία, μπορούσα να λάβω αποφάσεις για την τράπεζα γνωρίζοντας πώς θα κινηθούν άλλοι εμπλεκόμενοι – ας πούμε οι πολιτικοί ή οι επόπτες. Κι αυτό λειτούργησε θετικά στη δουλειά μου.

Τα σχέδια για το εξωτερικό

Το γεγονός ότι εξέλειψε η παρουσία των ελληνικών τραπεζών στη βαλκανική γειτονιά, πόσο αρνητικά το κρίνετε;

Αυτή θεωρώ υπήρξε η μεγαλύτερη ήττα για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, αλλά και γενικότερα μια εθνική ήττα, καθώς η οικονομική δύναμη συνεπάγεται πολιτική δύναμη.

Σε άλλη κλίμακα αλλά προς την ίδια κατεύθυνση, δεν δημιουργεί ανησυχία η αποχώρηση των ελληνικών τραπεζών από το Λονδίνο; Ακούγεται ότι και η Εθνική, που είναι η τελευταία, κλείνει το υποκατάστημα.

Στο Λονδίνο κυριαρχούν οι μεγάλοι οίκοι. Αν δεν καταγράφεις σημαντικά κέρδη δεν αξίζει να παραμένεις, καθώς είναι μεγάλο το κόστος. Στην εποχή μας όλα γίνονται μέσα από το διαδίκτυο, οπότε σκεφτόμαστε αν χρειάζεται παρουσία στο ακριβό Λονδίνο. Το σίγουρο είναι ότι θα παραμείνουμε στην Κύπρο, όπου θα μπορούσαμε στο μέλλον να αποκτήσουμε σημαντικό μέγεθος.

Θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε το Μορφωτικό Ίδρυμα

Θα συνεχίσετε να υποστηρίζετε το Μορφωτικό Ίδρυμα; Πότε θα μάθουμε τον νέο διευθυντή;

Θα συνεχίσουμε να το στηρίζουμε. Αναζητούμε τον καινούργιο διευθυντή, αλλά είναι δύσκολο να βρεις κάποιον από τις ανθρωπιστικές επιστήμες που να έχει ικανότητες μάνατζερ ή μπορεί να βρίσκει πόρους από τα ευρωπαϊκά Ταμεία – γιατί πλέον είναι απαραίτητη η αναζήτηση πηγών συγχρηματοδότησης. Το ΜΙΕΤ έχει σημαντική αξία. Θα θέλαμε αυτή να μεγαλώσει και να ακουμπήσει περισσότερο την Ελλάδα, ανοίγοντας στην ευρύτερη κοινωνία.