Η εικόνα της Γερμανίας στην Κίνα

Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2021, τ.1010

Γερμανία του Δρ. Βασίλη Τρίγκα, Κολέγιο Schwarzman, Πανεπιστήμιο Τσίνγχουα, Πεκίνο

 

Στις πρόσφατες φονικές πλημύρες της επαρχίας Χενάν στην κεντρική Κίνα, ο Ματθίας Μποέλινγεκρ, ένας Γερμανός δημοσιογράφος, κάλυπτε την προσπάθεια του τοπικού κρατικού μηχανισμού στην πρωτεύουσα Τσένγκτζοου, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν όχλο εθνικιστών οι οποίοι τον κατηγορούσαν ότι με ψευδείς ειδήσεις διέσυρε την εικόνα της Κίνας στο εξωτερικό. Ο όχλος πίστευε ότι ο Ματθίας ήταν ένας Βρετανός ανταποκριτής του ΒΒC στην Κίνα τον οποίο Κινέζοι χρήστες κοινωνικών δικτύων έχουν «επικηρύξει» ως ανεπιθύμητο. Όταν τελικά ο όχλος επείσθη ότι ο Ματθίας δεν ήταν ο Βρετανός ανταποκριτής αλλά ένας Γερμανός δημοσιογράφος, τότε τον χειροκρότησε και του ζήτησε συγγνώμη για την «αναστάτωση», λέγοντας ότι η Γερμανία είναι μια φιλικά προσκείμενη χώρα στην Κίνα. Αυτό το τυχαίο γεγονός αντικατοπτρίζει πλήρως τη θετική εικόνα της Γερμανίας στην Κίνα. Η Γερμανία αποτελεί άλλωστε τη σημαντικότερη στρατηγική, τεχνολογική και οικονομική εταίρο του Κεντρικού Βασιλείου στη Δύση.

Αυτή η αναβαθμισμένη στρατηγική σχέση Γερμανίας-Κίνας δεν αντανακλάται στη γενικότερη βιβλιογραφία και αρθρογραφία των διμερών σχέσεων Βερολίνου-Πεκίνου. Αυτό διότι δημοσιογραφούντες αναλυτές, ξεχνώντας τη συμβουλή του Μακιαβέλι να κοιτούν πίσω από τις λέξεις, εστιάζουν λανθασμένα σε γενικόλογες δηλώσεις Γερμανών, κυρίως αξιωματούχων, καθώς και σε πρόσφατες ενέργειες οικονομικού προστατευτισμού στη Γερμανία, όπως η θεσμοθέτηση ενός μηχανισμού εποπτείας των εισερχόμενων άμεσων ξένων επενδύσεων στην ΕΕ. Οι δηλώσεις όμως δεν αντανακλούν την άριστη γεωοικονομική συνεργασία Γερμανίας-Κίνας, ενώ ο μηχανισμός επενδυτικής εποπτείας ήταν μάλλον μια αναγκαία μεταρρύθμιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οποία ενδυναμώνει τη διαπραγματευτική ισχύ της ίδιας της Γερμανίας στην προσπάθειά της να διεισδύσει επενδυτικά στην προστατευμένη οικονομία της Κίνας. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Σίγκμαρ Γκάμπριελ μπορεί προσφάτως να δήλωσε ότι ο νέος δρόμος του μεταξιού αποτελεί ένα «γεωπολιτικό εργαλείο του Πεκίνου», αλλά στρατηγικά η Γερμανία δεν έχει στρατιωτική παρουσία στην Ασία και δεν βλέπει την Κίνα ως υπαρξιακό κίνδυνο για την εθνική της ασφάλεια. Έτσι, οι στρατηγικές της επιλογές παραμένουν πολύ πιο ευέλικτες από εκείνες της Ουάσιγκτον, και η όποια συχνά έντονη ρητορική Γερμανών αξιωματούχων εναντίον της Κίνας δεν έχει υπονομεύσει τις σημαντικές διμερείς εμπορικές σχέσεις. Η Γερμανία άλλωστε έδρασε καταλυτικά για την επίτευξη της σινο-ευρωπαϊκής επενδυτικής συμφωνίας (CAI).

Οι πραγματικές τάσεις στις διμερείς οικονομικές και επενδυτικές ροές προσδίδουν μια πληρέστερη εικόνα για τη σημαντική γεωοικονομική συνεργασία Βερολίνου-Πεκίνου. Όσο οι ΗΠΑ του προέδρου Τραμπ στόχευαν την Κίνα με έναν εμπορικό πόλεμο και με μια σειρά οικονομικών κυρώσεων, το Βερολίνο συνέχισε ακάθεκτο τη μακροχρόνια στρατηγική οικονομική του συνεργασία με το Πεκίνο. Έτσι, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η Κίνα όχι μόνο έγινε ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας, ξεπερνώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες το 2016, αλλά επιπρόσθετα η Γερμανία αποτελεί πλέον τον βασικό τεχνολογικό εταίρο στην ανάπτυξη της βιομηχανίας 4.0 στην Κίνα, ενώ η Κίνα επιβοηθά τους γερμανικούς κολοσσούς της αυτοκινητοβιομηχανίας στην ανάπτυξη ηλεκτρικών συσσωρευτών, μια τεχνολογία στην οποία οι Γερμανοί υστερούσαν λόγω της λανθασμένης στρατηγικής πρωτοκαθεδρίας των πετρελαιοκινητήρων. Ο γερμανικός βιομηχανικός όμιλος Siemens Corp. αποτελεί σήμερα τον βασικό τεχνολογικό εταίρο της Κίνας στον κλάδο της βιομηχανίας 4.0 και ο διευθύνων σύμβουλος του γερμανικού κολοσσού Volkswagen AG έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι το μέλλον της εταιρείας του θα αποφασιστεί στην Κίνα. Το 2018, η Volkswagen διπλασίασε τις επενδύσεις στην Κίνα και ανακοίνωσε ένα σχέδιο ύψους 18 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την ανάπτυξη ηλεκτρικών οχημάτων τελευταίας τεχνολογίας με τους Κινέζους εταίρους της έως το 2024, αψηφώντας τον σινο-αμερικανικό εμπορικό πόλεμο. Επιπλέον, η BMW, εκμεταλλευόμενη τη στρατηγική αναθεώρηση του νομικού πλαισίου για τις άμεσες ξένες επενδύσεις στην Κίνα, εξαγόρασε το μερίδιο των Κινέζων συνεταίρων της στην κοινή σύμπραξη των μονάδων παραγωγής της εκεί. Τέλος, η γερμανική BASF SE αποτέλεσε την πρώτη αλλοδαπή εταιρεία που επένδυσε αυτοτελώς σε μια γιγάντια μονάδα παραγωγής χημικών στην επαρχία Γκουανγκντόνγκ της Νότιας Κίνας – την ατμομηχανή της κινεζικής οικονομίας.

Τα κινεζικά ΜΜΕ έχουν προβάλει αυτές τις γερμανικές επενδύσεις στην προσπάθειά τους να δείξουν ότι η στρατηγική περιορισμού της Κίνας που προτάσσουν οι ΗΠΑ (strategy of containment) έχει αποτύχει παταγωδώς. Το στρατηγικό μήνυμα του Πεκίνου είναι ότι όχι μόνο η Κίνα δεν έχει απομονωθεί αλλά, αντιθέτως, η γιγάντια αγορά της και τα αποτελεσματικά δίκτυα παραγωγής της (supply chains) αποτελούν αναπόσπαστα θεμέλια μιας μη αναστρέψιμης παγκοσμιοποίησης. Για το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα, η θετική ψήφος των γερμανικών βιομηχανικών κολοσσών στην κινεζική οικονομία επικυρώνει αυτή τη θέση, ιδίως διότι φαίνεται να αντιβαίνει ευθέως στα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ.

Όπως το έθεσε ο Γουανγκ Σιαογκουαγκ, καθηγητής στο Πετρελαϊκό πανεπιστήμιο της Κίνας, η Γερμανία αποτελεί στα μάτια των Κινέζων την «Ευγενή Δύση» η οποία σέβεται τις εσωτερικές πολιτικές προτεραιότητες της Κίνας και συμβάλει στη δημιουργία μιας πολυπολικότητας  (multipolarity) στο διεθνές σύστημα.

Βέβαια, η στρατηγική αυτή έμφαση της Κίνας στη Γερμανία δεν προσδίδει στις διμερείς σχέσεις χαρακτήρα συμμαχίας. Η Γερμανία ανησυχεί παρατηρώντας την αποδοτικότητα των κινεζικών κρατικών ενισχύσεων που έχουν επιτρέψει σε κινεζικές εταιρείες να αποκτήσουν μερίδιο αγοράς εις βάρος Γερμανών κατασκευαστών. Αντανακλώντας αυτήν την ανησυχία, η γερμανική βιομηχανική ομοσπονδία BDI πρόσφατα χαρακτήρισε την Κίνα ως εταίρο αλλά ταυτόχρονα και συστημικό ανταγωνιστή. Η ομοσπονδία συμβούλεψε δε τις γερμανικές εταιρείες να μειώσουν την εξάρτησή τους από την αγορά της Κίνας και να συμβάλουν στη δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού μετώπου για να αποτρέψουν μια κρατικώς επιδοτούμενη στρατηγική οικονομική διείσδυση της Κίνας στην ευρωπαϊκή αγορά. Αυτός ο φόβος φαίνεται να οδήγησε τη Γερμανία στη στήριξη ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού ελέγχου των επενδύσεων α λα CFIUS. Αυτός ο μηχανισμός όμως στην ουσία αυξάνει τη διαπραγματευτική μόχλευση της Γερμανίας για καλύτερη πρόσβαση των γερμανικών εταιρειών στην κινεζική αγορά και δυνητικά μπορεί να βελτιώσει τις διμερείς σχέσεις, καθιστώντας τες πιο συμμετρικές.

Είναι γεγονός ότι η άνοδος του προέδρου Ντόναλντ στις ΗΠΑ το 2016 διευκόλυνε τη γεωοικονομική προσέγγιση της Γερμανίας με την Κίνα. Για πολλές φιλελεύθερες γερμανικές ελίτ, η Κίνα δεν θα μπορούσε ποτέ να αποτελέσει αξιόπιστο συνεργάτη. Αυτός όμως ο ιδεολογικός αρνητισμός απέναντι στην Κίνα υπερκεράστηκε όταν η Αμερική του Τραμπ διόρισε έναν Αμερικανό πρέσβη στο Βερολίνο που υποστήριξε ανοικτά την άκρα δεξιά και επανειλημμένως χαρακτήρισε τη Γερμανία ως ελεύθερο αναβάτη στους Αμερικανούς φορολογούμενους, γιατί δεν ξοδεύει το προβλεπόμενο 2% του ΑΕΠ για την εθνική της άμυνα. Από την άλλη πλευρά, ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ, βλέποντας το στρατηγικό παράθυρο της ευκαιρίας που άνοιξε η επιθετικότητα του Τραμπ απέναντι στη Γερμανία, προτίμησε να μιλά με τη γαλήνια φωνή της παγκοσμιοποίησης, που σαν οδυσσειακή σειρήνα προσελκύει τις γερμανικές βιομηχανικές ελίτ.

Με την εκλογή του Τζο Μπάιντεν αναλυτές προέβλεψαν ότι η Γερμανία θα «απεμπολούσε» τη στρατηγική της οικονομική της σχέση με την Κίνα για να στηρίξει μια συμμαχία αστικών φιλελεύθερων δημοκρατιών εναντίον του Πεκίνου. H πρόσφατη σύνοδος των 7 πιο ανεπτυγμένων βιομηχανικών χωρών όμως έφερε μόνο μια ρητορική σύμπνοια για μια προσπάθεια ανταγωνισμού του κινεζικού Δρόμου του Μεταξιού με συντονισμένες επενδύσεις στην πράσινη ανάπτυξη από πλευράς G7 (Build Back Better World Initiative). Νέα χρηματοδότηση πέρα των υπαρχουσών προϋπολογισμών ODA όμως δεν ανευρέθη και το δημοσιονομικό περιθώριο της Δύσης δεν αποτελεί ευοίωνο οιωνό. Η Γερμανία, προεδρεύουσα της επόμενης G7 συνόδου στα μέσα του 2022, θα έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην έκβαση του εγχειρήματος.

Σε παλαιότερο άρθρο μου στην αγγλόφωνη έκδοση αυτού του περιοδικού έγραψα ότι οι Γερμανοί ήλπιζαν για την εκλογή ενός «κανονικού» προέδρου στις ΗΠΑ το 2020. Αυτή η εκλογή θα μπορούσε, υποστήριξα, να αναζωογονήσει την ευρατλαντική συμμαχία. Ωστόσο, ακόμα και με τον Τζο Μπάιντεν στη λεωφόρο της Πενσυλβανίας, οι Ευρωπαίοι και κυρίως οι Γερμανοί ανησυχούν για τη βιωσιμότητα της αμερικανικής φιλελεύθερης ηγεμονίας και την ηγετική εξωστρέφεια των ΗΠΑ. Η χρυσή εποχή των γερμανοαμερικανικών σχέσεων, που κορυφώθηκε όταν ο Μπαράκ Ομπάμα αντήχησε το περιβόητο «Ich bin ein Berliner» στη θριαμβευτική ομιλία του στο Βερολίνο το 2008, φαίνεται να είναι πίσω μας. Οι μελλοντικοί ιστορικοί ίσως δουν το 2008 ως το θερινό ηλιοστάσιο των γερμανοαμερικανικών σχέσεων. Αυτή φαίνεται να είναι και η άποψη των Κινέζων στρατηγιστών, οι οποίοι προσδίδουν ειδική βαρύτητα στη γεωοικονομική τους σχέση με το Βερολίνο. Ο όχλος εθνικιστών που χειροκρότησε τον Γερμανό δημοσιογράφο στην Τσένγκτζοου αντανακλά πλήρως τη θετική εικόνα της Γερμανίας στην Κίνα ως του σημαντικότερου γεωοικονομικού της εταίρου στη Δύση.