Με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης παρουσιάζουμε μερικές από τις προσωπικότητες που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση του νέου κράτους, αξιοποιώντας υλικό από το Μέγα Ελληνικόν Βιογραφικόν Λεξικόν του Κωνσταντίνου Βοβολίνη, ένα πεντάτομο έργο αναφοράς με 400 βιογραφίες

 

Γουσταύος Κλάους, ο ιδρυτής της πρώτης μεγάλης οινοβιομηχανίας

Η αρχή του λήμματος περί Κλάους στο Μέγα Ελληνικόν Βιογραφικόν Λεξικόν Βοβολίνη

Οικονομική Επιθεώρηση, Mάρτιος 2021, τ. 1004

EΛΛΑΔΑ 1821-2021 του Γιώργου Βαϊλάκη

 

Εάν υπάρχει ένα προϊόν που στήριξε όσο κανένα άλλο την οικονομία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους αυτό είναι η σταφίδα, αφού κάλυπτε περισσότερο από το μισό της συνολικής αξίας των εξαγωγών της χώρας – όταν ακόμα εκείνη πραγματοποιούσε τα πρώτα της βήματα. Μάλιστα, από το 1830 έως το 1860 ο όγκος της παραγωγής της σταφίδας δεκαπλασιάστηκε, ενώ ανάλογη ήταν και η αύξηση των εξαγωγών. Επειδή λοιπόν είχε γίνει ανάρπαστη στις ευρωπαϊκές αγορές η σταφίδα, εκείνη την εποχή στην Πελοπόννησο καλλιεργούνταν περισσότερα από 120.000 στρέμματα. Κάπως έτσι η ιστορία θα διασταυρωνόταν με την προσωπική ιστορία του Γουσταύου Κλάους (1815-1908), ενός φιλόδοξου Γερμανού που το 1845 βρέθηκε στην Ελλάδα για να εργαστεί. Και αυτή δεν ήταν παρά μόνο η αρχή, για να γίνει στη συνέχεια ο ιδρυτής και δημιουργός της πρώτης μεγάλης οινοβιομηχανίας – της μυθικής Αχαΐα Κλάους – ή αλλιώς Achaia Clauss, όπως έμελλε να γίνει διεθνώς γνωστή.

Προηγουμένως, το 1848 ο Γουσταύος Κλάους έρχεται στην Πάτρα για να αναλάβει τη διεύθυνση του τμήματος εξαγωγών του σταφιδικού εξαγωγικού οίκου Φελς και Σία. Είναι η εποχή όπου η ελληνική σταφίδα γίνεται ανάρπαστη. Τα λιμάνια του Λονδίνου, του Λίβερπουλ, της Μασσαλίας, της Τεργέστης, του Άμστερνταμ και της Οδησσού ήταν ο προορισμός των πλοίων που έφευγαν φορτωμένα με σταφίδα. Η Πάτρα αποτελούσε το μεγαλύτερο λιμάνι εξαγωγής του προϊόντος προς τη Δύση, ενώ τα οικονομικά οφέλη που έφερε το εμπόριο της σταφίδας αποτέλεσαν την κύρια αιτία για τη γενικότερη οικονομική ανάπτυξη. Ο Κλάους επιδεικνύει έγκαιρα εξαιρετικές ικανότητες και η εργασία του στο νεόκοπο ελληνικό κράτος τού εξασφαλίζει περισσή οικονομική άνεση. Μαζί με την επιχειρηματικότητα φέρνει και έναν κοσμοπολίτικο αέρα και ένα ρομαντικό πνεύμα, διαποτισμένο από τον Γκαίτε και τον Σίλλερ, καθώς επίσης και τον φιλελληνισμό της βαυαρέζικης πατρίδας του. Το 1858 παντρεύεται τη Θωμαΐδα Καρπούνη, κόρη συνταγματάρχη, υπασπιστή του βασιλιά Όθωνα και μιας Βαυαρέζας από το Μόναχο, κυρίας επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας. Το ζεύγος μένει στην Πάτρα και το 1860 αποκτά μία κόρη, την οποία ονομάζει Αμαλία.

Η οικογένεια Κλάους

Ο Κλάους απολάμβανε τη ζωή στην ύπαιθρο, αγαπούσε την ιππασία και σε μια από τις εξορμήσεις του θα βρεθεί στους πρόποδες του Παναχαϊκού, σε ένα οροπέδιο που λέγεται Ριγανόκαμπος με υπέροχη θέα προς το πατραϊκό κόλπο – μια ονειρική περιοχή πλούσια σε ύδατα. Εκεί αποφάσισε να αγοράσει έναν μικρό αμπελώνα και έχτισε μια καλύβα για να μπορεί να διανυκτερεύει. Τον επόμενο χρόνο έφτιαξε λίγο κρασί για προσωπική χρήση και για κάποιους φίλους του. Το κρασί είχε μοναδική γεύση και οι φίλοι του ενθουσιάστηκαν. Έτσι του δημιουργήθηκε η ιδέα της οργάνωσης μιας οινοποιίας. Αντιλήφθηκε τις προοπτικές μιας τέτοιας επιχείρησης και αφού αγόρασε το μεγαλύτερο τμήμα του Ριγανόκαμπου, το 1861 ίδρυσε την Achaia-Clauss Wine Company Ltd και προχώρησε στη φύτευση πολλών αμπελώνων.

Στο μεταξύ, η ζήτηση της σταφίδας, που ήταν τόσο έντονη κατά τα προηγούμενα χρόνια, είχε αρχίσει να υποχωρεί, δημιουργώντας ένα τεράστιο πρόβλημα στους Έλληνες παραγωγούς. Στην αγγλική αγορά, η εξαγωγή της σταφίδας παραμένει σταθερή. Η σταφίδα χρησιμοποιείτο σε ξηρά μορφή στη ζαχαροπλαστική για την κατασκευή κυρίως της λαϊκής κατανάλωσης πουτίγκας. Αντίθετα, η απορρόφηση της σταφίδας από τη Γαλλία για την παρασκευή οίνων είχε ημερομηνία λήξεως, αφού οφειλόταν στην καταστροφή των γαλλικών αμπελώνων από τη φυλλοξήρα.

Η επίσκεψη της Πριγκίπισσας Ελισάβετ της Αυστροουγγαρίας (η πριγκίπισσα Σίσι των κινηματογραφικών ταινιών) τον Οκτώβριο του 1885 ήταν πολλαπλώς σημαντική για την Achaia Clauss, εξ ου και η συναφής επιγραφή στα γερμανικά.

Ακολούθως, η μονοκαλλιέργεια του προϊόντος που επικράτησε λόγω ζήτησης από τη μία και η ανάκαμψη των γαλλικών αμπελώνων από την ασθένεια από την άλλη έφεραν τον μαρασμό της εγχώριας παραγωγής. Η κρίση υπερπαραγωγής για μια οικονομία που στηριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στην παραγωγή και εξαγωγή σταφίδας δεν μπορούσε παρά να επιφέρει χρόνιες επιπτώσεις, όχι μόνο οικονομικές αλλά και κοινωνικές και ιδεολογικές και πολιτισμικές. Εξαιτίας λοιπόν της «σταφιδικής κρίσης» που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1850 και η οποία είχε σαν πραγματική αιτία τη μεγάλη προσφορά του προϊόντος, η μεταποίηση της σταφίδας σε κρασί, ώστε να αξιοποιείται η πλεονάζουσα παραγωγή, ήταν περισσότερο επιτακτική από ποτέ: ήταν μια λύση.

 

Πάνω σε αυτό ακριβώς το σκεπτικό και ως απάντηση στο «σταφιδικό ζήτημα» ιδρύθηκε το 1858 στην Πάτρα από ντόπιους κτηματίες η Ελληνική Οινοποιητική Εταιρεία. Ένας από τους σκοπούς της, σύμφωνα με το καταστατικό της, ήταν η μεταποίηση του σταφιδόκαρπου σε οίνους και οινοπνεύματα, ώστε να αξιοποιείται η πλεονάζουσα παραγωγή και να συγκρατείται η τιμή. Η αγγελία της Ελληνικής Οινοποιητικής Εταιρείας που δημοσιεύτηκε στον Αιώνα αναφέρει χαρακτηριστικά: «Μεταξύ των σημαντικωτέρων προϊόντων, τα οποία η ελληνική χώρα, και ιδίως η επαρχία των Πατρών, αφθόνως παράγει, συγκαταλέγονται οι καρποί αμπέλων. Και ο σταφιδόκαρπος (…) κινδυνεύει, ένεκα της αφθόνου παραγωγής και του μεγάλου συναγωνισμού της προσφοράς αυτού, πάντη δυσαναλόγου προς την ζήτησιν και κατανάλωσιν (…), μη ασφαλίση ουδ’ αυτάς τας απολύτως της καλλιεργείας αναγκαίας δαπάνας. Προσδίδει όμως ούτος εκ της φύσεώς του, ως εκ διαφόρων πειραμάτων, προ πολλού και αρτίως γενομένων, εβεβαιώθη, ουσίαν προσφορωτάτην εις την μεταποίησιν οίνου δυναμένου να παραβληθή και συναγωνισθή επιτυχώς και επικερδώς προς πολλούς των καλλιτέρων και πνευματωδεστέρων οίνων της εσπερίας Ευρώπης».

 

Και ενώ η αξιόλογη αυτή ελληνική προσπάθεια δεν ευοδώθηκε, οι εργασίες της επιχείρησης Κλάους εξελίσσονταν με ταχείς ρυθμούς. Το 1861 ιδρύεται η Achaia-Clauss Wine Company Ltd και την ίδια χρονιά προβαίνει στη φύτευση μεγάλων αμπελώνων. Η άριστη ποιότητα των σταφυλιών και ιδίως το άρωμα αυτών ενίσχυσαν την ιδέα του Κλάους να αποπειραθεί να δημιουργήσει εκλεκτούς ελληνικούς οίνους προορισμένους για εξαγωγή. Πράγματι, οι προσπάθειές του στέφθηκαν με τεράστια επιτυχία, διότι ακριβώς οι οίνοι ήταν άριστης ποιότητας και περιζήτητοι. Στο μεταξύ, προσλαμβάνονται εργάτες που εγκαθίστανται οικογενειακώς στο κτήμα και εκτός από τις κατοικίες των εργατών χτίζονται αποθήκες, κελάρια, εργαστήρια, σταύλος και βαρελοποιείο.

Όποιος περνάει την επιβλητική πύλη του Οινοκάστρου διαπιστώνει ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα οινοποιείο ή ένα κτήμα με αμπελώνες, αλλά για ένα επιβλητικό οικιστικό συγκρότημα που εντυπωσιάζει με τα πέτρινα κτήρια, τα μεγάλα δρύινα σκαλιστά βαρέλια, την παραδοσιακή κάβα για την υποδοχή των επισκεπτών, αλλά και το μοναδικό τοπίο με την εκπληκτική θέα. Τα κτήρια είναι μονώροφα, διώροφα με υπόγειο, πυργοειδή με χαρακτηριστικούς γωνιόλιθους, τοξοειδή παράθυρα και άλλα έχουν μικρότερα ορθογωνικά ανοίγματα σαν πολεμίστρες. Την εντύπωση ενός οργανωμένου οικισμού δημιουργούσαν οι κήποι, οι εσωτερικοί δρόμοι, ο ορθόδοξος ναός του Αποστόλου Θωμά –τον οποίο ανήγειρε ο Κλάους, εκπληρώνοντας το τάμα του, όταν η γυναίκα του γλίτωσε τον θάνατο έπειτα από σοβαρή ασθένεια τύφου– αλλά και το σχολείο για τα παιδιά των εργατών και των υπαλλήλων του κτήματος και της οινοποιίας.

Σταδιακά, ο Κλάους δημιούργησε ένα συγκρότημα με καθεδρικούς πύργους, που δίνει τη δυνατότητα σε ένα ολόκληρο χωριό να ζει, να εργάζεται και να αναπτύσσεται γύρω από τον κεντρικό πυρήνα της οινοποιίας. Επιπλέον, ο φόβος των ληστών δημιούργησε την ανάγκη προστασίας. Έτσι, αριστερά της εισόδου δεσπόζει ένας πύργος με πολεμίστρες δυτικής αρχιτεκτονικής, για να χρησιμεύει ως καταφύγιο σε περίπτωση κινδύνου. Λίγο μετά χτίστηκαν άλλοι δύο πύργοι για περισσότερη προστασία της οινοβιομηχανίας από την επιδρομή των ληστών – κάτι που ήταν εξαιρετικά συνηθισμένο την εποχή εκείνη. Άλλωστε, ο ίδιος ο Γουσταύος Κλάους ήξερε πόσο μεγάλος και υπαρκτός ήταν ο κίνδυνος. Το 1869 ο αρχιληστής Λίγκος, που τρομοκρατούσε την περιφέρεια, επιχείρησε να τον απαγάγει! Έστησε με τα «παλικάρια» του για μία βδομάδα καραούλι μέσα στη χαράδρα, λίγο πιο έξω από το εργοστάσιο, για να αρπάξει τον Κλάους και να ζητήσει έπειτα λύτρα. Αλλά ένας γιατρός της Πάτρας, φίλος του Κλάους, επειδή είχε σώσει τη ζωή του Λίγκου όταν κάποτε ο τελευταίος είχε πληγωθεί σε μια μάχη που έδωσε με ένα καταδιωκτικό απόσπασμα, τον έπεισε να φύγει και να αφήσει τον επιχειρηματία ανενόχλητο. Στο μέρος ακριβώς όπου ήταν κρυμμένος ο ληστής, ο Κλάους έστησε μια αναμνηστική πλάκα στην οποία αναγράφει στα γερμανικά αυτό το περιστατικό.

Το 1872 η οινοποιία μετατρέπεται σε μετοχική εταιρεία και το 1873 δημιουργείται το πασίγνωστο κρασί, η Μαυρ

οδάφνη. Ο Κλάους ονόμασε έτσι αυτή την ποικιλία του κρασιού προς τιμήν της αρραβωνιαστικιάς του Δάφνης, μιας μελαχρινής όμορφης Ελληνίδας με μαύρα μάτια η οποία πέθανε σε νεαρή ηλικία. Ένα όνομα που ακόμα και σήμερα πρωταγωνιστεί. Η Μαυροδάφνη προβλήθηκε κυρίως ως επιδόρπιος οίνος, αλλά πολύ γρήγορα μυθοποιήθηκε και παρουσιάστηκε ως ένα είδος ελιξιρίου που κάνει καλό στην υγεία και θεραπεύει από ασθένειες. Το συγκεκριμένο κρασί παράγεται από μια ποικιλία κόκκινων σταφυλιών που στο τέλος της ωρίμανσής τους αποκτούν ιδιαίτερα αρώματα. Η χρονιά του 1899 σημαδεύεται από τη σοδειά που ο Κλάους φέρνει από τις ορεινές πλαγιές των Καλαβρύτων και εμφιαλώνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα τη Δεμέστιχα. Η Δεμέστιχα συμβάλλει ραγδαία στη φήμη των ελληνικών μεθόδων οινοποίησης και της οινοποιίας Achaia Clauss σε παγκόσμια κλίμακα.

Στην ουσία, ο Γουσταύος Κλάους θεωρείται ο ιδρυτής του θεσμού του οινοτουρισμού στην Ελλάδα, έπειτα από την εμβληματική επίσκεψη της Πριγκίπισσας Ελισάβετ της Αυστροουγγαρίας τον Οκτώβριο του 1885 (της πριγκίπισσας Σίσι των κινηματογραφικών ταινιών), για χάρη της οποίας ονόμασε ένα Κελάρι «Αυτοκρατορικό» – εκεί φυλάσσεται και το παλαιότερο κρασί της Ελλάδας, μια Μαυροδάφνη του 1873. Θα ακολουθούσαν αρκετές σπουδαίες προσωπικότητες που επισκέφτηκαν το οινοποιείο όπως ο Βίσμαρκ, ο Φραντς Λιστ, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο στρατηγός Μοντγκόμερι και πολλοί βασιλιάδες, βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες – μεταξύ των οποίων, ο πρίγκιπας Ρούπρεχτ, διάδοχος της Βαυαρίας, η πριγκίπισσα της Αγγλίας Βικτωρία και, φυσικά, τα μέλη της βασιλικής οικογένειας της Ελλάδας. Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και μέχρι τουλάχιστον τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η εταιρεία Αχαΐα λειτούργησε ως η μοναδική στον ελληνικό χώρο «πρεσβεία» οίνου και ταυτόχρονα ως μία εστία πολυτέλειας, γαλήνης και πολιτισμού. Εξάλλου, αυτό το αποδεικνύουν οι επισκέψεις πολλών διασημοτήτων της εποχής, προσδίδοντας στην εταιρεία αίγλη και φήμη.

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1908, επιστρέφοντας από τη Γερμανία στην Πάτρα μέσω Ιταλίας, ο Γουσταύος Κλάους άφησε την τελευταία του πνοή στο πλοίο. Ενταφιάστηκε κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Θωμά, σε μέρος που ο ίδιος είχε διαλέξει και ετοιμάσει. Αυτό που κατάφερε ο Κλάους είναι κάτι πολύ περισσότερο από την ίδρυση της πρώτης μεγάλης οινοποιητικής βιομηχανίας. Πάνω απ’ όλα, απέδειξε ότι κόντρα στις όποιες αντιξοότητες ήταν εφικτή η δημιουργία στο νέο ελληνικό κράτος μιας βιομηχανίας ικανής να είναι ανταγωνιστική διεθνώς, αλλά και να παράγει προϊόντα υψηλής ποιότητας. Και αυτό ήταν αναμφίβολα ένα πραγματικά σημαντικό επίτευγμα και ένα εξαιρετικό παράδειγμα προς μίμηση για τους κάθε λογής επιχειρηματίες…