Πρώτος απολογισμός των επιπτώσεων της πανδημίας σε ιδιωτικές κλινικές και διαγνωστικά κέντρα

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2022, τ.1015

ΦΑΚΕΛΟΣ: ΥΓΕΙΑ

της Βίκης Καλιάκου

Η πανδημία της Covid-19 άσκησε μεγάλη πίεση στο ΕΣΥ, όπως φαίνεται όμως επηρέασε δραστικά και τον ιδιωτικό τομέα της Υγείας. Σύμφωνα με έρευνα της ICAP, η συνολική αγορά των ιδιωτικών υπηρεσιών Υγείας (βάσει αξίας) πήγε καλά την 4ετία 2016-2019, αλλά παρουσίασε μείωση 8% το 2020. Η έρευνα, που βασίστηκε σε ομαδοποιημένους ισολογισμούς, για το 2020 καταγράφει μείωση 9% στα συνολικά έσοδα των κλινικών (γενικές, ειδικές, νευροψυχιατρικές κ.ά.) και -6,5% στα έσοδα των μαιευτικών και γυναικολογικών κλινικών σε σχέση με το 2019. Βάσει της τελευταίας επίσημης καταγραφής της ΕΛΣΤΑΤ, το 2019 επί συνόλου 269 θεραπευτηρίων στην Ελλάδα τα 4 ήταν ΝΠΙΔ, τα 124 ΝΠΔΔ και τα 141 ιδιωτικές κλινικές.

Μέσα στον Νοέμβριο, με απόφαση του υπουργού Υγείας Θάνου Πλεύρη και της αναπληρώτριας υπουργού Υγείας Μίνας Γκάγκα, υπεγράφη συμφωνία με 5 ιδιωτικές κλινικές, μία στη Θεσσαλονίκη και 4 στον Βόλο και τη Λάρισα, για τη διάθεση κλινών σε Covid και non Covid ασθενείς. Τον περσινό Νοέμβριο η κυβέρνηση είχε αναγκαστεί να επιτάξει 2 ιδιωτικές κλινικές στη Θεσσαλονίκη, μετά την αδυναμία επίτευξης συμφωνίας με τους κλινικάρχες.

Γρηγόρης Σαραφιανός, πρόεδρος Πανελλήνιας Ένωσης Ιδιωτικών Κλινικών

«Αυτά τα δύο χρόνια της πανδημίας είχαμε να αντιμετωπίσουμε αφενός τα αυξημένα μέτρα υγειονομικής ασφάλειας που λαμβάνουμε για τους ασθενείς ώστε να μην νοσήσουν από Covid-19 και αφετέρου τα μέτρα ασφαλείας για το ίδιο το προσωπικό. Αυτό έχει και αυξημένο κόστος και απαιτεί την αυξημένη προσοχή των διοικούντων τις ιδιωτικές κλινικές. Από την άλλη πλευρά, είχαμε να βοηθήσουμε το Δημόσιο Σύστημα Υγείας να αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη επιτυχία τους ασθενείς που νοσηλεύονταν με Covid-19. Γι’ αυτό τον λόγο υπήρξε αφενός την πρώτη χρονιά μια επίταξη κλινικών, αφετέρου τη δεύτερη χρονιά μια συνεργασία συγκεκριμένων κλινικών με το Δημόσιο, στη Θεσσαλονίκη και στη Λάρισα. Αυτή τη στιγμή νομίζω πως είμαστε προς το τέλος των προβλημάτων», δηλώνει στην ΟΕ ο Γρηγόρης Σαραφιανός, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Ιδιωτικών Κλινικών.

Απαντώντας σε επικρίσεις ότι οι ιδιωτικές κλινικές δεν σηκώνουν το βάρος που τους αναλογεί, ο Γρ. Σαραφιανός επισημαίνει πως: «Δεν μπορούμε στην ίδια υγειονομική μονάδα να νοσηλεύουμε ασθενείς με Covid-19 και χωρίς Covid-19, γιατί θα υπάρξει ανάμειξη και μετάδοση της ασθένειας. Οπότε αποφασίστηκε το δημόσιο σύστημα να αντιμετωπίσει τα περιστατικά Covid και ο ιδιωτικός τομέας τα non-Covid. Ήταν επιλογή αυτό, για να μην υπάρχει μετάδοση. Υπήρχαν συγκεκριμένες κλινικές στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, κλινικές μόνο με ασθενείς Covid-19», υπογραμμίζει ο Γρ. Σαραφιανός.

 

Αύξηση κερδών για Ιατρικό και Βιοϊατρική

Το α΄ εξάμηνο του 2021 ο Όμιλος του Ιατρικού Αθηνών δήλωσε κύκλο εργασιών 112,3 εκατ. ευρώ, έναντι 88 εκατ. ευρώ το ίδιο διάστημα το 2020, σημειώνοντας αύξηση 27%, λειτουργικά κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) 17 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 147% περίπου (πέρυσι ήταν 6,9 εκατ. ευρώ), ενώ το 2020 ο κύκλος εργασιών ανήλθε στα 196,87 εκατ. ευρώ, έναντι 197,27 εκατ. ευρώ το 2019. Ο Όμιλος της Βιοϊατρικής για το 2020 δήλωσε κύκλο εργασιών 163 εκατ. ευρώ έναντι 133,4 εκατ. ευρώ κατά την προηγούμενη χρήση.

Οι μεσαίοι παίκτες της αγοράς πάντως εκτιμούν ότι στην ουσία βγαίνουν χαμένοι μέχρι στιγμής από την πανδημία. «Μετά το 2019 υπήρχε μια μείωση, διότι υπήρχε μείωση κατά 80% των χειρουργείων. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, υπάρχει μείωση με κυβερνητική απόφαση όλων των χειρουργείων που πραγματοποιούνται κατά 80%, όχι μόνο στον δημόσιο αλλά και στον ιδιωτικό τομέα. Οπότε αυτό επιφέρει μια μείωση και στους τζίρους, τον κύκλο εργασιών», υπογραμμίζει ο πρόεδρος Πανελλήνιας Ένωσης Ιδιωτικών Κλινικών. Δεν υπάρχουν όμως ακόμη, όπως λέει, συγκεκριμένα στοιχεία, διαθέσιμα προς δημοσίευση. «Πιστεύω πως, ξεπερνώντας πλέον το πρόβλημα του κορονοϊού, θα επανέλθουμε στην πρότερη κατάσταση, σε μία προ της διετίας της πανδημίας κανονικότητα. Ένα κυρίαρχο πρόβλημα όμως είναι το clawback, το οποίο ξεκίνησε σαν ένα μνημονιακό μέτρο το 2013 και συνεχίζεται μέχρι το 2025 και το οποίο είναι της τάξεως του 50% τουλάχιστον. Εφόσον ψηφίστηκε ο νόμος, δεν μπορεί να καταργηθεί μέχρι το 2025, αλλά θα πρέπει να μειωθεί δραστικά, ώστε να μπορέσουμε να συνεχίσουμε τη λειτουργία μας χωρίς προβλήματα», καταλήγει ο Γρηγόρης Σαραφιανός.

 

 

«Συνθήκες ταμειακής ασφυξίας στα διαγνωστικά κέντρα»

Δύσκολη και με πολλές ανακατατάξεις χαρακτηρίζουν την περίοδο της πανδημίας και οι εκπρόσωποι του κλάδου των Διαγνωστικών Κέντρων. «Τα αυξημένα υγειονομικά πρωτόκολλα προκάλεσαν αφενός ένα πολύ μεγάλο κόστος, με το οποίο επιβαρύνθηκαν τα ίδια τα διαγνωστικά κέντρα, αφετέρου δημιούργησαν δυσκολίες στην εξυπηρέτηση των ασθενών, με αποτέλεσμα να εξυπηρετούνται λιγότεροι ασθενείς και υπό πιο αυστηρές συνθήκες», τονίζει μιλώντας στην ΟΕ ο Ευάγγελος Κατσίκης, νομικός και αντιπρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Ιατρικών Διαγνωστικών Κέντρων.

Ευάγγελος Κατσίκης, νομικός-αντιπρόεδρος Πανελληνίου Συνδέσμου Ιατρικών Διαγνωστικών Κέντρων

Αμφισβητεί μάλιστα τα αποτελέσματα της έρευνας για θετική πορεία την 4ετία 2016-2019. «Τα στοιχεία της ICAP δεν είναι απόλυτα ακριβή. Η έρευνα αντλεί τα στοιχεία κυρίως από δημοσιευμένους ισολογισμούς, πλην όμως τα περισσότερα διαγνωστικά κέντρα δεν περιλαμβάνονται στη λίστα της ICAP, με αποτέλεσμα να μην είναι η ακριβής εικόνα όλου του κλάδου. Το 2019 είχε σημειωθεί μια αύξηση των υποβολών, είχε αρχίσει να σταθεροποιείται η αγορά, μετά το σοκ των μέτρων προσαρμογής της δημοσιονομικής κρίσης. Όμως το 2019, όπως και το 2020, επιβλήθηκε ένα τεράστιο clawback, το οποίο έφτασε στο 35-37%. Αν συνυπολογίσετε ένα rebate, το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνει και το 45%, αντιλαμβάνεστε ότι επί της ουσίας τα έσοδα ήταν πολύ περιορισμένα. Ταυτόχρονα, άλλαξε το σύστημα με το οποίο ο ΕΟΠΥΥ εισπράττει το clawback, κάτι το οποίο δημιούργησε συνθήκες ταμειακής ασφυξίας, διότι έπεσαν πολλές χρονιές μαζί για προείσπραξη και γι’ αυτό η κυβέρνηση αποφάσισε να ρυθμίσει αυτές τις οφειλές με 120 δόσεις, γιατί αλλιώς θα έκλειναν τα περισσότερα κέντρα και δεν θα μπορούσαν να αντεπεξέλθουν ταμειακά. Αυτό το πρόβλημα είναι και για την τρέχουσα περίοδο, γιατί από το Σεπτέμβριο του 2020 ο ΕΟΠΥΥ προεισπράττει το clawback του τρέχοντος έτους, με αποτέλεσμα, εάν συνυπολογιστούν οι οφειλές παλαιοτέρων ετών μαζί με την προείσπραξη του τρέχοντος, το έσοδο από το οποίο πρέπει να εξυπηρετηθούν οι λειτουργικές ανάγκες του κάθε κέντρου είναι πολύ μικρό», εξηγεί ο Ευάγγελος Κατσίκης.

 

«Στη σωστή κατεύθυνση οι δεσμεύσεις Πλεύρη»

«Οι ιδιώτες έχουν αναγκαστεί να αναλάβουν ένα πολύ μεγάλο μέρος της δουλειάς, διότι οι δημόσιες δομές έχουν μετατραπεί σχεδόν αποκλειστικά σε δομές Covid-19, με αποτέλεσμα όλο το υπόλοιπο έργο, το οποίο είναι πολύ μεγάλο ανά τη χώρα, να έχει μεταφερθεί στον ιδιωτικό τομέα. Ο ίδιος ο ΕΟΠΥΥ εκτίμησε για το 2020 την αύξηση από τη μεταφορά του έργου στα 28 εκατ. ευρώ. Εν τέλει, η αύξηση για το 2020 ήταν 13 εκατ. ευρώ. Αντιλαμβάνεστε ότι ο ιδιωτικός τομέας όχι μόνο δεν επωφελήθηκε από την πανδημία, αλλά επί της ουσίας κάλυψε μέρος της δαπάνης περίθαλψης των πολιτών.

Φέτος αυξήθηκε για πρώτη φορά ο προϋπολογισμός σημαντικά, ώστε να έρχεται πιο κοντά στις πραγματικές ανάγκες της χώρας, διότι μέχρι τώρα ήταν εντελώς πλασματικό το ποσό. Η δέσμευση του υπουργού Υγείας Θάνου Πλεύρη ότι θα τροποποιηθεί το σύστημα με το οποίο υπολογίζονται τα ποσά επιστροφών και τα μέτρα περιορισμού των δαπανών του ΕΟΠΥΥ είναι προς τη σωστή κατεύθυνση και πρέπει να ληφθούν πολύ σοβαρά μέτρα, διότι υπό το σημερινό πλαίσιο το σύστημα για τον ιδιωτικό τομέα πιθανότατα θα κατέρρεε μετά από 2-3 χρόνια. Εφόσον όλα αυτά υλοποιηθούν, πιστεύουμε ότι θα επανέλθει μια ισορροπία στην αγορά, η οποία είναι προς όφελος των ασθενών, διότι εν τέλει λαμβάνουν ποιοτικότερες υπηρεσίες χωρίς δική τους επιβάρυνση και του δημόσιου συστήματος. Έτσι, το σύστημα θα μπορεί να εξυπηρετεί καλύτερα τα περιστατικά για τα οποία είναι σχεδιασμένο, δηλαδή όχι την πρωτοβάθμια περίθαλψη», καταλήγει ο αντιπρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Ιατρικών Διαγνωστικών Κέντρων.