Πώς οι γίγαντες των πρώτων υλών επιχειρούν να προωθήσουν την ενεργειακή μετάβαση

Στα μέσα Φεβρουαρίου, η Ρωσία φαινόταν να βρίσκεται στην καμπή μιας επανάστασης – με διαφορετική κόκκινη απόχρωση: ο ολιγάρχης Αλίσερ Ουσμάνοφ προχωρούσε στην ανάπτυξη των μεταλλείων χαλκού Udokan στη Σιβηρία, εγχείρημα που απαιτούσε να απομακρυνθεί ολόκληρη η κορυφή ενός βουνού. Στην τούνδρα του Αρκτικού Κύκλου πάλι, η μεταλλευτική KAZ Minerals είχε συγκεντρώσει αρκετά κεφάλαια προκειμένου να χτίσει την αντίπαλη Baimskaya, ένα ορυχείο τόσο μεγάλο ώστε να χρειάζεται δικό του λιμάνι, παγοθραυστικό και πλωτό πυρηνικό σταθμό. Επί χρόνια, αμφότερα τα σχέδια είχαν παγώσει λόγω του πελώριου κόστους τους. Όμως οι προσδοκίες για απογείωση της ζήτησης χαλκού –ενός μετάλλου που χρησιμοποιείται σε σειρά προϊόντων, από τα ενεργειακά δίκτυα μέχρι τις τουρμπίνες– είχε τόσο αυξήσει τις τιμές του μετάλλου ώστε τα ορυχεία να είναι πλέον βιώσιμα. Οι τιμές του χαλκού μπορεί να ανεβαίνουν, όμως αυτά τα επενδυτικά σχέδια αντιμετώπισαν προβλήματα. Οι γνώστες του τομέα εξηγούν ότι βρίσκονται αντιμέτωπα με έλλειψη εισαγόμενου εξοπλισμού ζωτικής σημασίας που έχει μπλοκαριστεί από τη Δύση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ενώ παράλληλα υπάρχει και έλλειψη των κεφαλαίων που ανέμεναν από τις ρωσικές τράπεζες, καθώς αυτές βρίσκονται σε μαύρη λίστα.

Αλλά και ο ίδιος ο Αλ. Ουσμάνοφ βρίσκεται υπό καθεστώς κυρώσεων. Εκπρόσωπος της Udokan εξηγεί: «Κάνουμε ό,τι μπορούμε προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνέχιση της λειτουργίας μας». Πλην όμως, ακόμη κι αν το ορυχείο χαλκού αρχίσει την παραγωγή εντός του έτους –όπως είναι προγραμματισμένο– δεν είναι καθόλου σαφές ποιος θα την αγοράζει. Οι ξένοι, συμπεριλαμβανομένων των Κινέζων, αποφεύγουν τη ρωσική παραγωγή. Καθώς δε ο κόσμος απομακρύνεται από τα ρυπαντικά καύσιμα, είναι αναγκασμένος να μετακινηθεί προς καθαρότερες πηγές ενέργειας. Οι επίσημες προβλέψεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας/ΙΕΑ μιλούν για 70% της ηλεκτροπαραγωγής από ανεμογεννήτριες και ηλιακούς συλλέκτες μέχρι το έτος 2050 (σε σύγκριση με μόλις 9% το 2020), στο μέτρο βέβαια που ο κόσμος πάρει τη διαδρομή που θα οδηγήσει σε ουδετερότητα άνθρακα μέχρι το 2050. Αυτό μεταφράζεται σε πελώρια ζήτηση των μετάλλων εκείνων που έχουν ζωτική σημασία για τεχνολογίες που ενσωματώνονται σε πλήθος προϊόντων, από τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα μέχρι τις εγκαταστάσεις ανανεώσιμων: κοβάλτιο, νικέλιο, χαλκός. Η πρόβλεψη της ΙΕΑ είναι για 7πλασιασμό του μεγέθους της αγοράς για παρόμοια «πράσινα» μέταλλα, σε ορίζοντα μόλις 2030. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα αποθέματα των ορυκτών καυσίμων, αυτού του είδους οι πρώτες ύλες βρίσκονται άνισα κατανεμημένες διεθνώς (βλέπε Διάγραμμα 1). Ορισμένες χώρες στερούνται εντελώς αυτών των πρώτων υλών, άλλες διαθέτουν πελώρια αποθέματα.

Αυτή η ορμητική στροφή προς τα μέταλλα δεν θα είναι τόσο μεγάλη όσο η εκρηκτική άνοδος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπάρχουν όμως στοιχεία που φέρνουν και ηχώ του παρελθόντος […]. Αυτή τη φορά, η μετάβαση θα φέρει έκτακτα κέρδη σε χώρες που θα τις αποκαλούσε κανείς «υπερδυνάμεις των πράσινων πρώτων υλών». Υπολογίζουμε ότι οι χώρες αυτής της ομάδας, πολλές από τις οποίες είναι φτωχές ή/και έχουν αυταρχικά καθεστώτα, θα μπορούσαν –σε ορίζοντα 2040– να ενθυλακώνουν πάνω από 1,2 τρισ. δολαρίων ετησίως από μέταλλα που σχετίζονται με την ενέργεια. Πλην όμως, μαζί με την ευκαιρία έρχονται και προβλήματα. Όπως δείχνουν τα προβληματικά επενδυτικά σχέδια στη Ρωσία, σημαντικές επενδύσεις μπορεί να πέσουν θύματα τοπικών συνθηκών, καθώς και της γεωπολιτικής. Τα πελώρια έσοδα μπορούν επίσης να διαβρώσουν τις εγχώριες αγορές ή και τους πολιτικούς θεσμούς: αυταρχικοί ηγέτες που θα έχουν πλουτίσει από τα ηλεκτροδολάρια μπορεί να προκαλέσουν αναταραχή πέρα από τα σύνορα των χωρών τους.

Η πράσινη αυτή περίοδος ανάπτυξης δεν θα είναι ένας ακόμη «οικονομικός υπερ-κύκλος», όπως χαρακτηρίζονται οι παρατεταμένες περίοδοι υψηλών τιμών των πρώτων υλών. Τον τελευταίο τέτοιο κύκλο είχε τροφοδοτήσει η ταχεία αστικοποίηση και εκβιομηχάνιση της Κίνας. Το αθροιστικό ΑΕΠ Ρωσίας και Βραζιλίας (δύο χωρών πλούσιων σε φυσικούς πόρους) αυξήθηκε κατά 2/3 μεταξύ 2000 και 2014. Πλην όμως, αυτό το ανοδικό κύμα οφειλόταν μόνον στην Κίνα […].

Ο αριθμός των μεγάλων παραγωγών πρώτων υλών που σχετίζονται με την ενέργεια σημειώνει μείωση διαχρονικά: 48 απ’ αυτούς πρόκειται να εισπράξουν έσοδα από πωλήσεις άνω του 5% του ΑΕΠ τους, έναντι 58 που ήταν το 2021 (βλέπε Διάγραμμα 2).

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις επενδύσεις σ’ αυτές τις πρώτες ύλες προέρχεται από την πολιτική. Η μανία με τα μεταλλεύματα μπορεί να κάνει πλούσιες ορισμένες φτωχές οικονομίες – μέσα σε μια νύχτα. Η ιστορία της περιόδου ταχείας ανάπτυξης των αγορών πρώτων υλών δείχνει όμως ότι η ευλογία από τέτοιου είδους πόρους μπορεί να γίνει και κατάρα, πράγμα που στη συνέχεια μπορεί να αποθαρρύνει τις επενδύσεις. Οι τιμές μπορεί να μην αποδειχθούν αρκετά υψηλές: ο Ιβάν Γκλάσενμπεργκ, επικεφαλής της Glencore το 2021, εξηγούσε ότι ο χαλκός μπορεί να χρειαστεί να φθάσει τα 15.000 δολάρια/τόνο (σε σχέση με το τωρινό επίπεδο-ρεκόρ των 10.000 δολαρίων), αν είναι να λειτουργήσει αληθινά ως κίνητρο για τη δημιουργία νέας προσφοράς. Όσο όμως ανεβαίνουν οι τιμές τόσο διακινδυνεύουν να συμπιέσουν τη ζήτηση, ή πάλι να φέρουν απρόβλεπτες πολιτικές εξελίξεις σε τοπικό επίπεδο. Και στις δύο περιπτώσεις, μπορεί η πορεία των επενδύσεων να ανακοπεί. Πολλοί επίδοξοι «πράσινοι γίγαντες» γνωρίζουν ότι μπορούν να βοηθήσουν ώστε να προληφθεί η κλιματική καταστροφή. Προκειμένου όμως να το πετύχουν, θα χρειαστεί να προσπεράσουν τις κατάρες του κλάδου των πρώτων υλών.