Ο επόμενος τσάρος της κινεζικής οικονομίας;

Τον Απρίλιο του 2019, οι Αμερικανοί θεωρούσαν ότι πλησίαζαν στον τερματισμό του εμπορικού πολέμου που είχαν με την Κίνα. Είχαν στα χέρια τους ένα σχέδιο συμφωνίας που θα υποχρέωνε την Κίνα, μεταξύ άλλων, να ενισχύσει την προστασία που παρείχε στην πνευματική ιδιοκτησία και να αυξήσει τις εκ μέρους της αγορές αμερικανικών γεωργικών προϊόντων. Είχαν δε τη βεβαιότητα ότι ο διαπραγματευτής της απέναντι πλευράς (ο «ειδικός απεσταλμένος» της Κίνας Λιου Χε) θα ανταποκρινόταν. Με λαμπρή γνώση αγγλικών, με σπουδές στο Χάρβαρντ και προσηλωμένος στις μεταρρυθμίσεις, ήταν «ειλικρινά, ένας από τους πιο αξιοσέβαστους ανθρώπους, οπουδήποτε κι αν κοιτάξει κανείς στη Γη», σύμφωνα με τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.

Όμως οι Αμερικανοί είχαν υπερτιμήσει την επιρροή του Λιου Χε, όπως εξηγείται στο βιβλίο «Η αντιπαράθεση των υπερδυνάμεων» των Bob Davis και Lingling Wei. «Το γεγονός και μόνο ότι ο Λιου δεν είχε πει όχι στις αμερικανικές προτάσεις δεν σημαίνει και ότι το Πεκίνο είχε πει ναι». Όταν το Πολίτμπιρο της Κεντρικής Επιτροπής (κύριο όργανο λήψεως αποφάσεων του ΚΚΚίνας) απέρριψε το σχέδιο συμφωνίας, οι Αμερικανοί εξεπλάγησαν.

Το επεισόδιο αυτό καταδεικνύει τα ισχυρά και τα αδύναμα σημεία του «τσάρου της κινεζικής οικονομίας», όπως είναι γνωστός ο Λιου, ο οποίος λογικά αποχωρεί από τη θέση του στο Πολίτμπιρο στο Συνέδριο του Κόμματος. Ως ένας από τους τέσσερις αναπληρωτές πρωθυπουργούς της Κίνας, είχε κεντρικό ρόλο και στα δύο σώματα που έχει διαμορφώσει ο κυβερνήτης της Κίνας Σι Τζινπίνγκ προκειμένου να ισχυροποιήσει τον δικό του έλεγχο στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής: την Κεντρική Επιτροπή Συνεκτικής Εμβάθυνσης των Μεταρρυθμίσεων και την Κεντρική Επιτροπή Χρηματοπιστωτικών και Οικονομικών Θεμάτων/CFEAC. Ο Λιου Χε τυγχάνει σεβασμού από τους οικονομολόγους, είχε αποκαταστήσει «σχέση εμπιστοσύνης» με τους Αμερικανούς ομολόγους του και αναφέρεται ότι γνωριζόταν με τον νυν πρόεδρο Σι από τα παιδικά τους χρόνια (και οι δυο μεγάλωσαν στο Πεκίνο, ως προνομιούχα παιδιά κομματικών αξιωματούχων). Δύσκολα θα φανταζόταν κανείς οποιονδήποτε υπεύθυνο της κινεζικής οικονομικής πολιτικής να διαθέτει καλύτερο συνδυασμό ιδιοτήτων. Η αποχώρησή του από το προσκήνιο θα αποτελέσει συνεπώς πλήγμα.

Ποιος όμως θα είναι ο διάδοχός του; Αν μπορούσε να διαλέξει ο ίδιος, θα ήταν ο Χαν Βενζιού, που λειτουργεί ως βοηθός του στο CFEAC. Πρόκειται για διδάκτορα χρηματοοικονομικών, ο οποίος έχει περάσει έναν χρόνο σπουδών στην Οξφόρδη. Έχει προσπαθήσει να καταλαγιάσει τους φόβους για την εκ μέρους του προέδρου Σι στόχευση της «από κοινού ευημερίας» (που δεν σημαίνει «να σκοτώσουμε τους πλουσίους για να βοηθήσουμε τους φτωχούς») και της παραδοσιακής αυτοδυναμίας (που δεν αποτελεί «επιστροφή στην παραδοσιακή αυτάρκεια»).

Το 2014 είχε γράψει αφυπνιστικό άρθρο που διέκρινε ανάμεσα στην παραγωγική ροή προϊόντων στην Κίνα και το συσσωρευμένο απόθεμα πλούτου. Άμα μια γέφυρα χτιστεί, γκρεμιστεί και ξαναχτιστεί, τότε συμβάλλει τρεις φορές στην παραγωγή ΑΕΠ, σημείωνε, πλην όμως συμβάλλει μία μόνο φορά στον πλούτο της χώρας. «Το φαινόμενο αυτό δεν είναι σπάνιο στη χώρα μας». Έδινε το παράδειγμα της Γέφυρας του Ουράνιου Τόξου στο Σινγιάνγκ, που κατέρρευσε τρία μόλις χρόνια μετά τη δημιουργία της. Η Κίνα διαθέτει ιστορία 5.000 ετών, πλην όμως λίγα κτήρια ηλικίας άνω των 50 ετών, σημείωνε.

Ο Χαν Βενζιού είχε κάποτε γράψει ένα βιβλίο από κοινού με τον Γκουό Σουτσίνγκ – τον δυναμικότερο διεκδικητή του ρόλου του επικεφαλής των οικονομικών θεμάτων. Έχοντας προϋπηρεσία στην επαρχία κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης, έκανε το διδακτορικό του στην Κινεζική Ακαδημία Κοινωνικών Επιστημών, ενώ εν συνεχεία είχε κι αυτός την ευκαιρία ενός χρόνου στην Οξφόρδη. Έχει στο ενεργητικό του πάνω από 300 ερευνητικές εργασίες και δοκίμια. Πολλά απ’ αυτά είχαν παρουσιαστεί και σχολιασθεί από τον αρχικό τσάρο της κινεζικής οικονομίας, τον Τσου Ρονγί, ο οποίος είχε αναλάβει αναπληρωτής πρωθυπουργός για τα οικονομικά θέματα το 1991.

Το 2004, ο Γκουό Σουτσίνγκ είχε διατυπώσει την κριτική ότι «η άμεση κυβερνητική παρέμβαση» βλάπτει την κινεζική οικονομία. Οι επενδυτικές αποφάσεις «είναι αποσυσχετισμένες από την πραγματικότητα της αγοράς», τα κόστη δεν λειτουργούν ως περιοριστικοί παράγοντες, «το ρίσκο δεν βαρύνει κανέναν και δεν μπορεί να αναχθεί σε οποιονδήποτε». Πολλές από αυτές τις ανησυχίες συνέχισαν να τον απασχολούν αργότερα, στους ρόλους που είχε ως ρυθμιστής του χρηματοπιστωτικού τομέα. Το 2021 είχε προειδοποιήσει ότι η αγορά ακινήτων αποτελούσε «γκρίζο ρινόκερο» – δηλαδή έναν μεγάλο, προφανή αλλ’ αγνοημένο κίνδυνο. Είχε δίκιο.

Σε αντίθεση με άλλους διεκδικητές του κεντρικού ρόλου στη διαχείριση της οικονομίας, πρόκειται για άνθρωπο της δράσης και της σκέψης ταυτόχρονα. Υπήρξε κυβερνήτης της επαρχίας Σαντόνγκ, καθώς και πρόεδρος της China Construction Bank, γιγαντιαίου τραπεζικού ιδρύματος στο οποίο προσπάθησε να εισαγάγει «πελατοκεντρική» προσέγγιση.

Πάντως, ο πιθανότερος διάδοχος του Λιου Χε είναι ο Χε Λιφένγκ, γνωστότερος για την παρουσία του στο πλευρό του προέδρου Σι. Επικεφαλής του φορέα προγραμματισμού της Κίνας, πέρασε τα φοιτητικά του χρόνια στο Πανεπιστήμιο Σιαμέν της επαρχίας Φουζιάν – όπου ο νυν πρόεδρος Σι πέρασε 17 χρόνια της καριέρας του. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal είχε ξεναγήσει τον μέλλοντα πρόεδρο στη Σιαμέν και τον είχε φιλοξενήσει. Παραβρέθηκε επίσης στον δεύτερο γάμο του Σι. Ως τοπικός αξιωματούχος, ο Χε Λιφένγκ είχε την ευκαιρία να κατεδαφίσει πολλά κτήρια, με αποτέλεσμα να συμβάλει στο ΑΕΠ – αν και όχι στον εθνικό πλούτο.

Έχει εποπτικό ρόλο στην Πρωτοβουλία Belt and Road του προέδρου Σι, δηλαδή το εγχείρημα δημιουργίας υποδομών και εμπορικών δρόμων ανά την υφήλιο. Νωρίτερα (το 2002) είχε γράψει βιβλίο με θέμα την είσοδο της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Εκεί, προειδοποιούσε ότι οι μη σοσιαλιστικές δυνάμεις θα χρησιμοποιούσαν τον ΠΟΕ, καθώς και το διαδίκτυο, προκειμένου να διαδώσουν στην Κίνα τις Δυτικές αξίες και πνευματικό «όπιο». Επίσης, η συμμετοχή στον ΠΟΕ θα άνοιγε την πόρτα σε πολυεθνικές εταιρείες που θα αναδεικνύονταν ανθεκτικές στην επιρροή του Κόμματος. Οι φόβοι αυτοί του Χε τον διαφοροποιούν από τους πιο κοσμοπολίτες οικονομολόγους. Αλλά και ο πρόεδρος Σι έχει μια τάση να θεωρεί ότι οι Δυτικές πιέσεις προς την Κίνα για μεταρρυθμίσεις δεν οδηγούν σε ενίσχυση της οικονομίας, αλλά σε άμβλυνση του ελέγχου του Κόμματος.

Πάντως, όποιος κι αν αναλάβει ως νέος «τσάρος της οικονομίας», θα χρειαστεί να παλέψει για να ανταποκριθεί στον τίτλο. Θα έχει τόση δύναμη όση θα θελήσει ο πρόεδρος Σι. Ακόμη και ο ιδιαίτερα ισχυρός Τσου Ρονγί δεν συμπαθούσε τον όρο. Το 1994 εξηγούσε σε ξένο δημοσιογράφο ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται συλλογικά. Αν οι δικές του απόψεις για την οικονομία είχαν βάρος, αυτό οφειλόταν στο ότι αφιέρωνε την περισσότερη δραστηριότητά του στην οικονομία – και στο ότι «δεν είχε κάνει κανένα μεγάλο λάθος». Σήμερα στην Κίνα υπάρχει ένας και μόνον τσάρος. Και τίποτε δεν βρίσκεται έξω από τη ματιά του – σίγουρα όχι τα οικονομικά θέματα.