Παρά τις προσπάθειες του Ντόναλντ Τραμπ, οι ΗΠΑ και η δημοκρατία της ενισχύθηκαν

Ας φαντασθούμε τι θα γινόταν αν η πρόγνωση του Νώε για τον κατακλυσμό που θα έφερνε το τέλος της ανθρωπότητας κατέληγε σε μια απλή βροχή. Μ’ αυτή την κατάσταση, περίπου, βρέθηκαν αντιμέτωποι οι Ρεπουμπλικανοί που ανέμεναν βιβλικού επιπέδου καταδίκη του προέδρου Μπάιντεν από τις κάλπες των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών/midterms. Μολονότι υπήρξε σαφής εκδήλωση δυσαρέσκειας έναντι του Τζο Μπάιντεν και του πληθωριστικού φαινομένου, οι Ρεπουμπλικανοί είχαν χαλαρή μόνο επιτυχία στις κάλπες.

Το ουσιαστικότερο αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών του 2022 –τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για τη Δύση– είναι ότι ο Ντόναλντ Τραμπ και η δική του εκδοχή άσκησης της πολιτικής βρέθηκαν σε υποχώρηση. Αυτό θα απογοητεύσει όλους εκείνους που αναζητούν σημάδια αμερικανικής παρακμής – ανάμεσά τους οι αυταρχικοί ηγέτες σε Μόσχα και Πεκίνο.

Δεν υπάρχουν πλέον στην αμερικανική πολιτική εκρηκτικές αλλαγές. Όταν ένα κόμμα διατείνεται ότι –με βάση μια υπεροχή λίγων χιλιάδων ψήφων σε μια χώρα 330 εκατομμυρίων– του ανήκουν οι ΗΠΑ, καλό είναι να είναι κανείς επιφυλακτικός και να αποφεύγει τις υπερβολικές ερμηνείες των αποτελεσμάτων. Το κόμμα του εκάστοτε προέδρου σχεδόν πάντα χάνει έδρες στο Κογκρέσο στις ενδιάμεσες εκλογές. Από το τέλος του Αμερικανικού Εμφυλίου (το 1865) και έως τώρα μόνον τρεις φορές διαψεύσθηκε αυτή η αρχή. Οι ψηφοφόροι δείχνουν να προτιμούν να διατηρείται διαίρεση στα σώματα διακυβέρνησης· πάντως αυτό κυριάρχησε στην Ουάσινγκτον από τη δεκαετία του 1970. Τιμωρούν όποιο κόμμα συμβεί να κατέχει και πλειοψηφία στα δύο σώματα του Κογκρέσου και την προεδρία: Το έζησε αυτό ο Μπαράκ Ομπάμα το 2010, ο Ντόναλντ Τραμπ το 2018 – κι αυτό όφειλαν να αναμένουν οι άνθρωποι του Τζο Μπάιντεν φέτος. Στην εποχή μας, κανένα από τα δύο κόμματα δεν έχει τη δυνατότητα να διατηρεί κυρίαρχη πλειοψηφία, του τύπου εκείνης που παλιότερα επέτρεπε να προωθούνται μείζονα νομοθετικά προγράμματα στην Ουάσινγκτον.

Για τους Δημοκρατικούς, αυτό έχει πολλές ερμηνείες. Δύσκολα μπορεί κανείς να καυχηθεί για τις αυξημένες δαπάνες του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού όταν πολλοί ψηφοφόροι υποψιάζονται ότι οι Δημοκρατικοί ευθύνονται εν μέρει για την άνοδο του πληθωρισμού πάνω από το 8%. Επίσης, το Δημοκρατικό Κόμμα δείχνει να παραμένει αμήχανο σχετικά με το τι θα πρέπει να προτείνει για την εγκληματικότητα ή τη μετανάστευση […].

Όμως και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δεν δείχνει να έχει καλύτερες ιδέες για το πώς θα έπρεπε να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα των ΗΠΑ – ενώ πολλές ιδέες του θα μπορούσαν να φέρουν επιδείνωση. Οι εκλεγμένοι Ρεπουμπλικανοί απογοήτευσαν, έτσι που δεν αποστασιοποιήθηκαν από τους ισχυρισμούς Τραμπ για τις εκλογές του 2020. Έτσι, όμως, στέρησαν από το κόμμα τους την ευκαιρία να αναστοχασθεί και να ανοικοδομηθεί μετά την ήττα του – πράγμα που κανονικά πράττουν τα κόμματα. Τυπικά, ο Ντόναλντ Τραμπ παραμένει ηγέτης των Ρεπουμπλικανών: Διατηρεί κυριαρχία στην παλαβή πτέρυγα του κόμματος. Μετά όμως τις εκλογές του Νοεμβρίου, δείχνει να είναι πιο ευάλωτος σε σύγκριση με οποιαδήποτε στιγμή μετά την 6η Ιανουαρίου 2021 – τότε που πολλοί Αμερικανοί αισθάνθηκαν ότι το είχε παρατραβήξει. Αυτό, με τη σειρά του, ανοίγει κάποιες ευκαιρίες. Ο Ντ. Τραμπ κερδίζει διαλύοντας. Πολλοί ψηφοφόροι αναζητούν έναν μαχητή. Όμως, μετά τις ενδιάμεσες εκλογές υπάρχει η υποψία ότι πρόκειται απλώς για έναν χαμένο που δεν αναγνωρίζει την ήττα […] καθώς οι υποψήφιοι που επέλεξε να στηρίξει αποδείχθηκε ότι μπορούν να ηττώνται.

Πού άφησαν όλα αυτά τη χώρα; Για τα δύο χρόνια που έρχονται, δυστυχώς, το Κογκρέσο πιθανότατα θα αναλωθεί σε θεατρικές αντιπαραθέσεις για τη χρηματοδότηση της κυβέρνησης και σε άχρηστες έρευνες για τις επιχειρηματικές συναλλαγές του Χάντερ Μπάιντεν, γιου του προέδρου. Με δεδομένη μια τέτοια στείρα προοπτική, θα ήταν προς το συμφέρον και των ΗΠΑ και του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος να αφήσουν πίσω τον Τραμπ και να δουν προς το μέλλον. Πλην όμως –ενδεχομένως αυτό είναι παράδοξο, με δεδομένη την πειστική του επίδοση στις ενδιάμεσες εκλογές– υπάρχουν αμφιβολίες και για το αν ο Τζο Μπάιντεν θα έπρεπε να είναι, κι αυτός, υποψήφιος των Δημοκρατικών το 2024. Η διακυβέρνησή του πήγε πολλά πράγματα στραβά – όπως κάθε προεδρία άλλωστε. Αλλά με τον εξοπλισμό της Ουκρανίας και με την πρόβλεψη δραστικών πολιτικών για τη μείωση των εκπομπών άνθρακα, πήγε σε δύο σημαντικά θέματα σωστά. Τώρα, για το καλό του κόμματός του και της χώρας, ο Τζο Μπάιντεν μπορεί να ξανασκεφθεί τι θα κάνει στην επόμενη φάση.

Το να αποχωρεί κανείς από την εξουσία αποτελεί ευγενή παράδοση της αμερικανικής πολιτικής. Αν την ακολουθήσει, ο Τζο Μπάιντεν θα μπορούσε να στερήσει από τον Ντόναλντ Τραμπ τη ρεβάνς για το 2020 (την οποία ο δεύτερος τόσο επιδιώκει). Με τα έως τώρα επιτεύγματά του και τη σχετική επιτυχία του κόμματός του στις ενδιάμεσες εκλογές, ο Τζο Μπάιντεν έχει την ευκαιρία να φύγει με τους δικούς του όρους. Θα πρέπει να την αδράξει.

Πώς ο Τζο Μπάιντεν επιχείρησε τη μεγαλύτερη μεταμόρφωση της αμερικανικής οικονομίας σε μία γενιά

Ήταν μια χιονισμένη μέρα του περασμένου Ιανουαρίου, όταν ο Τζο Μπάιντεν ήταν προγραμματισμένο να επισκεφθεί το Πίτσμπουργκ προκειμένου να εκφωνήσει ομιλία για τα σχέδια αναβάθμισης των υποδομών στις ΗΠΑ. Λίγες μόνο ώρες προτού καταφθάσει, μια γέφυρα της πόλης κατέρρευσε: Πέντε αυτοκίνητα και ένα λεωφορείο έπεσαν στη χαράδρα πάνω από την οποία περνούσε η γέφυρα – ευτυχώς, χωρίς νεκρούς.

Στις 20 Οκτωβρίου ο Τζο Μπάιντεν επανήλθε στη σκηνή του ατυχήματος. Υπό κανονικές συνθήκες, η επισκευή της γέφυρας θα χρειαζόταν τουλάχιστον 2 χρόνια. Χάρη όμως –εν μέρει– στο επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 1,2 τρισ. δολαρίων για επενδύσεις υποδομών που νομοθετήθηκε από την κυβέρνηση Μπάιντεν, η γέφυρα θα μπορέσει να επιστρέψει στην κυκλοφορία μέχρι τα Χριστούγεννα. «Ξοδέψαμε πολύ χρόνο εξηγώντας πώς θα χτίσουμε την καλύτερη οικονομία στον κόσμο», είπε ο Τζο Μπάιντεν. «Δεν το κάναμε, τώρα όμως επιτέλους φθάνουμε στον στόχο μας. Τα καταφέρνουμε».

Την άποψη αυτή με τίποτε δεν τη συμμερίζεται η αμερικανική κοινή γνώμη. Όσο πλησίαζαν οι ενδιάμεσες εκλογές, οι αρνητικές απόψεις για την κατάσταση της οικονομίας έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στο να μετακινηθεί ο έλεγχος του αμερικανικού Κογκρέσου από τα χέρια των Δημοκρατικών σε εκείνα των Ρεπουμπλικανών. Οι προεκλογικές δημοσκοπήσεις το έδειχναν σταθερά: Η οικονομία αποτελούσε την πρώτιστη μέριμνα των ψηφοφόρων. Η πρόσφατη ανάφλεξη του πληθωρισμού, η Bidenflation, όπως τη βάφτισαν κάποια προεκλογικά σποτάκια, δεν δείχνει κανένα δείγμα υποχώρησης (βλέπε Διάγραμμα 1). Εν τω μεταξύ, πολλά από τα κομμάτια του σχεδιασμού Μπάιντεν καθυστέρησαν: Οι υποσχέσεις για γενικευμένη μέριμνα για τα παιδιά προ παιδικού σταθμού, για ουσιαστικότερα οικογενειακά επιδόματα και για αναβάθμιση του συστήματος υγείας, όλα έχουν σταματήσει λόγω εμπλοκών στη νομοθετική διαδικασία από το Κογκρέσο.

Δεν είναι λοιπόν δύσκολο να συμπεράνει κανείς ότι οι πρώτοι 20 μήνες Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο, όσον αφορά την οικονομία, υπήρξαν στην καλύτερη περίπτωση μια χαμένη ευκαιρία, στη δε χειρότερη μια αποτυχία. Μια τέτοια απόφανση, όμως, θα σήμαινε ότι παραβλέπονται τρία μείζονα νομοθετήματα που ψηφίστηκαν: η νομοθεσία περί υποδομών (ύψους 1,2 τρισ. δολαρίων), ο νόμος περί ημιαγωγών και τεχνολογίας (ύψους 280 δισ.) και το πακέτο για το περιβάλλον (390 δισ.).

Και τα τρία αυτά νομοθετήματα προωθήθηκαν ως πρωτοβουλίες δημοσίων δαπανών, και τούτο επειδή –μέχρις ενός σημείου– οι σκληρές κομματικές αντιπαραθέσεις απέκλειαν να περάσει οποιαδήποτε άλλη νομοθετική πρωτοβουλία από το Κογκρέσο. Όμως, οι προθέσεις που κρύβονται πίσω απ’ αυτά τα νομοθετήματα είναι ευρύτατες: να τονωθεί η αμερικανική βιομηχανία, να ενισχυθεί η μεσαία τάξη και να πρασινίσει σοβαρότερα η αμερικανική οικονομία. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό το σύνολο στόχων, οι εν λόγω νόμοι επιδιώκουν την αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου των ΗΠΑ – και τούτο, με το να αποδοθεί στο Δημόσιο κομβικός ρόλος στην κατεύθυνση των επενδύσεων στο εσωτερικό, αλλά και στη διαχείριση των εμπορικών συναλλαγών στο εξωτερικό.

Αναπόδραστα, το σύνολο αυτών των ρυθμίσεων έγινε γνωστό ως Bidenomics. Εδώ και πολλές δεκαετίες, οι Αμερικανοί πολιτικοί και επιχειρηματίες δείχνουν εξαιρετικά δύσπιστοι απέναντι στη λογική της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία. Πίστευαν ότι η άσκηση βιομηχανικής πολιτικής είναι αναποτελεσματική και αυτοτραυματιστική, ακόμη κι αν –σε ορισμένες περιπτώσεις– ασκήθηκε μια τέτοια πολιτική. Αντιθέτως, οι ΗΠΑ υπήρξαν οι διαπρύσιοι κήρυκες της παγκοσμιοποίησης, πασχίζοντας να μειωθούν οι δασμοί και να δοθεί ελεύθερη πρόσβαση ανά τον κόσμο στις αμερικανικές επιχειρήσεις. Ο Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε σαρκαστικά αυτή την προσέγγιση ελεύθερου εμπορίου, ενώ ορκίσθηκε να αναζωογονήσει την αμερικανική βιομηχανία. Όμως οι πολιτικές που προώθησε αποδείχθηκαν μισόψητες, η δε διαχείρισή του ήταν χαοτική.

Η εποχή Μπάιντεν είναι, λοιπόν, εκείνη που είδε να επέρχεται η πλήρης μεταβολή (βλέπε Διάγραμμα 2). Η συζήτηση στο εσωτερικό της κυβέρνησης δεν αφορά πλέον το αν θα υπάρξει εφαρμογή βιομηχανικής πολιτικής, αλλά το πώς αυτή η βιομηχανική πολιτική θα καταστεί αποτελεσματικότερη. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση Μπάιντεν δεν προσπαθεί να αναβιώσει την ανεμπόδιστη παγκοσμιοποίηση: Αντιθέτως, επιδιώκει να απομονώσει τους ανταγωνιστές και να αναγεννήσει ισχυρούς εμπορικούς δεσμούς με τους συμμάχους.

Πρόκειται για φιλόδοξο σχεδιασμό, που αναμετριέται σε σημασία με τον σχεδιασμό οποιουδήποτε άλλου Αμερικανού προέδρου εδώ και δεκαετίες. Αν πετύχει, τότε οι ΗΠΑ θα έχουν αλλάξει δραματικά· ωστόσο, οι παγίδες είναι πολλές. Ούτως ή άλλως, όμως, αποδείχθηκε ότι δεν βοήθησε τους Δημοκρατικούς στις ενδιάμεσες εκλογές, έτσι που ο πληθωρισμός κατέληξε γι’ αυτούς καθοριστικό βαρίδι.

O Λευκός Οίκος επιχείρησε να αποκρούσει τις καταγγελίες για τον πληθωρισμό που βρέθηκε να καλπάζει με την επισήμανση ότι πρόκειται περί παγκοσμίου φαινομένου και ότι –ούτως ή άλλως– η ευθύνη για την πάλη κατά του πληθωρισμού είναι ευθύνη της κεντρικής τράπεζας. Ο ισχυρισμός είναι σωστός, ωστόσο αγνοείται έτσι ο ρόλος του ίδιου του Τζο Μπάιντεν στο να ενισχυθεί το πληθωριστικό φαινόμενο: Τον περασμένο Ιούλιο, οικονομολόγοι της Fed υπολόγιζαν ότι η δημοσιονομική πολιτική είχε προσθέσει σχεδόν 2,5 ποσοστιαίες μονάδες στον ετήσιο ρυθμό πληθωρισμού των ΗΠΑ. Με άλλα λόγια, σχεδόν το μισό του «πλεονάζοντος» πληθωρισμού, σε σύγκριση με τα προ πανδημίας επίπεδα, οφείλεται στη δημοσιονομικά χαλαρή στάση της κυβέρνησης.

Βέβαια, ο Τζο Μπάιντεν δεν είναι ο μόνος που εμφάνισε αυτή την τάση. Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε νομοθετήσει πάνω από 3 δισ. δολάρια σε πόρους στήριξης το 2020, σε μια λογική πάλης –τότε– κατά της πανδημίας. Η αντίστοιχη συνδρομή Μπάιντεν ήταν το Αμερικανικό Πακέτο Διάσωσης 1,9 τρισ. δολαρίων, που ψηφίσθηκε τον Μάρτιο του 2021, με επιταγές προς τα νοικοκυριά, με πιο γενναιόδωρα επιδόματα ανεργίας και με μεγαλύτερη χρηματοδότηση των Πολιτειών.

Ενώ όμως οι χρηματοδοτήσεις τόνωσης επί Τραμπ δίνονταν σε μια φάση όπου οι ΗΠΑ εμφάνιζαν συμπτώματα που αποτελούσαν το οικονομικό αντίστοιχο ενός εμφράγματος, οι αντίστοιχες επί Μπάιντεν συνέπεσαν με μια φάση υγιούς ανάκαμψης. Η ένεση πόρων στην οικονομία ήταν σε τόσο μεγάλη κλίμακα (έλλειμμα άνω του 10% του ΑΕΠ για δεύτερη συνεχή χρονιά), ώστε η ζήτηση αγαθών διογκώθηκε μαζικά – και επακολούθησε πληθωρισμός.

Οι σύμβουλοι του προέδρου Μπάιντεν αντιπαρατηρούν ότι ο ισχυρός πληθωρισμός θα έπρεπε να διαβάζεται ως ισχυρή ανάκαμψη της απασχόλησης. Η αλήθεια είναι πως οι αριθμοί εντυπωσιάζουν: Οι ΗΠΑ μετακινήθηκαν από ποσοστό ανεργίας 15% στα μέσα του 2020 σε μόλις 3,5% τώρα, όπως κλείνει το 2022, φθάνοντας δηλαδή στο κατώτατο σημείο 50ετίας. Θα ήταν όμως λάθος να θεωρήσει κανείς ότι για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο ήταν αναγκαία τέτοια τόνωση από πλευράς της κυβέρνησης Μπάιντεν. Η ανάκαμψη στην αγορά εργασίας είχε σαφώς ξεκινήσει προτού αναλάβει καθήκοντα ο Τζο Μπάιντεν, καθώς συνέβη άλλωστε και σε άλλες χώρες που έβγαιναν από την κρίση της Covid-19.

Το πιο κρίσιμο σημείο της αμερικανικής αγοράς εργασίας είναι σήμερα άλλο: Για κάθε άνεργο, υπάρχουν πλέον δύο διαθέσιμες θέσεις εργασίας. Αυτή η ανισορροπία –η πιο έντονη εδώ και δεκαετίες– αποτελεί άλλη μια απόδειξη ότι η τόνωση της οικονομίας από τον πρόεδρο Μπάιντεν κατέληξε σε υπερθέρμανσή της.

Άλλωστε, και η ψήφιση του Αμερικανικού Πακέτου Διάσωσης απεδείχθη πύρρεια νίκη. Όσο ο πληθωρισμός ανερχόταν τόσο ο ενθουσιασμός για νέες μεγάλες δαπάνες υποχωρούσε […]. Πολλές κοινωνικές πολιτικές, από τη δημόσια δαπάνη για την προ παιδικού σταθμού απασχόληση των παιδιών μέχρι τις μεγαλύτερες φορολογικές εκπτώσεις, για τις οικογένειες με παιδιά, βρήκαν μπροστά τους εμπόδια. Το νομοσχέδιο Μπάιντεν με την ονομασία «Build Back Better» (με προϋπολογισμό 3,5 τρισ. δολάρια) υποχώρησε κάτω από το 1 τρισ., ενώ ξαναβαφτίστηκε “Inflation Reduction Act”, με αναφορά πλέον στον πληθωρισμό, και τούτο ενώ πάνω από τα μισά του κονδύλια αφορούσαν περιβαλλοντικές επενδύσεις.

Συνολικά, πάντως, τα τρία νομοθετήματα των Bidenomics (για τις υποδομές, για τους ημιαγωγούς και την τεχνολογία και για την κλιματική αλλαγή) αφορούν επενδύσεις 1,7 τρισ. δολαρίων μέσα στην ερχόμενη 10ετία. Σε σύγκριση με τη γιγαντιαία οικονομία των ΗΠΑ δεν πρόκειται για εντυπωσιακό μέγεθος: Σε ετήσια βάση, αντιπροσωπεύουν λιγότερο από 1% του ΑΕΠ.

Η δύναμη του πολλαπλασιαστή

Όμως, οι δημόσιες δαπάνες είναι κάτι το πολύ ισχυρό. Έχουν τη μοναδική ικανότητα να λειτουργούν ως καταλύτης για τις ιδιωτικές επενδύσεις. Δείτε για παράδειγμα τη δαπάνη που προβλέπεται για τους ημιαγωγούς: Προβλέπονται κάπου 39 δισ. δολάρια ως κίνητρα για τη δημιουργία νέων μεταποιητικών υποδομών. Προτού όμως καλά-καλά στεγνώσει το μελάνι της απόφασης αυτής, υπήρξε έκρηξη επενδυτικών αποφάσεων. Η Intel κάνει λόγο για την επένδυση 100 δισ. δολαρίων στο Οχάιο, η Micron άλλων 100 δισ. στη Νέα Υόρκη, ενώ και άλλες εταιρείες, όπως η Qualcomm ή η Wolfspeed, ετοιμάζονται να ανοίξουν τα πορτοφόλια τους.

Η αναμενόμενη πτυχή δημοσίων δαπανών για την καθαρή ενέργεια θα φέρει ακόμη μεγαλύτερη ανοδική κίνηση. Συνολικά, μέσα από τα τρία μεγάλα νομοθετημένα πακέτα, οι ΗΠΑ θα διαθέτουν πλέον έναν ετήσιο προϋπολογισμό για κλιματικές παρεμβάσεις ύψους σχεδόν 500 δισ. δολαρίων. Ορισμένα από τα κονδύλια αυτά θα δώσουν κίνητρα για την κατασκευή μπαταριών λιθίου, για τη δημιουργία υπεράκτιων πάρκων ανεμογεννητριών, για εγκαταστάσεις δέσμευσης άνθρακα κ.λπ. Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, πάντως, θα είναι η πτυχή των κονδυλίων που θα κατευθυνθεί σε έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη. Και οι πιο δύσπιστοι για την ικανότητα των ΗΠΑ να εφαρμόζουν βιομηχανική πολιτική είναι σαφώς πιο αισιόδοξοι ως προς τη δυνατότητα της κυβέρνησης να στηρίζει την καινοτομία […].

Τα διάφορα είδη επιδοτήσεων και κινήτρων θα έχουν εν τω μεταξύ ως αποτέλεσμα να πεισθούν οι αμερικανικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά να επιλέγουν καθαρότερες πηγές ενέργειας. Ήδη, πριν από τα τελευταία νομοθετήματα, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στις ΗΠΑ σχεδιάζονταν να υποχωρήσουν (μέχρι το 2030) κατά 30% έναντι του επιπέδου του 2005. Ήδη, υπάρχει η εκτίμηση και του Υπουργείου Ενέργειας αλλά και ανεξάρτητων μελετητών ότι θα προκύψει μείωση κατά 40%. Πρόκειται για το ισόποσο εκπομπών άνθρακα 2 ετών από μια χώρα όπως η Βρετανία…

Αν οι Δημοκρατικοί (και οι οικονομολόγοι) είχαν κατορθώσει να επικρατήσουν οι δικές τους απόψεις, τότε οι ΗΠΑ θα είχαν επιβάλει κάποιου είδους τιμή στις εκπομπές άνθρακα – κάτι που θα αποτελούσε πολύ πιο αποτελεσματικό τρόπο, για την επίτευξη του ίδιου στόχου. Όμως, επανειλημμένες προσπάθειες να περάσει κάτι τέτοιο από το Κογκρέσο απέτυχαν, ενώ υπήρξε και εκλογικό κόστος καθώς οι Ρεπουμπλικανοί περιέγραψαν τους Δημοκρατικούς ως αντι-αναπτυξιακούς. Οι υψηλές δαπάνες για παραγωγή καθαρής ενέργειας αποτελούν πιο εύπεπτη πολιτική προσέγγιση.

Κατά τα άλλα, τα Bidenomics και η βιομηχανική πολιτική τους μπορεί να θεωρηθούν ως ένας τρόπος για αντιμετώπιση του φαινομένου υποχώρησης –εδώ και δεκαετίες– των καλοπληρωμένων θέσεων εργασίας βιομηχανικών εργατών, μιας υποχώρησης που αποτέλεσε πηγή προβληματισμού, ιδίως για τους Δημοκρατικούς. Τώρα, εκείνες οι βιομηχανικές επιχειρήσεις που θα θελήσουν να έχουν το πλεονέκτημα φορολογικών κινήτρων θα χρειαστεί και τους εργάτες τους να πληρώνουν καλά και προγράμματα μαθητείας να δημιουργήσουν. Η πεποίθηση των Δημοκρατικών είναι ότι αυτές οι απαιτήσεις αφενός μεν θα συμβάλουν στη δημιουργία μεγαλύτερου αριθμού εργαζομένων με δεξιότητες, αφετέρου δε στο να υπάρξει περισσότερη προσφορά καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας. Ακόμη κι αν η αλλαγή αυτή αποδειχθεί οριακή, μια φούχτα από επενδύσεις υψηλής ορατότητας στις παρηκμασμένες βιομηχανικές ζώνες έδιναν ελπίδες. Το Οχάιο θα αποκτήσει εργοστάσια μπαταριών για ηλεκτρικά αυτοκίνητα, η Δυτική Βιρτζίνια πάρκα ανεμογεννητριών, η Πενσιλβάνια μονάδες ρομποτικής.

Πέρα από τα αμερικανικά σύνορα

Τα Bidenomics, πάντως, δεν σταματούν στα σύνορα των ΗΠΑ. Ο Λευκός Οίκος εργάστηκε επίσης προκειμένου να τεθούν σε νέα βάση οι όροι του εμπορίου των ΗΠΑ με τον υπόλοιπο κόσμο. Η επίτευξη ισορροπίας, εδώ, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Από τη μια πλευρά, ο πρόεδρος προσπάθησε να επιδιορθώσει τις σχέσεις με συμμάχους, σχέσεις που ο Ντόναλντ Τραμπ είχε παραμελήσει ή και ζημιώσει. Από την άλλη, πάντως, και πολλές από τις πολιτικές Μπάιντεν κινούνται με βάση την τραμπική κοσμοθεωρία του «Πρώτα η Αμερική!» Έχουν σχεδόν κλείσει οι πόρτες για τις παραδοσιακές εμπορικές διαπραγματεύσεις. Στις ομοσπονδιακές διαδικασίες κρατικών προμηθειών έχουν ενισχυθεί η διάσταση του «αγοράζουμε αμερικανικά προϊόντα». Ορισμένα δε από τα φορολογικά κίνητρα της νέας βιομηχανικής πολιτικής θα είναι διαθέσιμα μόνο σε εκείνες τις επιχειρήσεις που θα πληρούν τα κριτήρια ελάχιστου εγχώριου περιεχομένου και εγχώριας παραγωγής – προς μεγάλη οργή των εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ.

Πάντως, η κυβέρνηση Μπάιντεν βρίσκει άλλους τρόπους, πέραν των εμπορικών συμφωνιών, προκειμένου να συνεργάζεται με συμμάχους. Με την Ευρώπη έχει ξεκινήσει η λειτουργία του Συμβουλίου Εμπορίου και Τεχνολογίας, δηλαδή ενός φόρουμ που ως στόχο έχει το να υπάρχει συνεκτική στάση της Δύσης στην τεχνολογική αντιπαλότητα με την Κίνα. Στην Ασία, πάλι, έχει δημιουργήσει το Οικονομικό Πλαίσιο Ινδικού-Ειρηνικού, ως φόρουμ για την προώθηση θεμάτων που εκτείνονται από τις διαδικασίες συνοριακών ελέγχων μέχρι την απανθρακοποίηση – αν και κεντρικό χαρακτηριστικό είναι και εδώ η απουσία της Κίνας. Για τους επικριτές της πολιτικής Μπάιντεν, όλο αυτό το πλέγμα είναι περιορισμένου ενδιαφέροντος. Πάντως, η Κάθριν Ταλ, εμπορική απεσταλμένη των ΗΠΑ, επιμένει ότι θα υπάρξουν απτά αποτελέσματα: «Τα έχουμε σχεδιάσει ως πλατφόρμες που θα μπορούν να ελίσσονται όσο θα εξελίσσεται και η οικονομική κατάσταση», εξηγεί […].

Ο Τζο Μπάιντεν δείχνει να καταγράφει κάποιες επιτυχίες σε επίπεδο συντονισμού των στόχων ασφαλείας με τους οικονομικούς στόχους, ιδίως όσον αφορά την Κίνα. Η Κίνα έχει διευκολύνει εν προκειμένω την αμερικανική προσέγγιση με δύο τρόπους. Πρώτον, με την υποστήριξη της Ρωσίας στον πόλεμο με την Ουκρανία, που ενέτεινε την καχυποψία στην Ευρώπη. Δεύτερον, με την πολιτική της περί «μηδενικού Covid», που τράνταξε την οικονομική εμπιστοσύνη παγκοσμίως. Αυτό επέτρεψε στην κυβέρνηση Μπάιντεν να αυστηροποιήσει τους κανόνες για τη μεταφορά τεχνολογίας. Οι πλέον πρόσφατοι έλεγχοι επί των εξαγωγών (της 7ης Οκτωβρίου) απαγορεύουν σε όποιον έχει αμερικανική ιθαγένεια ή και κατοικία να στηρίζει την ανάπτυξη προωθημένων τυπωμένων μικροκυκλωμάτων στην Κίνα: Πρόκειται για μια δαπανηρή απόφαση, που θα μπορούσε να τραυματίσει τις κυριότερες κινεζικές επιχειρήσεις ημιαγωγών.

Μέχρι σήμερα, τουλάχιστον, οι ΗΠΑ έχουν τη συναίνεση της Ολλανδίας και της Ιαπωνίας, των δύο δηλαδή χωρών που παράγουν τα πλέον προωθημένα τεχνολογικά μηχανήματα κατασκευής μικροκυκλωμάτων. Αυτό, βέβαια, οφείλεται στο ότι δεν θα ήθελαν να βρεθούν σε λάθος σημείο από πλευράς αμερικανικών νόμων. Η απουσία διαμαρτυριών, πάντως, δείχνει και προς ένα διαφορετικό συμπέρασμα: ότι δηλαδή η διοίκηση Μπάιντεν κατορθώνει και συνεργάζεται καλά με τους φίλους της εκεί που αυτό είναι περισσότερο απαραίτητο […].

Τελικά, εκείνο το στοιχείο που διατρέχει τα Bidenomics είναι η αντίληψη ότι ένα πιο παρεμβατικό κράτος μπορεί να διαμορφώσει τις επιδόσεις της οικονομίας – τόσο στο εσωτερικό όσο και διεθνώς. Αυτό έγινε φανερό ήδη με το γιγαντιαίο πακέτο στήριξης στο ξεκίνημα της προεδρίας Μπάιντεν, ενώ υπορρέει ως αντίληψη και στην προτίμηση για την άσκηση βιομηχανικής πολιτικής, αλλά και στις απόπειρες επανασχεδιασμού των πλαισίων του διεθνούς εμπορίου.