Ο δρόμος έχει ανοίξει για ύφεση στις ευρωπαϊκές οικονομίες: πόσο σοβαρή θα είναι;

Όλα τα φωτάκια κινδύνου άρχισαν πλέον να αναβοσβήνουν. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η άνιση ανάκαμψη από την πανδημία της Covid-19 αλλά και η ξηρασία σε μεγάλο τμήμα της ευρωπαϊκής ηπείρου, όλα αυτά μαζί έχουν συνωμοτήσει προκειμένου να προκληθεί έντονη ενεργειακή κρίση εφοδιασμού, υψηλός πληθωρισμός, διαταραχή της εφοδιαστικής αλυσίδας – μαζί και με πελώρια ανασφάλεια για το οικονομικό μέλλον της Ευρώπης. Οι κυβερνήσεις σπεύδουν να επιχειρήσουν να δοθεί βοήθεια στους πλέον ευάλωτους. Μέσα σε όλον αυτόν τον εκνευρισμό, για ένα υπάρχει συμφωνία μεταξύ των περισσοτέρων: στον ορίζοντα διαγράφονται σημάδια ύφεσης.

Το πόσο έντονη θα αποβεί η κάμψη των οικονομιών θα εξαρτηθεί από το πώς θα εξελιχθεί το ενεργειακό σοκ, αλλά και από το πώς θα ανταποκριθούν οι υπεύθυνοι για τη διαμόρφωση πολιτικής. Στα τέλη Αυγούστου, οι ενεργειακές τιμές έφθασαν σε επίπεδα που θεωρούνταν έως τώρα αδιανόητα: πάνω από 290 ευρώ/μεγαβατώρα για παραδόσεις φυσικού αερίου το δ΄ 3μηνο της χρονιάς (η συνήθης τιμή στην προ πανδημίας περίοδο ήταν γύρω στα 30 ευρώ)· για την ίδια χρονική περίοδο, η τιμή για κάθε μεγαβατώρα ηλεκτρικής ενέργειας ημέρας διαμορφώθηκε στη Γερμανία στα 1.200 ευρώ (έναντι 60 ευρώ προηγουμένως). Επειδή στις περισσότερες αγορές ηλεκτρικής ενέργειας ανά τις ευρωπαϊκές χώρες οριακό καύσιμο είναι το φυσικό αέριο, αυτό είναι που καθορίζει ευρύτερα τις τιμές του ηλεκτρικού.

Ας σημειωθεί ότι η ευρωπαϊκή οικονομία μπήκε στην κρίση σε αρκετά ισχυρή κατάσταση. Η αγορά εργασίας της Ευρώπης παραμένει ακόμη αρκετά υγιής, με την ανεργία να βρίσκεται στο 6,6% – πράγμα που σημαίνει (άμα δει κανείς τα πράγματα με βάση τα μετριότατα ευρωπαϊκά μέτρα) ότι η οικονομία βρίσκεται κοντά στην πλήρη απασχόληση. Μέσα στους μήνες που έρχονται, η αύξηση των μισθών κατά πάσα πιθανότητα θα ενταθεί, καθώς αυτή την εποχή γίνεται η επαναδιαπραγμάτευση των μακροπρόθεσμων συμφωνιών. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε στην αρχή του πολέμου, πλην όμως η κατανάλωση δεν περιορίστηκε. Οι πληθωριστικές προσδοκίες έχουν σχετικά συγκρατηθεί.

Τα πράγματα, όμως, θα είναι αισθητά πιο συννεφιασμένα στους επόμενες μήνες – και τούτο για τρεις λόγους. Πρώτον, η βιομηχανία βρίσκεται υπό πίεση. Την άνοιξη, οι ηγέτες των μεγαλύτερων βιομηχανιών της Ευρώπης επιχειρηματολογούσαν ότι μια υπερβολικά γρήγορα αποκοπή από την προμήθεια ρωσικού αερίου θα μπορούσε να οδηγήσει την ήπειρο σε κρίση. Παρόλες τις υψηλές τιμές, η βιομηχανική παραγωγή έχει συνεχίσει να καταγράφεται ισχυρή. «Μέρος της εξήγησης είναι ότι οι επιχειρήσεις εκτελούν ακόμη υπόλοιπα παραγγελιών του παρελθόντος», εξηγεί ο Μίκαελ Χίτνερ του Γερμανικού Οικονομικού Ινστιτούτου.

Αυτά όμως τα υπόλοιπα παραγγελιών δεν θα διαρκέσουν για πάντα, και ορισμένοι μελλοντοστραφείς δείκτες αποτυπώνουν ήδη μια σκοτεινή εικόνα. «Οι νέες παραγγελίες, άμα αφαιρέσει κανείς τα αποθέματα (δηλαδή η ζήτηση που έχουν μπροστά τους οι επιχειρήσεις προκειμένου να συνεχίζεται η λειτουργία τους) καταγράφουν κάθετη πτώση», λέει ο Ρόμπιν Μπρουκς του Ινστιτούτου Διεθνούς Χρηματοπιστωτικής, το οποίο αντιπροσωπεύει τράπεζες και θεσμικούς επενδυτές. Η πτώση αυτού του μεγέθους αντικατοπτρίζει μια όλο και πιο αδύναμη παγκόσμια –ιδίως δε κινεζική– οικονομία. Όπως εξηγεί ο Ρ. Μπρουκς, μια τέτοια πτώση μπορεί να σηματοδοτεί σημείο καμπής στον οικονομικό κύκλο.

Οι βιομηχανίες που θα πληγούν περισσότερο είναι κυρίως εκείνες που βρίσκονται στα ανατολικά του Ρήνου. Πρόσφατες έρευνες που είχαν διεξαχθεί μεταξύ υψηλών στελεχών βιομηχανιών στη Γερμανία και στην Αυστρία δείχνουν επερχόμενη συρρίκνωση. Η μη υγιής εξάρτηση της Γερμανίας από Κινέζους αγοραστές κινδυνεύει να συμπαρασύρει πτωτικά τη ζήτηση αγαθών σε όλο το εύρος της τευτονικής εφοδιαστικής αλυσίδας. Η ιταλική βιομηχανία φαίνεται να περιέρχεται σε ελεύθερη πτώση. Ευάλωτη είναι όμως και η Πολωνία και η Τσεχική Δημοκρατία – αμφότερες εκτός Ευρωζώνης. Την εξαίρεση αποτελεί η Ουγγαρία, όπου η μεταποίηση συνεχίζει να μεγεθύνεται με ικανοποιητικό ρυθμό χάρη στις επενδύσεις σε μπαταρίες, την εκρηκτική ανάπτυξη των ηλεκτρικών αυτοκινήτων και τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμήθειας ενέργειας (μολονότι ορισμένες απ’ αυτές θα λήξουν συντόμως).

Ο δεύτερος λόγος κατήφειας είναι ότι η καταναλωτική δαπάνη για υπηρεσίες θα χρειαστεί να παλέψει σκληρά, αν είναι να κρατήσει όρθια την οικονομία της ηπείρου. Το καλοκαίρι που πέρασε, ο τουρισμός πρόσθεσε στους ρυθμούς ανάπτυξης σε Γαλλία και στον ευρωπαϊκό Νότο, καθώς οι τουρίστες ξόδεψαν αφειδώς για διακοπές όσα είχαν εξοικονομήσει στη φάση της πανδημίας. Όμως το κλίμα υποχωρεί όσο οι καταναλωτές σφίγγουν τη ζώνη τους προετοιμαζόμενοι για έναν μακρύ, κρύο χειμώνα. Οι υπηρεσίες αναμένεται να παραμείνουν σε στασιμότητα τους μήνες που έρχονται – με την αγορά ακινήτων και τις μεταφορές να έχουν μπροστά τους τις μεγαλύτερες δυσχέρειες.

Ο τρίτος λόγος: η Ευρώπη είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα δει το ενεργειακό σοκ που δέχεται να συνδυάζεται με ανοδικά επιτόκια. Η ΕΚΤ, η οποία είχε υπο-εκτιμήσει τη δυναμική αύξησης των τιμών (όπως, άλλωστε, έκαναν και πολλές άλλες κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο), είναι τώρα αποφασισμένη να επαναφέρει τον πληθωρισμό –σε ετήσια βάση– στον στόχο του 2% που έχει τάξει, και τούτο όταν τον Αύγουστο βρισκόταν σε ένα επίφοβο 9,1%. Η Ίζαμπελ Σνάμπελ, μέλος του ΔΣ της ΕΚΤ, τάχθηκε υπέρ της αποδοχής να πονέσει η οικονομία προκειμένου να ολοκληρωθεί αυτή η προσπάθεια (στη συνάντηση κεντρικών τραπεζιτών της FED στο Jackson Hole, στις 27 Αυγούστου).

Γι’ αυτό οι οικονομολόγοι ανέμεναν ότι η ΕΚΤ θα προσπαθήσει να υποστηρίξει την αντιπληθωριστική της φήμη […]. Πάντως, το ευρώ δεν έπαψε να υποχωρεί, προσπερνώντας προς τα κάτω το δολάριο για πρώτη φορά μέσα σε μία 20ετία. Αυτό, με τη σειρά του, αντικατοπτρίζει υποχώρηση των προοπτικών για την ευρωπαϊκή οικονομία και τάση των διεθνών επενδυτών να στραφούν προς άλλες κατευθύνσεις. Κινδυνεύει να γίνει, αυτό, μία ακόμη πηγή ανησυχίας για τους διαμορφωτές πολιτικής στην ευρωπαϊκή ήπειρο, καθώς ένα όλο και πιο αδύναμο νόμισμα τροφοδοτεί τον πληθωρισμό λόγω των ακριβότερων εισαγωγών, με αποτέλεσμα να πλήττονται τα πραγματικά εισοδήματα και ως εκ τούτου η κατανάλωση.

Όλα αυτά δείχνουν προς την κατεύθυνση μιας Ευρώπης που σίγουρα θα μπει σε φάση ύφεσης, με Γερμανία, Ιταλία και Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη να οδηγούν την πορεία. Οι αναλυτές της JPMorgan Chase αναμένουν, σε ετήσια βάση, ρυθμούς ανάπτυξης στο -2% για την Ευρωζώνη (συνολικά) το δ΄ τρίμηνο της φετινής χρονιάς, με -2,5% για τη Γαλλία και τη Γερμανία και -3% για την Ιταλία. Τα προβλήματα της Ιταλίας, καθώς και το υψηλό της χρέος, θα μπορούσαν να φέρουν ταραχή στις αγορές ομολόγων της Ευρώπης.

Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί μέχρι στιγμής σπατάλησαν πολύ χρόνο να σκέφτονται πώς θα ανταποκριθούν στην απογείωση των ενεργειακών τιμών. Συντόμως, μπορεί να έχουν μια πολύ ευρύτερη κρίση στα χέρια τους.