Παρακολουθήστε τη Rosneft προκειμένου να δείτε τη νέα γεωπολιτική της ενέργειας

Δεν είναι δύσκολο να χτίσει κανείς καρικατούρα του Ιγκόρ Σέτσιν: ο επικεφαλής της Rosneft, του υπό κρατική ιδιοκτησία πετρελαϊκού γίγαντα της Ρωσίας, είναι ένας γεροδεμένος, κοντοκουρεμένος άντρας που έχει ως χόμπι την παρασκευή λουκάνικων από –έτσι λέγεται– ελάφια τα οποία έχει κυνηγήσει ο ίδιος. Είναι ένας από τους πιστότερους ανθρώπους του προέδρου Πούτιν. Ήδη από το 2014, όταν η Ρωσία προσάρτησε την Κριμαία, βρέθηκε στη μαύρη λίστα των ΗΠΑ· φέτος, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Ευρωπαϊκή Ένωση τον προσέθεσε κι αυτόν στη λίστα των κυρώσεών της.

Δεν πρόκειται όμως για έναν συνηθισμένο ολιγάρχη. Η ΕΕ τον χαρακτηρίζει «ένα από τα ισχυρότερα μέλη της ρωσικής πολιτικής ελίτ». Άνθρωπος της Rosneft απ’ άκρου εις άκρον, υπερασπίζεται με κάθε μέσο τον κλάδο πετρελαίου και φυσικού αερίου της Ρωσίας, που καλύπτει σχεδόν το 45% των εσόδων του προϋπολογισμού της χώρας. Διαθέτει ισχυρά γεωπολιτικά αντανακλαστικά, πράγμα που βοηθά ώστε η Rosneft να διαμορφώνει και να χρηματοδοτεί τον δεσποτικό τυχοδιωκτισμό του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς την υπό κρατικό έλεγχο Rosneft και το αφεντικό της, προκειμένου να αξιολογήσει την απάντηση που δίνουν στην απόσυρση των Δυτικών πετρελαϊκών εταιρειών από τη Ρωσία. Αφενός, η εταιρεία έχει να αντιμετωπίσει μειωμένη δυνατότητα πρόσβασης στις Δυτικές αγορές, ενώ έχει χάσει και επενδύσεις αλλά και τεχνογνωσία προκειμένου να συνεχίζει την ανάπτυξη κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου σε απομακρυσμένες και αφιλόξενες περιοχές της χώρας. Αφετέρου, βρίσκεται ωφελημένη από τη στρατηγική που χάραξε εδώ και καιρό ο Σέτσιν, για στροφή προς τις δυναμικές αγορές της Κίνας και της Ινδίας. Το τελικό αποτέλεσμα θα καθορίσει αν ο κόσμος φθάσει να διασπασθεί σε δύο αντίπαλα πετρελαϊκά στρατόπεδα.

Η απάντηση της Δύσης στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έπληξε σοβαρά τη Rosneft. Μολονότι οι υψηλές τιμές του αργού τής επέτρεψαν να καταβάλει προ ολίγων εβδομάδων ετήσιο μέρισμα-ρεκόρ, το εμπάργκο επί του αργού περιόρισε την πρόσβαση που έχει σε Ευρωπαίους αγοραστές. Από τον Φεβρουάριο και μετά, σήκωσε το μεγαλύτερο μέρος του βάρους από τον περιορισμό της παραγωγής αργού. Επιχειρήσεις οι οποίες παλιότερα την πολιορκούσαν με φιλική διάθεση, τώρα τη μεταχειρίζονται ως παρία. Η μεγάλη ΒΡ, ηγέτης του κλάδου, έσπευσε να αποσβέσει την κατά 20% συμμετοχή της. Η Exxon Mobil, άλλη ηγετική παρουσία, προσπαθεί να αποσυρθεί από joint venture που είχε για την ανάπτυξη του κοιτάσματος Σαχαλίνη-1, στη ρωσική Άπω Ανατολή. Η σχέση της Rosneft με τους εμπόρους πετρελαίου της Δύσης, οι οποίοι προηγουμένως ανταγωνίζονταν προκειμένου να βρουν πρόσβαση στον θησαυρό των φορτίων αργού της, έχει πλέον βουλιάξει. Στις 13 Ιουλίου, η μεγάλη εμπορική Trafigura ανέφερε ότι εγκατέλειπε την κατά 10% συμμετοχή στη Vostok Oil, μείζον επενδυτικό σχέδιο της Rosneft στην τούνδρα, που ο Ιγκόρ Σέτσιν πιστεύει ότι θα μπορούσε να στηρίξει τη Ρωσία επί δεκαετίες.

Το καθεστώς του παρία επηρεάζει τη Rosneft και με πιο έμμεσους τρόπους. Πολλά από τα κοιτάσματα πετρελαίου της Ρωσίας δείχνουν πλέον την ηλικία τους και απαιτούν προωθημένες τεχνικές προκειμένου να αντλείται μέχρι τέλους αργό υπό συνθήκες δύσκολες, αν δηλαδή είναι να εξασφαλίζεται λογικό κόστος. Κατά το παρελθόν, η εταιρεία διατηρούσε στενές σχέσεις με Δυτικούς ειδικούς του πετρελαίου όπως η Schlumberger – αυτοί όμως έχουν αποσυρθεί πλέον από τη Ρωσία. Πέραν τούτου, οι κυρώσεις έχουν κάνει τους μη Ρώσους στο Δ.Σ. της Rosneft αλλά και σημαντικά στελέχη της να απομακρύνονται. Αποτέλεσμα: ένα κενό τεχνογνωσίας και εμπειρίας.

Ο Ιγκόρ Σέτσιν ασφαλώς την είχε δει αυτή την κατάσταση να έρχεται. Από την πρώτη στιγμή –το 2004– που ο πρόεδρος Πούτιν τού έδωσε τον έλεγχο της Rosneft, εξισορροπούσε την εξάρτηση της Ρωσίας από τις Δυτικές πετρελαϊκές αγορές με επιχειρηματική παρουσία στην Ανατολή – ιδίως στην Κίνα. Έστησε μείζονες συμφωνίες πώλησης αργού προς τη CNPC/την Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου της Κίνας, την αντίστοιχη της Rosneft (υπό κρατικό και εκεί έλεγχο), και τούτο σε αντάλλαγμα για πελώριες προκαταβολές και χρηματοδοτήσεις από την Κίνα οι οποίες οδήγησαν τη Rosneft στη θέση μιας από τις μεγαλύτερες παγκοσμίως εισηγμένες σε Χρηματιστήριο εταιρείες. Αυτές οι χρηματοδοτήσεις τής έδωσαν τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει την απόκτηση των βασικών στοιχείων ενεργητικού της Yukos, της ρωσικής εταιρείας που ο επικεφαλής της βρέθηκε αντίθετος με τον πρόεδρο Πούτιν το 2003, αλλά και την TNK-ΒΡ (άλλης αντίπαλης της Rosneft), που εξαγοράσθηκε έναντι 55 δισ. δολαρίων το 2013. Κατά τη συνάντηση Πούτιν με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Ζινπίνγκ, η Rosneft είχε υπογράψει άλλη μια συμφωνία προμήθειας αργού προς τη CNPC, πελώριας αξίας – 80 δισ. δολαρίων σε βάθος 10ετίας.

Πιο χαμηλότονη, πλην σώφρων, υπήρξε η στρατηγική Σέτσιν προς την Ινδία. Η Rosneft αξιοποίησε τη μερική συμμετοχή της στα ινδικά διυλιστήρια Nayara Energy, προκειμένου να δημιουργήσει προγεφύρωμα σε μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες καταναλωτικές αγορές παγκοσμίως. Τα ινδικά διυλιστήρια κατεργάζονταν το βαρύ αργό που, προηγουμένως, η Rosneft διακινούσε από τη Βενεζουέλα – σταθερό σύμμαχο της Μόσχας, που βρισκόταν υπό καθεστώς κυρώσεων από τις γειτονικές της ΗΠΑ. Τώρα, τα ίδια διυλιστήρια θεωρείται ότι είναι υπερπρόθυμα να αγοράζουν –με έκπτωση– αργό, απευθείας από τη Rosneft.

Μετά το αρχικό σοκ από τις κυρώσεις, σχέσεις αυτού του είδους έδωσαν στη Ρωσία την ευελιξία να στρέψει γρήγορα τις εξαγωγές της Ανατολικά, προσπερνώντας ήδη τον Μάιο τη Σαουδική Αραβία ως μεγαλύτερο προμηθευτή της Κίνας, καθώς και ανεβάζοντας τις πωλήσεις ρωσικού αργού προς την Ινδία από περίπου μηδέν σε 1 εκατομμύριο βαρέλια/ημέρα (αν και με βαθιά έκπτωση στην τιμή πώλησης). Αυτή η ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα κατέπληξε πολλούς παρατηρητές της αγοράς – συμπεριλαμβανομένου του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας.

 

Όπου υπάρχει βούληση, βρίσκεται και τρόπος

Προκειμένου να συνεχίσει τις επιδόσεις της η Rosneft, θα χρειαστεί να εξακολουθήσει να αντλεί αργό και να διενεργεί γεωτρήσεις. Βέβαια, ίσως όσα λέγονται για την ανάγκη να έχει τη βοήθεια Δυτικών επιχειρήσεων, όπως η Schumberger, να είναι υπερβολικά. Σύμφωνα με τον Μάθιου Χέιλ της μελετητικής Rystad Energy, τα περισσότερα υπό ανάπτυξη κοιτάσματα της Ρωσίας βρίσκονται στην ξηρά και –παρά τις συνθήκες ψύχους– είναι εύκολη η εκμετάλλευσή τους. Πέρσι, ρωσικές εταιρείες παρείχαν τα 4/5 των αναγκαίων υπηρεσιών για την υποστήριξη αυτών των επενδύσεων. Περισσότερα ερωτηματικά ανακύπτουν βέβαια σχετικά με την αντικατάσταση Δυτικών εταίρων σε πιο πολύπλοκα επενδυτικά σχέδια. Μπορεί να προκύψουν καθυστερήσεις στην εκκίνησή τους. Όμως για την ώρα η Rosneft μπορεί να παράγει κανονικά.

Και πάλι όμως, δεν είναι όλος ο ορίζοντας καθαρός. Αν οι τιμές του πετρελαίου βυθιστούν, τότε η δυνατότητα κερδοφόρας άντλησης θα περιοριστεί. Οι περιορισμοί στα Δυτικά κεφάλαια, τη Δυτική τεχνογνωσία και τον αντίστοιχο εξοπλισμό μπορεί να τραυματίσουν σχέδια ανάπτυξης των μεγάλων υπεράκτιων σχεδίων για πετρέλαιο και φυσικό αέριο στην παγωμένη ρωσική Άπω Ανατολή, σχεδίων που παλιότερα είχαν προτεραιότητα. Χωρίς δε πρόσβαση στη Δυτική χρηματοδότηση μεγαλώνει και η εξάρτηση από την Κίνα, η οποία πάντα διαπραγματεύεται σκληρά. Από το 2023, ας μην λησμονείται, τίθεται σε ισχύ πλήρες εμπάργκο της ΕΕ επί του ρωσικού αργού.

Πάντως, η ανάδυση ενός Ανατολικού μπλοκ θα ‘πρεπε να ανησυχεί τη Δύση. Ένας ενεργειακός άξονας Ρωσίας, Κίνας και Ινδίας δεν θα ‘ναι μόνο πρόκληση για τις Δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες – θα είναι και κίνδυνος για το περιβάλλον: αυτό δείχνουν τα σχέδια Σέτσιν για την ανάπτυξη του Vostok.